Υπάρχουν αποφάσεις που αλλάζουν μια καριέρα. Και υπάρχουν αποφάσεις που αλλάζουν μια ολόκληρη εποχή.

Την άνοιξη του 1994, ο 30χρονος Τζεφ Μπέζος βρίσκεται εκεί όπου θα ήθελαν να βρίσκονται χιλιάδες νέοι οικονομολόγοι. Είναι αντιπρόεδρος της D.E. Shaw, ενός από τα πιο πρωτοποριακά επενδυτικά σχήματα της Wall Street. Η καριέρα του εξελίσσεται με ταχύτητα, οι προοπτικές μοιάζουν απεριόριστες και τίποτα δεν προμηνύει ότι σε λίγους μήνες θα τα εγκαταλείψει όλα.

Ώσπου διαβάζει μία στατιστική. Η χρήση του διαδικτύου αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό 2.300%.

Για τους περισσότερους ήταν απλώς ένας εντυπωσιακός αριθμός. Για τον Μπέζος ήταν το σημάδι ότι γεννιόταν μια νέα οικονομία. Και πίστευε ότι είχε μόνο μία επιλογή: είτε να γίνει μέρος της είτε να περάσει την υπόλοιπη ζωή του αναρωτώμενος τι θα είχε συμβεί αν είχε τολμήσει.

Η ερώτηση που του άλλαξε τη ζωή

Πριν φύγει, συζήτησε την ιδέα του με τον ιδρυτή της D.E. Shaw, τον Ντέιβιντ Σο.

Η απάντηση δεν ήταν αρνητική. Κάθε άλλο. Ο Σο τού είπε ότι η ιδέα ήταν εξαιρετική, αλλά ίσως πιο κατάλληλη για κάποιον που δεν είχε ήδη μια τόσο επιτυχημένη επαγγελματική πορεία. Τον συμβούλεψε να πάει σπίτι, να το σκεφτεί προσεκτικά και να επιστρέψει σε δύο ημέρες με την τελική του απόφαση.

Εκείνο το διήμερο ο Μπέζος έκανε μια νοητική άσκηση που έμελλε να γίνει διάσημη.

Τη βάφτισε αργότερα «Regret Minimization Framework». Φαντάστηκε τον εαυτό του στα 80 του χρόνια και έθεσε μία μόνο ερώτηση: «Τι θα μετανιώσω περισσότερο; Ότι απέτυχα ή ότι δεν προσπάθησα ποτέ;»

Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως.

Αν αποτύγχανε, πίστευε ότι θα το ξεπερνούσε. Αν όμως άφηνε να περάσει η επανάσταση του διαδικτύου χωρίς να συμμετάσχει, αυτή η σκέψη θα τον συνόδευε για πάντα. Όπως έχει πει ο ίδιος, δεν φοβόταν την αποτυχία· φοβόταν τη μεταμέλεια.

Ένα ταξίδι προς το άγνωστο

Η παραίτηση ήταν μόνο η αρχή. Μαζί με τη σύζυγό του, Μακένζι, εγκαταλείπουν τη Νέα Υόρκη και ξεκινούν οδικώς για το Σιάτλ. Εκείνη οδηγεί. Εκείνος, στη θέση του συνοδηγού, γράφει το επιχειρηματικό σχέδιο της νέας εταιρείας πάνω στο laptop του.

Η επιλογή του Σιάτλ δεν ήταν τυχαία. Η πόλη διέθετε τεχνολογικό οικοσύστημα, πρόσβαση σε εξειδικευμένο προσωπικό και βρισκόταν κοντά σε μεγάλες αποθήκες διανομής βιβλίων.

Στις 5 Ιουλίου 1994 ιδρύεται επίσημα η εταιρεία. Αρχικά ονομάζεται Cadabra. Λίγο αργότερα ο Μπέζος την μετονομάζει σε Amazon, εμπνευσμένος από τον μεγαλύτερο ποταμό του κόσμου. Ήθελε και η εταιρεία του να γίνει η μεγαλύτερη στον κόσμο. Και έφτασε πολύ κοντά.

Γιατί βιβλία;

Η πρώτη επιχειρηματική ιδέα δεν ήταν να δημιουργήσει «το κατάστημα των πάντων». Ήταν να ανοίξει το μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο του κόσμου.

