Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα νέο καλοκαιρινό δίλημμα: πώς θα προστατευθεί από τις ολοένα υψηλότερες θερμοκρασίες χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω το ενεργειακό σύστημα και το κλίμα. Για δεκαετίες ο κλιματισμός θεωρούνταν σε μεγάλο μέρος της ηπείρου περιττή πολυτέλεια ή ακόμα και σύμβολο αμερικανικής υπερβολής. Όμως οι ακραίοι καύσωνες, η κλιματική αλλαγή και οι αυξανόμενοι θάνατοι από τη ζέστη αλλάζουν σταδιακά τη στάση των Ευρωπαίων.
Η Γενεύη, όπως και πολλές άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, βίωσε αυτό το καλοκαίρι θερμοκρασίες που πλησίασαν τους 40 βαθμούς Κελσίου. Σε τέτοιες συνθήκες, η άσφαλτος λιώνει, τα ζώα αναζητούν απεγνωσμένα σκιά και οι άνθρωποι προσπαθούν να βρουν τρόπους να δροσιστούν. Ωστόσο, για πολλούς κατοίκους της Βόρειας Ευρώπης, η λύση δεν είναι ακόμη το κλιματιστικό. “Πήγα για κολύμπι. Αυτό ήταν το δικό μου κλιματιστικό”, δηλώνει χαρακτηριστικά η συνταξιούχος ψυχολόγος Βερονίκ Χάιναλ.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ότι η Ευρώπη θερμαίνεται με πρωτοφανή ταχύτητα. Το Παρίσι και το Βερολίνο “άγγιξαν” φέτος τους 40 βαθμούς, ενώ μεγάλα τμήματα της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Ισπανίας βιώνουν συνθήκες που θυμίζουν την Αριζόνα και τη Νεβάδα. Παράλληλα, ακόμα και βορειότερες πόλεις, όπως το Ελσίνκι και η Βαρσοβία, καταγράφουν νέα ρεκόρ θερμοκρασίας.
Το κόστος της υπερθέρμανσης είναι ήδη βαρύ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους από τη ζέστη στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Μόνο τον Ιούνιο, η Ισπανία κατέγραψε 1.028 θανάτους που συνδέονται με τον καύσωνα, τον υψηλότερο αριθμό για τον συγκεκριμένο μήνα από τότε που ξεκίνησαν οι καταγραφές το 2015. Στη Γερμανία ένα κύμα ζέστης τον ίδιο μήνα εκτιμάται ότι προκάλεσε περισσότερους από 5.000 θανάτους.
Αυξάνονται, την ίδια στιγμή, οι λεγόμενες “τροπικές νύχτες”, κατά τις οποίες η θερμοκρασία δεν πέφτει κάτω από τους 20 βαθμούς Κελσίου, δυσκολεύοντας τον ύπνο και την αποκατάσταση του ανθρώπινου οργανισμού. Ο κλιματολόγος Κριστόφ Κασού από το Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας προειδοποιεί ότι ακόμα και πόλεις της Βόρειας Ευρώπης ενδέχεται να ξεπεράσουν το συμβολικό όριο των 50 βαθμών Κελσίου στο μέλλον.
Αντίσταση
Παρά την κλιματική πίεση, η χρήση κλιματιστικών στην Ευρώπη παραμένει πολύ πιο περιορισμένη σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 2022 το 78% των αμερικανικών νοικοκυριών διέθετε κλιματισμό, έναντι μόλις 19% στην Ευρώπη, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας. Εάν εξαιρεθούν οι μεσογειακές χώρες, το ποσοστό μειώνεται ακόμα περισσότερο. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, μόλις το 6% των κατοικιών διαθέτει συστήματα ψύξης, με το ποσοστό να αναμένεται να αυξηθεί μόλις στο 8% έως το 2030.
Η αντίσταση στον κλιματισμό δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και πολιτισμική. Σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες εξακολουθεί να θεωρείται υπερβολή, μια συνήθεια που συνδέεται με την αμερικανική κουλτούρα κατανάλωσης ενέργειας. Οι επικριτές επισημαίνουν ότι τα κλιματιστικά αυξάνουν την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και αποβάλλουν θερμό αέρα στους δρόμους, επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο το αστικό περιβάλλον.
