Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η πρόσφατη αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας από «Α-» σε «Α» από τον διεθνή οίκο αξιολόγησης Standard & Poor’s (S&P), για πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια, αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη.

Δεν αποτελεί απλώς εξωτερική επιβεβαίωση της προόδου και της ανθεκτικότητας της οικονομίας. Eνισχύει παράλληλα την αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές και μπορεί να έχει ουσιαστικό οικονομικό αντίκρισμα για πολίτες και επιχειρήσεις.

Πόσο εύκολο είναι, όμως, για μια μικρή οικονομία να αναβαθμιστεί στην βαθμίδα ‘Α’ μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, με τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας να συνεχίζονται; Τι σημαίνει στην πράξη μια τέτοια αναβάθμιση και ποια τα απτά οικονομικά οφέλη;

Και, κυρίως, μέσα από ποιους μηχανισμούς μπορούν τα οφέλη αυτά να φτάσουν στα νοικοκυριά, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), στους νέους, στους συνταξιούχους και στους αγρότες; Τέλος, τι απαιτείται ώστε η αναβάθμιση να διατηρηθεί και να αξιοποιηθεί προς όφελος της οικονομίας και της κοινωνίας μακροπρόθεσμα; Αυτά είναι τα ερωτήματα που καθορίζουν την πραγματική οικονομική και κοινωνική σημασία της αναβάθμισης.

Γιατί αναβαθμίστηκε;

Η πρόσφατη αναβάθμιση δεν αντανακλά έναν μεμονωμένο καλό δείκτη, αλλά τη συνδυασμένη και διαχρονική ενίσχυση της οικονομίας, των δημοσίων οικονομικών και του τραπεζικού συστήματος, η οποία συνδέεται, μεταξύ άλλων, με συνετή δημοσιονομική διαχείριση, που ενίσχυσε την ανθεκτικότητα της κυπριακής οικονομίας.

 – Η οικονομία αναπτύχθηκε κατά 3,8% το 2025 και η S&P προβλέπει ανάπτυξη 2,7% το 2026, ρυθμός υπερδιπλάσιος του 1,1% που προβλέπεται για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), παρά τις δυσμενείς γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή.

 – Ακόμη ισχυρότερη είναι η δημοσιονομική επίδοση: το πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο 3,4% του ΑΕΠ το 2025, το υψηλότερο στην ΕΕ, έναντι δημοσιονομικού ελλείμματος 3,1% στην ΕΕ.

 – Παράλληλα, το δημόσιο χρέος μειώθηκε στο 55% του ΑΕΠ το 2025, από το 114,9% το 2020 και αναμένεται να υποχωρήσει στο 50,4% το 2026, έχοντας ήδη υποχωρήσει κάτω από το όριο του 60% του Maastricht για πρώτη φορά από το 2010, έναντι 84,2% στην ΕΕ.

 – Η ανεργία μειώθηκε στο 4,4% το 2025, το χαμηλότερο ετήσιο επίπεδο από το 2008, έναντι κορύφωσης στο 16,1% το 2014 (πρόβλεψη για το 2026: 4,2%). Παράλληλη και ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος: οι μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις (ΜΕΧ) έχουν υποχωρήσει δραστικά στο 1,6% το 2025, από επίπεδα άνω του 45% στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας.

Η αναβάθμιση από την S&P δεν πρέπει να οδηγεί σε υποτίμηση των προκλήσεων που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η οικονομία, ούτε αποτελεί αφορμή για εφησυχασμό. Ταυτόχρονα, όμως, η βελτίωση στην ανάπτυξη, στα δημόσια οικονομικά, στο χρέος, στην απασχόληση και στο τραπεζικό σύστημα δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί συγκυριακή. Αντανακλά μια ευρύτερη πρόοδο, που συνδέεται με συνετή δημοσιονομική διαχείριση, ισχυρή ανάπτυξη και πολυετή εξυγίανση και αυστηρότερη εποπτεία του τραπεζικού συστήματος.

Το κρίσιμο ερώτημα μετατοπίζεται, επομένως, από το αν έχουν βελτιωθεί οι βασικοί δείκτες στο κατά πόσο αυτή η πρόοδος μεταφράζεται σε πραγματικά και μετρήσιμα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Υπάρχει πραγματικό αντίκρισμα;

Η αναβάθμιση δεν είναι απλώς ένας θετικός οικονομικός δείκτης. Ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές και μπορεί να έχει ευρύτερο οικονομικό και κοινωνικό αντίκρισμα για το κράτος, τις επιχειρήσεις και, σταδιακά, τα νοικοκυριά. Μια ισχυρότερη πιστοληπτική εικόνα μπορεί να μειώσει το κόστος χρηματοδότησης, να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και να διευρύνει τη βάση των διεθνών θεσμικών επενδυτών που εξετάζουν επενδύσεις στην Κύπρο.

