Ανθεκτικές ως προς τη φερεγγυότητα και τη ρευστότητα εμφανίζονται σε γενικές γραμμές οι τράπεζες της Ευρωζώνης, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των γεωπολιτικών stress tests της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η ΕΚΤ προειδοποιεί, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού, καθώς εντόπισε αδυναμίες στα πλαίσια προσομοίωσης και υπερβολικά αισιόδοξες παραδοχές σε ορισμένα σχέδια αντιμετώπισης κρίσεων.
Στην άσκηση συμμετείχαν 110 τράπεζες της Ευρωζώνης, οι οποίες κλήθηκαν να αναπτύξουν γεωπολιτικά σενάρια ικανά να προκαλέσουν μείωση του δείκτη κεφαλαίου CET1 κατά 300 μονάδες βάσης.
Οι περισσότερες τράπεζες διατήρησαν τους κεφαλαιακούς δείκτες τους πάνω από τις ελάχιστες κανονιστικές απαιτήσεις. Τα προτεινόμενα μέτρα διαχείρισης υπολογίζεται ότι θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν το 55% της αρνητικής επίδρασης στο κεφάλαιο.
Η άσκηση δεν είχε χαρακτήρα επιτυχίας ή αποτυχίας, αλλά στόχευε στην ενίσχυση της ετοιμότητας των τραπεζών απέναντι σε στρατιωτικές συγκρούσεις, εμπορικούς πολέμους, διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και κυβερνοεπιθέσεις.
Κάθε τράπεζα θα λάβει εξατομικευμένη αξιολόγηση από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό, στην οποία θα περιλαμβάνονται βασικές παρατηρήσεις για την επίδοσή της. Θα ακολουθήσουν συναντήσεις με τις διοικήσεις για συζήτηση των τομέων που χρειάζονται βελτίωση.
Αντίστροφη άσκηση προσομοίωσης
Η ΕΚΤ δημοσίευσε τα αποτελέσματα της θεματικής αντίστροφης άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2026 για τους γεωπολιτικούς κινδύνους.
Η άσκηση εντάσσεται στο ευρύτερο εποπτικό έργο της ΕΚΤ για τον γεωπολιτικό κίνδυνο, ο οποίος αποτελεί προτεραιότητα για την περίοδο 2026-2028. Στόχος είναι να ενισχυθεί η ικανότητα των τραπεζών να διαχειρίζονται κινδύνους και να πραγματοποιούν αξιόπιστες προσομοιώσεις σε συνθήκες αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Τα αποτελέσματα δεν θα οδηγήσουν σε προσαρμογές στις κατευθύνσεις του Πυλώνα 2 ούτε στις κατευθύνσεις για τον δείκτη μόχλευσης του Πυλώνα 2.
Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές ασκήσεις, όπου όλες οι τράπεζες εξετάζονται βάσει ενός κοινού δυσμενούς σεναρίου, στο reverse stress test κάθε ίδρυμα κλήθηκε να εντοπίσει τα γεωπολιτικά γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν ουσιαστικά τη δική του κεφαλαιακή θέση.
Οι τράπεζες κατάφεραν γενικά να παρουσιάσουν οικονομικά ουσιαστικά σενάρια, προσαρμοσμένα στις επιμέρους ευπάθειες και στα επιχειρηματικά τους μοντέλα.
Πού εντόπισε αδυναμίες η ΕΚΤ
Η άσκηση ανέδειξε τομείς στους οποίους απαιτούνται περαιτέρω βελτιώσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η λεπτομέρεια και η ευαισθησία των αξιολογήσεων κινδύνου, καθώς και η συνέπεια μεταξύ της περιγραφής των σεναρίων και των συνεπειών τους στη φερεγγυότητα και στη ρευστότητα.
Προβληματισμός καταγράφηκε επίσης για τον ρεαλισμό ορισμένων μέτρων μετριασμού, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις γενικευμένης κρίσης που θα προκαλούνταν από σοβαρή γεωπολιτική ένταση.
Οι τράπεζες κλήθηκαν να αναπτύξουν σενάρια που θα οδηγούσαν σε μείωση του δείκτη CET1 κατά 300 μονάδες βάσης. Η προσέγγιση αυτή επέτρεψε στην ΕΚΤ να αξιολογήσει την ικανότητά τους να αναλύουν τον τρόπο με τον οποίο οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι θα επηρέαζαν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα.
Γιατί επελέγησαν οι 300 μονάδες βάσης
Ο στόχος μείωσης κατά 300 μονάδες βάσης επελέγη ώστε να αποτυπώνει μια σημαντική κεφαλαιακή επιβάρυνση σε επίπεδο τραπεζικού συστήματος, αντίστοιχη με ιστορικές περιόδους κρίσης.
Τα τελευταία 15 έως 20 χρόνια έχει καταγραφεί διάμεση επίδραση περίπου 225-250 μονάδων βάσης στους ευρωπαϊκούς τραπεζικούς τομείς που παρουσίασαν μείωση κεφαλαίου μέσα σε ένα έτος.
Η περίοδος αυτή περιλαμβάνει τόσο την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση όσο και την κρίση δημόσιου χρέους της Ευρωζώνης. Ως εκ τούτου, ο στόχος των 300 μονάδων βάσης θεωρήθηκε συντηρητικός, χωρίς όμως να είναι υπερβολικά αυστηρός.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ορισμένες τράπεζες με σημαντικές δραστηριότητες στην επενδυτική τραπεζική και στη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων θεώρησαν ότι η μείωση κατά 300 μονάδες βάσης ήταν περιορισμένη σε σχέση με το μέγεθος των κεφαλαίων τους. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποίησαν σενάρια με υποχώρηση του CET1 άνω των 400 ή 500 μονάδων βάσης.