Αντί για μαζική εγκατάσταση κλιματιστικών, αρκετοί ειδικοί προτείνουν παθητικές λύσεις ψύξης: καλύτερη μόνωση κτιρίων, πράσινες στέγες, σύγχρονα παράθυρα και αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις οι οποίες περιορίζουν την έκθεση στον ήλιο. Όπως επισημαίνουν, η Ευρώπη διαθέτει ήδη μια παράδοση προσαρμογής στη ζέστη. Τα παλιά κτίρια με τους χοντρούς πέτρινους τοίχους, τα στενά δρομάκια, τα παντζούρια και τα ψηλά ταβάνια σχεδιάστηκαν ακριβώς για να αντιμετωπίζουν τις υψηλές θερμοκρασίες.
Ωστόσο η κλιματική αλλαγή δοκιμάζει πλέον ακόμα και αυτές τις παραδοσιακές λύσεις. Όταν η ζέστη διαρκεί για πολλές ημέρες, η θερμότητα εισχωρεί στα κτίρια και παραμένει εγκλωβισμένη. Στη Γερμανία πολλά σχολεία δεν διαθέτουν κλιματισμό και αναγκάζονται να διακόπτουν νωρίτερα τα μαθήματα όταν οι αίθουσες γίνονται αφόρητες. Στην Ισπανία οι Αρχές προσαρμόζουν τα ωράρια λειτουργίας ώστε να αποφεύγονται οι πιο θερμές ώρες της ημέρας.
Η ζήτηση για κλιματιστικά έχει εκτοξευθεί φέτος σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σε γαλλικά καταστήματα καταγράφηκαν ακόμα και διαμάχες για τις τελευταίες διαθέσιμες συσκευές, ενώ στη Γερμανία μεγάλες αλυσίδες ανακοίνωσαν ότι τα αποθέματα κλιματιστικών και ανεμιστήρων εξαντλήθηκαν.
Η συζήτηση έχει αποκτήσει και πολιτική διάσταση. Τα κόμματα της Αριστεράς συχνά υποστηρίζουν πιο ήπιες λύσεις, όπως η δενδροφύτευση και η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων, ενώ συντηρητικές δυνάμεις τάσσονται υπέρ της ευρύτερης χρήσης κλιματιστικών. Στη Βρετανία το κεντροδεξιό Συντηρητικό Ενωτικό Κόμμα υιοθέτησε το σύνθημα “Make Britain Cool Again”, ενώ στη Γαλλία ο ακροδεξιός Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λεπέν προωθεί την εγκατάσταση κλιματιστικών ως άμεση απάντηση στους θερμότερους καλοκαιρινούς μήνες.
Εργαλείο
Ακόμα και στον ευρωπαϊκό Νότο, πάντως, η σχέση με το κλιματιστικό παραμένει σύνθετη. Στην Αθήνα τα ταξί τα οποία εξυπηρετούν πολλούς ξένους επισκέπτες συνήθως λειτουργούν με το κλιματιστικό σε πλήρη ισχύ. Σε μικρότερες πόλεις, ωστόσο, αρκετοί οδηγοί εξακολουθούν να προτιμούν τα ανοιχτά παράθυρα.
Στα ξενοδοχεία της Ελλάδας ο κλιματισμός έχει πλέον γίνει σχεδόν αυτονόητος, σε αντίθεση με το παρελθόν. Το ξενοδοχείο Attalos στο κέντρο της Αθήνας εγκατέστησε κλιματισμό σε όλους τους χώρους του περίπου το 2010. Η παροχή κλιματιζόμενου αέρα σήμερα αποτελεί βασικό κριτήριο για τους επισκέπτες. Στα σπίτια τους, όμως, πολλοί Έλληνες εξακολουθούν να χρησιμοποιούν το κλιματιστικό μόνο στις πιο ακραίες ημέρες, επιλέγοντας στη θέση τους ανεμιστήρες και νυχτερινό αερισμό κατοικιών.
Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια δύσκολη ισορροπία: να προσαρμοστεί σε ένα θερμότερο κλίμα χωρίς να δημιουργήσει νέα ενεργειακά προβλήματα. Το κλιματιστικό, από σύμβολο υπερκατανάλωσης, εξελίσσεται σταδιακά σε εργαλείο προστασίας της δημόσιας υγείας. Η επανάσταση της ψύξης φαίνεται πως μόλις ξεκινά.
Απόδοση – Επιμέλεια: Γιώργος Δ. Παυλόπουλος