Άλλη μια -τελευταία- προσπάθεια για να επιτευχθεί ευρεία συναίνεση μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, στη βάση της πρότασης που κατέθεσε για στοχευμένη ελάφρυνση της αναλογιστικής μείωσης για πρόωρη συνταξιοδότηση, θα καταβάλει ο Υπουργός Εργασίας Γιάννης Παναγιώτου.

Αυτό ανέφερε χθες ο ίδιος, σε συνάντηση που είχε με τα μέλη της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας, διευκρινίζοντας όμως ότι εάν δεν υπάρξει κοινά αποδεκτή θέση δεν προτίθεται, τουλάχιστον πριν  την ολοκλήρωση της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, να καταθέσει σχετικό νομοσχέδιο για το ζήτημα.

Αναφορές οι οποίες ρίχνουν στην ουσία την μπάλα για τυχόν αλλαγές στο λεγόμενο πέναλτι του 12% για όσους συνταξιοδοτούνται στο 63ο έτος της ηλικίας αντί στο 65ο, που είναι η συντάξιμη ηλικία, στο γήπεδο των συντεχνιών ΣΕΚ και ΠΕΟ, οι οποίες δεν έχουν αποδεχτεί την τελευταία πρόταση του υπουργού, με την οποία συμφώνησαν οι συντεχνίες ΠΑΣΥΔΥ, ΔΕΟΚ αλλά και οι εργοδοτικοί σύνδεσμοι (ΟΕΒ και ΚΕΒΕ).

Σε διαφορετική περίπτωση, ο Υπουργός Εργασίας παρέπεμψε για συνέχιση της συζήτησης μετά την ολοκλήρωση της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, που αναμένεται τους πρώτους μήνες του 2026.

Πίεση σε ΣΕΚ και ΠΕΟ

Ο κ. Παναγιώτου προχώρησε σε μια σύντομη αναδρομή, αναφέροντας πως, σύμφωνα με την προεκλογική της δέσμευση, η Κυβέρνηση, με την ανάληψη των καθηκόντων της, προχώρησε σε αναλογιστική μελέτη στη βάση της οποίας διαμορφώθηκε πρόταση προς τους κοινωνικούς εταίρους, η οποία μετά από επισημάνσεις επικαιροποιήθηκε και επανακατατέθηκε.

Είπε πως με την πρόταση συμφωνούν οι συντεχνίες ΠΑΣΥΔΥ και ΔΕΟΚ, όπως και οι εργοδοτικές οργανώσεις ΟΕΒ και ΚΕΒΕ, ενώ διαφωνούν οι ΣΕΚ και ΠΕΟ. Κατέγραψε την πρόθεση της Κυβέρνησης για συνέχιση του διαλόγου, με στόχο, όπως είπε, να καταλήξουμε σε μια κοινά αποδεκτή πρόταση, «εξέλιξη που θα διευκολύνει πολύ και την κοινοβουλευτική συζήτηση, λαμβάνοντας υπόψη ότι επιφυλάξεις και διαφωνίες εκφράζονται στην παρούσα φάση από τις δύο μεγαλύτερες συνδικαλιστικές οργανώσεις». Ωστόσο, πρόσθεσε πως «εάν αυτό δεν καταστεί εφικτό θα χρειαστεί να επικεντρωθούμε στη μεγάλη προσπάθεια που θα καταβληθεί για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση και για αυτό το ζήτημα να επανέλθουμε αναλόγως».

Παρέμβαση από Καυκαλιά

Η αναφορά προκάλεσε την αντίδραση του προέδρου της Επιτροπής Εργασίας Αντρέα Καυκαλιά, ο οποίος κάλεσε τον υπουργό να καταθέσει την πρότασή του για το 12%, αφού την αναμένει η κοινωνία, όπως είπε. Σημείωσε, ακόμα, πως δεν πρέπει το θέμα να συνδεθεί με τη μεταρρύθμιση και ανεξαρτήτως εάν η πρόταση είναι κοινά αποδεκτή πρέπει να κατατεθεί και να αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους, του συνδικαλιστικού κινήματος περιλαμβανομένου, ώστε να δοθεί η ευκαιρία τοποθετήσεων και από τα κόμματα.

Ο υπουργός συμφώνησε πως δεν πρέπει να συνδεθεί το θέμα με τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, για ένα θέμα που, όπως είπε, είναι ρυθμισμένο εδώ και 10 και πλέον χρόνια από την τότε Κυβέρνηση. Είπε ακόμα πως μια στοχευμένη ελάφρυνση στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του ΤΚΑ, που κατέδειξε η αναλογιστική μελέτη, αποτελεί την επιδίωξη της Κυβέρνησης. Επισήμανε, ωστόσο, ότι «εάν σήμερα δεν είναι εφικτό να προσεγγιστεί μια κοινά αποδεκτή εισήγηση δεν θεωρώ ότι αυτό θα είναι εφικτό σε έξι ή σε οκτώ μήνες», οπόταν ενδεχομένως μετά από τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση να μπορέσει η κυβέρνηση να επανέλθει. Όπως εξήγησε, δεν είναι πρόθεση της Κυβέρνησης να καταθέσει ένα νομοσχέδιο το οποίο μπορεί να εκτιμηθεί εκ των προτέρων ότι δεν έχει σημαντικές προοπτικές για υιοθέτηση από την πλειοψηφία της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Αν δεχόσασταν…

Ο κ. Παναγιώτου είπε ακόμα πως εάν η πρόταση που κατέθεσε στους κοινωνικούς εταίρους γινόταν αποδεκτή από όλους και εάν ήταν σε εφαρμογή σήμερα, τότε σχεδόν 15 χιλιάδες συνταξιούχοι οι οποίοι έχουν υποστεί την αναλογιστική μείωση τα προηγούμενα χρόνια και που αποτελούν ποσοστό 30% του συνόλου όσων έχουν επηρεαστεί θα απολάμβαναν της ελάφρυνσης που ανέρχεται σε σχεδόν 800 ευρώ ετησίως, που για τους περισσότερους ισοδυναμεί με περίπου ακόμη μία σύνταξη ετησίως.

