Δεδομένη θεωρεί την αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την ερχόμενη Πέμπτη ο οικονομολόγος Τάσος Γιασεμίδης, λόγω του αυξανόμενου πληθωρισμού και των πιέσεων που συνεχίζουν να ασκούνται στην ευρωπαϊκή οικονομία.

Σε δηλώσεις του στο ΚΥΠΕ, ο κ. Γιασεμίδης ανέφερε ότι, αν και ο πληθωρισμός έχει αποκλιμακωθεί σε σχέση με τα ιστορικά υψηλά των προηγούμενων ετών, εξακολουθεί να παραμένει πάνω από τον στόχο του 2%, προκαλώντας ανησυχία στις αγορές και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Όπως σημείωσε, η ΕΚΤ θεωρεί ότι όσο οι τιμές παραμένουν υψηλές απαιτείται αυστηρή νομισματική πολιτική, ακόμη και αν αυτή επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα.

Ο κ. Γιασεμίδης ανέφερε ότι ο πληθωρισμός εξακολουθεί να πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενώ η οικονομική ανάπτυξη εμφανίζεται αναιμική, επικαλούμενος τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, εκφράζονται φόβοι ότι η ευρωζώνη κινδυνεύει να εισέλθει σε περίοδο στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή σε μια κατάσταση όπου συνυπάρχουν υψηλός πληθωρισμός, χαμηλή ανάπτυξη και αυξημένη ανεργία.

Πρόκειται, όπως ανέφερε, για ένα από τα δυσκολότερα οικονομικά φαινόμενα, καθώς οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες δυσκολεύονται να το αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά. Αν αυξήσουν τα επιτόκια για να περιορίσουν τις τιμές, επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα, ενώ αν χαλαρώσουν τη νομισματική πολιτική για να στηρίξουν την ανάπτυξη, υπάρχει κίνδυνος νέας ανόδου του πληθωρισμού.

Ο κ. Γιασεμίδης εκτίμησε ότι η ευρωπαϊκή οικονομία εμφανίζει ήδη αρκετά χαρακτηριστικά στασιμοπληθωρισμού. Η βιομηχανική παραγωγή σε πολλές χώρες επιβραδύνεται, οι επενδύσεις περιορίζονται και η καταναλωτική εμπιστοσύνη παραμένει χαμηλή, ενώ οι τιμές της ενέργειας, των τροφίμων και άλλων βασικών αγαθών συνεχίζουν να πιέζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Σε αυτό το περιβάλλον, μια νέα αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ θα μπορούσε, όπως είπε, να επιδεινώσει την κατάσταση, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τη ρευστότητα στην αγορά και καθιστώντας ακριβότερη τη χρηματοδότηση για επιχειρήσεις και πολίτες.

Πιέσεις σε επιχειρήσεις και κατανάλωση

Ο κ. Γιασεμίδης ανέφερε ότι η αύξηση των επιτοκίων οδηγεί σε υψηλότερο κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αναβολή επενδύσεων, περιορισμό προσλήψεων και μείωση της παραγωγής.

Σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, όπου η οικονομία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις μικρές επιχειρήσεις, οι συνέπειες μπορεί να είναι ιδιαίτερα έντονες, σημείωσε.

Παράλληλα, η αύξηση των επιτοκίων επηρεάζει άμεσα την κατανάλωση. Όταν αυξάνονται οι δόσεις των δανείων, οι πολίτες διαθέτουν λιγότερα χρήματα για αγορές και υπηρεσίες, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ζήτηση στην αγορά.

Η εξέλιξη αυτή πλήττει το λιανεμπόριο, την εστίαση, τον τουρισμό και πολλούς άλλους κλάδους της οικονομίας, σύμφωνα με τον κ. Γιασεμίδη. Οι μεγαλύτερες συνέπειες αφορούν τους δανειολήπτες, ιδιαίτερα όσους έχουν δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο.

Όπως ανέφερε, η αύξηση του κόστους ζωής και των δανειακών υποχρεώσεων επιβαρύνει κυρίως τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Οι νέοι εργαζόμενοι, οι οικογένειες με παιδιά και οι μικρομεσαίοι επαγγελματίες βρίσκονται σε δυσκολότερη θέση, καθώς βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται συνεχώς.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η αβεβαιότητα για το μέλλον επηρεάζει και την ψυχολογία των πολιτών, οι οποίοι περιορίζουν ακόμη περισσότερο τις δαπάνες τους. Αυτή η συμπεριφορά επιβραδύνει περαιτέρω την οικονομία, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο χαμηλής ανάπτυξης και περιορισμένης κατανάλωσης.

Ενέργεια και κόστος παραγωγής

Ο κ. Γιασεμίδης αναφέρθηκε και στις επιπτώσεις από την αύξηση των τιμών του πετρελαίου, σημειώνοντας ότι έχει άμεσες συνέπειες στο κόστος μεταφορών και παραγωγής.

Όπως εξήγησε, τα καύσιμα αποτελούν βασικό στοιχείο για τη λειτουργία των μεταφορικών δικτύων που χρησιμοποιούνται για τη διακίνηση αγαθών σε παγκόσμιο επίπεδο. Όταν αυξάνεται η τιμή των καυσίμων, αυξάνεται και το κόστος μεταφοράς προϊόντων, το οποίο τελικά μεταφέρεται στους καταναλωτές.

Παράλληλα, πολλές βιομηχανίες χρησιμοποιούν πετρέλαιο ή παράγωγα πετρελαίου ως πρώτη ύλη για την παραγωγή προϊόντων, γεγονός που καθιστά τις αυξήσεις στις τιμές ενέργειας ακόμη πιο σημαντικές για την οικονομία.

Ο κ. Γιασεμίδης σημείωσε ότι το φυσικό αέριο αποτελεί επίσης κρίσιμο ενεργειακό πόρο για πολλές χώρες, ιδιαίτερα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και τη θέρμανση.

Τα τελευταία χρόνια, πολλές οικονομίες έχουν αυξήσει την εξάρτησή τους από το φυσικό αέριο, καθώς θεωρείται σχετικά καθαρότερη πηγή ενέργειας σε σύγκριση με τον άνθρακα και το πετρέλαιο.

Ωστόσο, η εξάρτηση αυτή δημιουργεί ευπάθειες, ιδιαίτερα όταν οι αγορές επηρεάζονται από γεωπολιτικές κρίσεις. Η αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου οδηγεί σε υψηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, επηρεάζοντας τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τα νοικοκυριά.

Ο κ. Γιασεμίδης ανέφερε ότι οι επόμενοι μήνες θα δείξουν κατά πόσο η διεθνής κοινότητα θα καταφέρει να περιορίσει τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης, μέσα από τη σταδιακή αποκατάσταση της παραγωγής και μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.