Τα βιβλία αποτελούσαν το ιδανικό προϊόν για το διαδίκτυο. Υπήρχαν εκατομμύρια διαφορετικοί τίτλοι, πολύ περισσότεροι από όσους μπορούσε να φιλοξενήσει οποιοδήποτε φυσικό κατάστημα. Το πρώτο γραφείο της Amazon ήταν ένα νοικιασμένο γκαράζ στο Μπέλβιου της Ουάσιγκτον.

Τα γραφεία ήταν κατασκευασμένα από παλιές ξύλινες πόρτες — μια συμβολική υπενθύμιση ότι κάθε δολάριο έπρεπε να πιάνει τόπο. Η κουλτούρα της λιτότητας έγινε από τότε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της εταιρείας.

Στην αρχή οι ίδιοι οι εργαζόμενοι συσκεύαζαν τα βιβλία και τα μετέφεραν στις εταιρείες ταχυμεταφορών. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το μικρό αυτό γκαράζ θα εξελισσόταν κάποτε σε μία επιχείρηση εκατομμυρίων τετραγωνικών μέτρων αποθηκών σε όλον τον κόσμο.

Οι περισσότεροι πίστευαν ότι δεν θα πετύχει

Σήμερα είναι εύκολο να θεωρεί κανείς σχεδόν αυτονόητη την επιτυχία της Amazon. Το 1994, όμως, τίποτα δεν ήταν βέβαιο.

Ο ίδιος ο Μπέζος είχε προειδοποιήσει τους πρώτους επενδυτές ότι υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να χάσουν όλα τα χρήματά τους.

Ακόμη και όταν η Amazon εισήχθη στο χρηματιστήριο και αργότερα βρέθηκε στο επίκεντρο της φούσκας των εταιρειών του διαδικτύου, οι επικριτές της προέβλεπαν ότι δεν θα επιβιώσει. Όταν η φούσκα έσκασε το 2000, η μετοχή έχασε πάνω από το 90% της αξίας της. Η εταιρεία, όμως, συνέχισε να επενδύει.

Εκεί όπου άλλοι έβλεπαν μόνο ένα ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο, ο Μπέζος έβλεπε την υποδομή πάνω στην οποία θα χτιζόταν ολόκληρη η ψηφιακή οικονομία.

Από βιβλιοπωλείο σε αυτοκρατορία

Η Amazon άρχισε να πουλά μουσική, ηλεκτρονικά, παιχνίδια και σχεδόν κάθε καταναλωτικό προϊόν.

Στη συνέχεια δημιούργησε το Kindle, αλλάζοντας ξανά την αγορά του βιβλίου. Η μεγαλύτερη όμως στρατηγική κίνηση ήταν σχεδόν αόρατη για το ευρύ κοινό.

Η δημιουργία της Amazon Web Services μετέτρεψε την εταιρεία σε παγκόσμιο ηγέτη του cloud computing, παρέχοντας την ψηφιακή υποδομή πάνω στην οποία λειτουργούν σήμερα χιλιάδες επιχειρήσεις, εφαρμογές και ιστοσελίδες.

Η Amazon έπαψε να είναι εταιρεία λιανικής. Έγινε εταιρεία τεχνολογίας.

Ο κύκλος που έκλεισε την ίδια ημέρα

Στις 5 Ιουλίου 2021, ακριβώς 27 χρόνια μετά την ίδρυση της Amazon, ο Τζεφ Μπέζος παρέδωσε τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου στον Άντι Τζάσι, παραμένοντας εκτελεστικός πρόεδρος.

Η ημερομηνία επιλέχθηκε συμβολικά. Δεν έκλεινε απλώς ένα κεφάλαιο στη ζωή του.

Έκλεινε ο κύκλος μιας ιδέας που γεννήθηκε όταν ένας νεαρός τραπεζίτης αποφάσισε ότι η μεγαλύτερη απειλή δεν ήταν να αποτύχει, αλλά να μην προσπαθήσει ποτέ.

Ίσως γι’ αυτό η ιστορία της Amazon δεν είναι τελικά η ιστορία ενός ηλεκτρονικού καταστήματος.

Είναι η ιστορία μιας απόφασης. Της στιγμής που ένας άνθρωπος άφησε πίσω του τη σιγουριά της Wall Street για να κυνηγήσει κάτι που ακόμη δεν υπήρχε.

Και απέδειξε ότι, μερικές φορές, οι πιο μεγάλες επιχειρηματικές αυτοκρατορίες γεννιούνται από μια ερώτηση που απευθύνει κανείς μόνο στον μελλοντικό εαυτό του.

naftemporiki.gr