Όμως, επειδή στην πολιτική, είπε, χρειάζεται οι αποφάσεις που λαμβάνονται να είναι προϊόν κοινωνικού διαλόγου και να συγκεντρώνουν την ευρύτερη δυνατή συναίνεση, σήμερα βρισκόμαστε στο σημείο όπου τέσσερις οργανώσεις (ΚΕΒΕ, ΟΕΒ, ΠΑΣΥΔΥ και ΔΕΟΚ) έχουν αποδεχτεί αυτήν την πρόταση, ενώ ΣΕΚ και ΠΕΟ δεν την έχουν αποδεχτεί.

«Σε καμία περίπτωση, έχοντας να διαχειριστώ μια σειρά από ευαίσθητα εργασιακά ζητήματα, δεν έχω την πρόθεση να θέσω ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου ένα νομοσχέδιο το οποίο θα οδηγηθεί ενώπιον της Βουλής χωρίς να υπάρχουν σημαντικές προοπτικές θετικής αποδοχής και να δημιουργήσω έτσι ένα αντιπαραθετικό κλίμα μεταξύ των κοινωνικών εταίρων με τους οποίους έχουμε να συνεργαστούμε για πάρα πολλά ζητήματα τα οποία είναι άμεσα συνυφασμένα με την ομαλότητα και σταθερότητα της κυπριακής οικονομίας», ανέφερε.

Τις επαφές, πάντως, των συντεχνιών που διαφωνούν με τα κόμματα επιβεβαίωσε χθες ο βουλευτής του ΔΗΣΥ Ονούφριος Κουλά, ο οποίος απαντώντας και σε αναφορά του βουλευτή του ΑΚΕΛ Χρίστου Χριστόφια για το πού βρίσκεται σήμερα ο διάλογος και ποια είναι η διελκυστίνδα είπε πως δεν γνωρίζει εάν το ΑΚΕΛ δεν συντονίστηκε με την ΠΕΟ αλλά ο ΔΗΣΥ έχει μια πληροφόρηση από την ΣΕΚ. Με τον κ. Κουλά να σημειώνει πως βρίσκουν ότι κάποιες από τις θέσεις της ΣΕΚ έχουν στοιχεία που αποτελούν σημαντική και σοβαρή ένσταση της συντεχνίας. Ανέφερε ακόμα πως «στο δικό του το μυαλό» βεβαίως το συγκεκριμένο θέμα εντάσσεται στην ευρύτερη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση και ίσως είναι εκεί που έπρεπε εξαρχής εικάζοντας πως αυτή είναι και η άποψη της ΣΕΚ.

Διυπουργική από βδομάδας

Για το θέμα της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, το οποίο ήταν ένα από τα τρία θέματα που συζήτησε χθες η Επιτροπή Εργασίας με τον κ. Παναγιώτου, ο τελευταίος επανέλαβε πως στόχος είναι να υπάρξει κατάθεση των μεταρρυθμιστικών νομοσχεδίων έως το τέλος του 2025 ή και νωρίτερα. «Έχει τεθεί ως χρονικό ορόσημο για την κατάθεση των μεταρρυθμιστικών νομοσχεδίων στη Βουλή των Αντιπροσώπων το τέλος του 2025, αλλά επιδίωξη μας θα είναι αυτό να γίνει όσο το δυνατόν ενωρίτερα ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας να ολοκληρώσει τη συζήτηση μέσα στο πρώτο μισό του 2026 λαμβάνοντας υπόψη και τις επικείμενες εκλογές» είπε ο υπουργός, εννοώντας τις βουλευτικές εκλογές του 2026.

Είπε ακόμα πως για τον προγραμματισμό έχει ήδη ενημερωθεί το Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα και δεν απέκλεισε την ερχόμενη εβδομάδα να τεθεί ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου η πρόταση του Υπουργείου Εργασίας για το πλαίσιο της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης και για τη σύσταση της αρμόδιας διυπουργικής επιτροπής για τον κυβερνητικό συντονισμό που θα απαιτηθεί.

Αναφερόμενος στους «φιλόδοξους στόχους» της μεταρρύθμισης, για την οποία θα υπάρξει τεχνική υποστήριξη από το ILO,  είπε πως αυτοί αφορούν την ενίσχυση της επάρκειας των συντάξεων που καταβάλλονται από το ΤΚΑ, τον εξορθολογισμό της επενδυτικής πολιτικής του Ταμείου για περαιτέρω βελτίωση της βιωσιμότητας του και στην περαιτέρω αξιοποίηση  των δυνατοτήτων που παρέχονται από το δεύτερο και τον τρίτο ασφαλιστικό πυλώνα για ενίσχυση των εισοδημάτων μετά την συνταξιοδότηση.