Ένα από τα πιο άμεσα και μετρήσιμα οφέλη αφορά το κόστος χρηματοδότησης του Δημοσίου. Στο τέλος του 2025, το δημόσιο χρέος ήταν €20,08 δισ. και οι δαπάνες για τόκους €418,7 εκατ. Ενδεικτικά, μείωση κατά μία ποσοστιαία μονάδα του μέσου κόστους χρηματοδότησης στο σύνολο αυτού του χρέους αντιστοιχεί θεωρητικά σε περίπου €201 εκατ. ετησίως. Η εξοικονόμηση, όμως, δεν είναι αυτόματη, ούτε άμεση, καθώς αφορά κυρίως νέο δανεισμό και χρέος που αναχρηματοδοτείται και εξαρτάται από τις συνθήκες στις διεθνείς αγορές.

Το όφελος μπορεί να είναι ευρύτερο όταν η αυξημένη αξιοπιστία μεταδίδεται στην πραγματική οικονομία, βελτιώνοντας τους όρους χρηματοδότησης τραπεζών και επιχειρήσεων και ενισχύοντας παραγωγικές επενδύσεις σε τεχνολογία, καινοτομία, εξαγωγές και επέκταση των επιχειρήσεων. Έτσι, μπορεί να ενισχυθούν η παραγωγικότητα, η ανταγωνιστικότητα και η απασχόληση, ενώ μέρος του οφέλους μπορεί να περάσει στις ΜΜΕ και στα νοικοκυριά μέσω ευνοϊκότερης χρηματοδότησης.

Η μετάδοση αυτή, όμως, δεν είναι αυτόματη. Τα επιτόκια επηρεάζονται επίσης από τα επιτόκια της ΕΚΤ, τον πληθωρισμό, τον πιστωτικό κίνδυνο και τον ανταγωνισμό στο τραπεζικό σύστημα. Η αναβάθμιση, συνεπώς, δεν δημιουργεί από μόνη της ευημερία. Bελτιώνει όμως ουσιαστικά τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή μπορεί να δημιουργηθεί.

Πώς φθάνει το όφελος στην πραγματική οικονομία

Έχει φτάσει η βελτίωση των οικονομικών δεικτών στην καθημερινότητα; Η ισχυρή ανάπτυξη, τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, η μείωση του δημόσιου χρέους και η ισχυρότερη πιστοληπτική αξιολόγηση δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Δημιουργούν τον δημοσιονομικό χώρο και την αξιοπιστία που επιτρέπουν στο κράτος να ασκεί αποτελεσματικότερη και βιώσιμη κοινωνική και αναπτυξιακή πολιτική. Όταν, αντίθετα, η ανάπτυξη είναι ασθενής, τα ελλείμματα υψηλά και το χρέος αυξάνεται, οι δυνατότητες ουσιαστικών παρεμβάσεων περιορίζονται.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η φορολογική μεταρρύθμιση του 2026. Το αφορολόγητο αυξήθηκε, οι φορολογικές κλίμακες διευρύνθηκαν και εισήχθησαν πρόσθετες εκπτώσεις, με άμεσο όφελος για το διαθέσιμο εισόδημα πολλών νοικοκυριών.

Παράλληλα, στη στεγαστική πολιτική έχουν διατεθεί σημαντικοί πόροι για ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα νέων ζευγαριών και οικογενειών: σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία, η συνολική κυβερνητική επένδυση έχει ξεπεράσει τα €300 εκατ., ενώ προωθείται η κατασκευή νέων προσιτών κατοικιών. Στήριξη κατευθύνεται και προς την παραγωγική οικονομία.

Για τους γεωργούς εγκρίθηκαν πρόσθετα μέτρα ενίσχυσης, ενώ το 2026 συστάθηκε ο Κυπριακός Οργανισμός Ανάπτυξης Επιχειρήσεων, με σκοπό τη βελτίωση της πρόσβασης των ΜΜΕ, των νεοφυών επιχειρήσεων και των αυτοεργοδοτουμένων στη χρηματοδότηση και την αντιμετώπιση χρηματοδοτικών κενών στην αγορά.