Τα γεωπολιτικά σενάρια
Οι 110 τράπεζες ανέπτυξαν ευρύ φάσμα σεναρίων, στα οποία περιλαμβάνονταν:
- στρατιωτικές συγκρούσεις,
- εμπορικές και ενεργειακές κρίσεις,
- διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας,
- οικονομικές κυρώσεις,
- μακροοικονομικά σοκ,
- κυβερνοεπιθέσεις.
Οι στρατιωτικές συγκρούσεις, οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και οι επιπτώσεις στη μακροοικονομική και χρηματοοικονομική εμπιστοσύνη ήταν τα συχνότερα γεγονότα. Περιλαμβάνονταν στα σενάρια του 60%-70% των τραπεζών.
Οι τράπεζες έπρεπε να εξετάσουν τρία βασικά κανάλια μετάδοσης του κινδύνου: τις χρηματοπιστωτικές αγορές, την πραγματική οικονομία και την ασφάλεια.
Οι περισσότερες ανέδειξαν την πραγματική οικονομία ως το βασικό κανάλι μετάδοσης, με τις επιπτώσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές να ακολουθούν.
Στα σενάρια στρατιωτικών συγκρούσεων και κυβερνοεπιθέσεων, σημαντικό ρόλο είχε το κανάλι ασφάλειας, το οποίο περιλαμβάνει φυσικούς κινδύνους, κυβερνοαπειλές και υβριδικές απειλές.
Πιστωτικός κίνδυνος και κερδοφορία
Σε όλα τα σενάρια, οι πιέσεις στον πιστωτικό κίνδυνο και στην κερδοφορία αποτέλεσαν βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων η γεωπολιτική ένταση επηρέασε τα κεφάλαια των τραπεζών.
Οι ζημιές από την απομείωση δανείων εμφανίστηκαν ως σημαντικός κίνδυνος, ιδιαίτερα σε τομείς που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στις γεωπολιτικές εξελίξεις, όπως η μεταποίηση, η ενέργεια και οι μεταφορές.
Στις τράπεζες με μεγάλα χαρτοφυλάκια συναλλαγών, η μείωση των προμηθειών και των εσόδων από συναλλαγές συνέβαλε επίσης στη διάβρωση του κεφαλαίου.
Οι πιέσεις στη ρευστότητα
Οι θέσεις ρευστότητας των τραπεζών παρέμειναν γενικά πάνω από τις ελάχιστες κανονιστικές απαιτήσεις.
Πολλές τράπεζες αποτύπωσαν με εύλογο τρόπο τη μετάδοση των γεωπολιτικών γεγονότων στη ρευστότητα και στη χρηματοδότησή τους. Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις καταγράφηκε περιορισμένη αντίδραση των δεικτών ρευστότητας, παρά τη σημαντική κεφαλαιακή μείωση που προέβλεπε το σενάριο.
Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι οι πιέσεις στη φερεγγυότητα και στη ρευστότητα είναι συχνά στενά συνδεδεμένες κατά τη διάρκεια μιας κρίσης. Για τον λόγο αυτό θα παρακολουθήσει τις εμπλεκόμενες τράπεζες, ώστε να βελτιώσουν τα πλαίσια προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων.
Τα μέτρα θωράκισης των τραπεζών
Κάθε τράπεζα κλήθηκε να προσδιορίσει τα μέτρα διαχείρισης που θα εφάρμοζε εάν υλοποιούνταν το δυσμενές γεωπολιτικό σενάριο.
Τα μέτρα περιλάμβαναν άντληση νέων κεφαλαίων, πώληση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, περιορισμό του κόστους και προσαρμογή των μερισμάτων.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι προτεινόμενες ενέργειες θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν το 55% της κεφαλαιακής επίπτωσης των 300 μονάδων βάσης.
Ο μέσος δείκτης CET1 των τραπεζών ανερχόταν στο 15,5% στα τέλη του 2025. Χωρίς τη λήψη μέτρων, εκτιμάται ότι θα υποχωρούσε στο 12,1%. Με την εφαρμογή των σχεδίων μετριασμού, η πτώση θα περιοριζόταν στο 13,6%.
Αισιόδοξες παραδοχές σε ορισμένα σχέδια
Η ΕΚΤ έκρινε ότι οι περισσότερες προτεινόμενες ενέργειες ήταν εύλογες και προσαρμοσμένες στα αντίστοιχα σενάρια.
Εντόπισε, ωστόσο, περιπτώσεις στις οποίες οι παραδοχές των τραπεζών ήταν υπερβολικά αισιόδοξες. Μεταξύ αυτών ήταν η δυνατότητα πώλησης χαρτοφυλακίων δανείων ή άντλησης κεφαλαίων σε ιδιαίτερα ευνοϊκές τιμές υπό δυσμενείς συνθήκες αγοράς.
Οι εποπτικές Αρχές θα συζητήσουν τα ευρήματα με τις τράπεζες στο πλαίσιο του διαλόγου για τον κεφαλαιακό σχεδιασμό και τα σχέδια ανάκαμψης.
Η ΕΚΤ υπογραμμίζει, τέλος, τον κεντρικό ρόλο των διοικητικών συμβουλίων στη διασφάλιση ότι η ανάλυση σεναρίων και ο σχεδιασμός έκτακτης ανάγκης ενσωματώνονται ορθά στη λειτουργία των τραπεζών.