Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

«Κλιματική βόμβα» €2,5 δισεκατομμυρίων απειλεί τα δημόσια οικονομικά, καθώς η Κύπρος αντιμετωπίζει σοβαρή δημοσιονομική απειλή λόγω της κλιματικής αλλαγής, με το 98% των ιστορικών ζημιών από ακραία καιρικά φαινόμενα να παραμένει ανασφάλιστο.

Η διαπίστωση – προειδοποίηση αναφέρεται στην ενδιάμεση έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου 2026. Συνοπτικά σημειώνεται ότι, στην Κύπρο, το ιστορικό ανασφάλιστο ποσοστό των άμεσων ενδεχόμενων οικονομικών ζημιών από ακραία καιρικά και κλιματικά φαινόμενα εκτιμάται στο εξαιρετικά υψηλό ποσοστό του 98% για την περίοδο 1980-2024, έναντι 80,5% κατά μέσο όρο στην ΕΕ.

Η Κύπρος συγκαταλέγεται, επομένως, στα κράτη μέλη με τη χαμηλότερη ασφαλιστική κάλυψη για τέτοιες ζημιές ή καταστροφές. Αντίθετα, σε ορισμένα κράτη μέλη όπως η Δανία, η Ολλανδία και το Βέλγιο, το ασφαλισμένο ποσοστό κυμαίνεται γύρω στο 35%.

Στην έκθεση σημειώνεται ότι, σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου Κύπρου (The Cyprus Institute), άνω του 70% των συνολικών αναγκών, περίπου €2,5 δισ., εκτιμάται ότι θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί από δημόσιους πόρους, κυρίως για την προστασία και αναβάθμιση υποδομών και για στήριξη ιδιωτικών επενδύσεων προσαρμογής.

Η εκτίμηση αυτή αφορά επενδυτικές ανάγκες προσαρμογής και δεν περιλαμβάνει ενδεχόμενες πρόσθετες λειτουργικές δαπάνες που μπορεί να προκαλέσει η κλιματική αλλαγή. Το ποσό αυτό αφορά τη συνολική επενδυτική ανάγκη της οικονομίας και δεν πρέπει να ταυτίζεται εξ ολοκλήρου με μελλοντική δημόσια δαπάνη.

Εντούτοις, από τα διαθέσιμα δημοσιονομικά στοιχεία δεν προκύπτει ολοκληρωμένη ποσοτικοποίηση του μέρους που ενδέχεται να επιβαρύνει τη Γενική Κυβέρνηση ούτε αντιστοίχισή του με την τροχιά των ΚΠΔ (Καθαρές Πρωτογενείς Δαπάνες) για την περίοδο 2027-2028.

Πόσο κοστίζει η κάθε καταστροφή

Στην ενδιάμεση έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου αναφέρεται επίσης ότι, συμπληρωματικά προς τις εκτιμήσεις των επενδυτικών αναγκών προσαρμογής, διαθέσιμες αναλύσεις του Ινστιτούτου Κύπρου, παρέχουν ενδεικτική ποσοτικοποίηση του ετήσιου οικονομικού κόστους των φυσικών κινδύνων της κλιματικής αλλαγής, σε σύγκριση με τον μακροχρόνιο μέσο όρο και σε σταθερές τιμές 2023.

Για τις επιπτώσεις στην ενεργειακή ζήτηση, τη γεωργία, τον τουρισμό και την παραγωγικότητα της εργασίας, το συνολικό ετήσιο κόστος εκτιμάται σε €49,8 εκατ. το 2026, €209,0 εκατ. το 2030 και μεταξύ €698,3 εκατ. και €1.262,3 εκατ. το 2050.

Το εύρος του 2050 οφείλεται στις δύο εναλλακτικές εκτιμήσεις για τον τουρισμό, οι οποίες δεν πρέπει να αθροίζονται. Πρόσθετες, αλλά περισσότερο αβέβαιες, επιπτώσεις αφορούν τις ενεργειακές υποδομές και την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, με εκτιμώμενο ετήσιο κόστος το 2050 ύψους €500 εκατ. και €348,5 εκατ. αντίστοιχα.

Παράλληλα, εκτιμώνται ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις που συνδέονται κυρίως με τη θνησιμότητα (€286,4 εκατ.), τη λειψυδρία (€22,9 εκατ.) και τις δασικές πυρκαγιές (€3,3 εκατ.). Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν άμεσες δημοσιονομικές δαπάνες και δεν πρέπει να αθροίζονται αδιακρίτως, αλλά παρέχουν μια ένδειξη της κλίμακας των δυνητικών οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων, καθώς και των πιθανών πιέσεων στις δημόσιες υποδομές και στις ανάγκες κρατικής παρέμβασης.

Οδικός χάρτης με δύο άξονες

Για να αποτραπεί ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο εισηγείται δύο παράλληλες κατευθύνσεις πολιτικής.

Πρώτον, την ενσωμάτωση συστηματικής αποτίμησης των κλιματικών κινδύνων στην υφιστάμενη ετήσια έκθεση Δημοσιονομικών Κινδύνων. Η αποτίμηση πρέπει να περιλαμβάνει την έκθεση των δημόσιων υποδομών, εναλλακτικά σενάρια ζημιών, τον πιθανό χρονικό ορίζοντα, τις αναμενόμενες και ακραίες δημοσιονομικές επιπτώσεις και τη σύνδεσή τους με τον Προϋπολογισμό και την τροχιά των ΚΠΔ.

Δεύτερον, απαιτείται η διαμόρφωση πλαισίου εκ των προτέρων χρηματοδότησης καταστροφικών κινδύνων. Το πλαίσιο, σημειώνεται, θα μπορούσε να συνδυάζει μέτρα πρόληψης και προσαρμογής, επαρκές δημοσιονομικό απόθεμα για συχνότερα γεγονότα περιορισμένης έκτασης, ιδιωτική ασφάλιση και αντασφάλιση για ενδιάμεσα επίπεδα ζημιών και εθνικούς ή ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης για εξαιρετικά μεγάλα γεγονότα.

Σημειώνεται επίσης ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η EIOPA (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) έχουν ήδη προτείνει ευρωπαϊκό σύστημα δύο πυλώνων, αποτελούμενο από δημόσιο-ιδιωτικό μηχανισμό αντασφάλισης και ευρωπαϊκό ταμείο χρηματοδότησης καταστροφών.