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό νόημα των ισχυρών οικονομικών επιδόσεων: να μετατρέπονται σε μεγαλύτερη δυνατότητα άσκησης πολιτικής και, τελικά, σε υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα, περισσότερες επενδύσεις, καλύτερη πρόσβαση σε στέγαση και χρηματοδότηση και περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης. Το επόμενο βήμα είναι η ακόμη πιο στοχευμένη αξιοποίηση αυτού του δημοσιονομικού χώρου, ώστε οι διαθέσιμοι πόροι να κατευθύνονται εκεί όπου οι κοινωνικές και αναπτυξιακές ανάγκες είναι μεγαλύτερες και το όφελος για την οικονομία και την κοινωνία ουσιαστικότερο

Η αναβάθμιση ως ευκαιρία για το επόμενο βήμα

Η πετυχημένη πορεία της κυπριακής οικονομίας δεν ήταν χωρίς κόστος. Η δημοσιονομική προσαρμογή και οι μεταρρυθμίσεις των προηγούμενων ετών απαίτησαν προσπάθειες και, σε αρκετές περιπτώσεις, θυσίες από τους πολίτες.

Τα πολύ βελτιωμένα μακροοικονομικά αποτελέσματα και οι διαδοχικές αναβαθμίσεις αποτελούν, ωστόσο, ουσιαστική επιβράβευση αυτής της προσπάθειας και, κυρίως, δημιουργούν ισχυρότερες βάσεις όχι μόνο για τη σημερινή οικονομία και κοινωνία, αλλά και για τις επόμενες γενιές.

Αυτή η ισχυρότερη βάση διευρύνει τις επιλογές οικονομικής πολιτικής και δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις για επενδύσεις, στήριξη της παραγωγικής οικονομίας και στοχευμένες παρεμβάσεις προς τους πολίτες.

Το ζητούμενο πλέον είναι να αξιοποιηθεί με σύνεση και στόχευση: με διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις και αποτελεσματικότερη διάχυση των οφελών της ανάπτυξης. Έτσι, η αναβάθμιση δεν αποτελεί μόνο αναγνώριση όσων επιτεύχθηκαν, αλλά μια γερή βάση για μια πιο ανθεκτική, ανταγωνιστική και κοινωνικά βιώσιμη οικονομία για όλους.

Το στοίχημα της επόμενης μέρας

Το επόμενο στοίχημα είναι να διατηρηθεί η δυναμική της αναβάθμισης και, κυρίως, να αξιοποιηθεί με τρόπο που ενισχύει τη μακροχρόνια ανθεκτικότητα, την παραγωγική βάση της οικονομίας και την κοινωνική συνοχή, καθώς και την ευρύτερη διάχυση των οφελών της ανάπτυξης. Αυτό προϋποθέτει τρείς βασικούς πυλώνες.

 – Πρώτον, περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις και αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών. Ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος πρέπει να κατευθύνεται σε ψηφιοποίηση, καινοτομία, δεξιότητες, έρευνα, ΜΜΕ, εξαγωγές και ιδιαίτερα στην ενέργεια και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ). Η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση καθιστά την Κύπρο ιδιαίτερα ευάλωτη σε γεωπολιτικές κρίσεις, αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος και πληθωριστικές πιέσεις. Η απάντηση είναι πιο διαφοροποιημένη ανάπτυξη, υψηλότερη παραγωγικότητα, ενίσχυση των εξαγωγών και σταδιακή μείωση της ενεργειακής εξάρτησης.

 – Δεύτερον, διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η δημιουργία μεγαλύτερου δημοσιονομικού χώρου είναι σημαντική, αλλά η αξία του εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται. Η διοχέτευσή του σε μόνιμες και δύσκολα αναστρέψιμες δαπάνες μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα αντίδρασης σε μελλοντικές κρίσεις. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν το μισθολογικό κόστος και οι ανελαστικές δημόσιες δαπάνες. Η δημοσιονομική πειθαρχία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά προϋπόθεση για τη διατήρηση της δυνατότητας στήριξης της οικονομίας και κοινωνίας όταν χρειάζεται.

 – Τρίτον, ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης της ανάπτυξης. Η ισχυρότερη οικονομική επίδοση αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν τα οφέλη της διαχέονται σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας. Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (AROPE) μειώθηκε από 18,2% το 2020 σε 17,1% το 2025, έναντι 20,9% στην ΕΕ, κατατάσσοντας την Κύπρο μεταξύ των επτά χωρών με τα χαμηλότερα ποσοστά.

Ενδεικτικά, στην Ελλάδα ο αντίστοιχος δείκτης ανέρχεται στο 27,5%. Ωστόσο, η σταθεροποίησή του γύρω στο 17% δείχνει ότι απαιτούνται περαιτέρω στοχευμένες πολιτικές για το διαθέσιμο εισόδημα, την απασχόληση και την κοινωνική κινητικότητα, με τους διαθέσιμους πόρους να κατευθύνονται κατά προτεραιότητα εκεί όπου οι ανάγκες είναι μεγαλύτερες, χωρίς υπονόμευση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

* Ph.D., CMA (USA), FCPA (Aust)
Πανεπιστήμιο Κύπρου

http://www.ucy.ac.cy/~charitou.aspx 
http://ssrn.com/author=33395