Η πρώτη αύξηση επιτοκίων του ευρώ θεωρείται πλέον σχεδόν δεδομένη, ωστόσο τα επόμενα βήματα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας παραμένουν ανοιχτά, καθώς θα εξαρτηθούν από μια σειρά οικονομικών και γεωπολιτικών παραγόντων.
Οι νέες προβλέψεις για ανάπτυξη και πληθωρισμό, που θα έχει στη διάθεσή του το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, αναμένεται να δείξουν το μέγεθος των επιπτώσεων που είχαν οι υψηλές τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή οικονομία κατά τους τρεις μήνες της κρίσης. Παράλληλα, θα δώσουν μια πρώτη εικόνα για τη συνολική ζημιά στην Ευρωζώνη, σε περίπτωση που η κρίση στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί με τους σημερινούς ρυθμούς.
Ήδη, τα περισσότερα μέλη του ΔΣ της Τράπεζας εμφανίζονται πεπεισμένα ότι η κατάσταση έχει υπερβεί το τελευταίο δυσμενές σενάριο και σταδιακά προσεγγίζει το χειρότερο δυνατό σενάριο. Αυτό προβλέπει περιορισμό της ανάπτυξης στο 0,4% και ενδεχόμενη άνοδο του πληθωρισμού έως και το 6% μέσα στο έτος.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι πληροφορίες θέλουν την ΕΚΤ να παραμένει προσηλωμένη στον στόχο της αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού, εξετάζοντας νέα αύξηση επιτοκίων κατά 0,25% τον Σεπτέμβριο. Στόχος είναι να περιοριστεί η περαιτέρω άνοδος των τιμών κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Ο Ολλανδός κεντρικός τραπεζίτης Όλαφ Σλειτζπεν, ο οποίος είχε διαβεβαιώσει για την πρόθεση της ΕΚΤ να δράσει έγκαιρα ώστε να επαναφέρει τον πληθωρισμό στο 2%, εμφανίζεται τις τελευταίες ημέρες ανήσυχος για τη διάχυση των πληθωριστικών πιέσεων. Η ανησυχία αφορά τη μετάδοση των αυξήσεων από την ενέργεια σε προϊόντα και υπηρεσίες του καλαθιού του πληθωρισμού.
Ανάλογη θέση είχε εκφράσει και το εκτελεστικό μέλος του ΔΣ της ΕΚΤ Ιζάμπελ Σνάμπελ, η οποία είχε υπογραμμίσει την ανάγκη αύξησης των επιτοκίων στη συνεδρίαση του Ιουνίου. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης Ιωακείμ Νάγκελ, ο οποίος εμφανίστηκε ακόμη πιο κατηγορηματικός, εκτιμώντας ότι η αναστολή μιας τέτοιας κίνησης θα προϋπέθετε σημαντική βελτίωση της κατάστασης στη Μέση Ανατολή. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν συνέβη.
Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, τόσο τα «γεράκια» όσο και τα «περιστέρια» της ΕΚΤ φαίνεται να συγκλίνουν στην άποψη ότι πρέπει να υπάρξει παρέμβαση. Το μήνυμα προς τις αγορές είναι ότι η Τράπεζα δεν σκοπεύει αυτή τη φορά να καθυστερήσει την αντίδρασή της, όπως συνέβη στην κρίση του 2022.
Τα επόμενα βήματα
Παρά ταύτα, η ΕΚΤ δεν αναμένεται να ανοίξει τα χαρτιά της για τις επόμενες κινήσεις στη συνεδρίαση της Πέμπτης. Η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή, καθώς κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια το τέλος της κρίσης ή την πορεία της μέχρι να υπάρξει κάποια λύση.
Μια πιθανή επιστροφή στις πολεμικές επιχειρήσεις στο Ιράν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των τιμών της ενέργειας, καθιστώντας βαρύτερες τις συνέπειες για την Ευρώπη.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει ως χρονικό όριο το τέλος Ιουλίου, πριν αναθεωρήσει προς το δυσμενέστερο τα σενάριά της για την ΕΕ. Μετά από αυτό το σημείο, οι προβλέψεις θα μπορούσαν να αλλάξουν, αναγκάζοντας κράτη και ευρωπαϊκούς θεσμούς να επανεξετάσουν τη στάση τους απέναντι στην κρίση.
Πέραν των αποφάσεων για τα επιτόκια, η ΕΚΤ θα πρέπει να παρακολουθεί σταθερά δύο ακόμη κρίσιμους παράγοντες: την ισοτιμία ευρώ-δολαρίου, η οποία υποχώρησε απότομα την Παρασκευή, και τις κινήσεις της Fed. Η αμερικανική κεντρική τράπεζα παραμένει σε στάση αναμονής, αν και ενισχύονται οι φωνές που ζητούν ακόμη και μείωση των επιτοκίων του δολαρίου.
Capital.gr