«Ψηλά από τη γέφυρα» του Άρθουρ Μίλλερ σε σκηνοθεσία Στέλιου Καυκαρίδη στο Σατιρικό Θέατρο.

Καιρό έχει να υπάρξει στην αίθουσα του Σατιρικού μια διάχυτη ατμόσφαιρα ικανοποίησης και αμοιβαίας ευγνωμοσύνης μεταξύ σκηνής και πλατείας, των θεατών προς τους συντελεστές για τους καρποφόρους τους κόπους και των συντελεστών προς το κοινό, επειδή πρόσεξε και εκτίμησε τη διαφορά αυτής της παραγωγής από κάποιες αστοχίες των τελευταίων χρόνων.

Το «Ψηλά από τη γέφυρα» του Άρθουρ Μίλλερ είναι έργο γραμμένο με τόση μαεστρία που λες και το μόνο που αποζητά είναι μια προσεκτική ανάγνωση, ένα καλό σκηνοθετικό αφτί που να ακούει όλες τις ενσωματωμένες στο κείμενο οδηγίες του συγγραφέα, να διακρίνει την κάθε νότα της παρτιτούρας, να μετρά σωστά τα ημιτόνια στις εκδηλώσεις και στις αποκρύψεις των συναισθημάτων των ηρώων. Και σαφώς χρειάζεται ομάδα ηθοποιών που να είναι ικανοί να αναπαράγουν τη μουσική του Μίλλερ στη σκηνή.

Ο σκηνοθέτης της παράστασης Στέλιος Καυκαρίδης γνωρίζει και καταλαβαίνει αυτό το κείμενο πολύ καλά, γνωρίζει και καταλαβαίνει τη γραφή του Μίλλερ που συνδυάζει τον λεπτομερή ψυχολογικό ρεαλισμό, την κοινωνική διάσταση των πραγμάτων,  την ποιητική της σύγχρονης τραγωδίας.

Η ευτυχής συγκυρία για τον θίασο είναι ότι η απόφαση για την (επί-)στροφή στον Μίλλερ συμπίπτει με την ώριμη επαγγελματική ετοιμότητα του πρωταγωνιστικού ζευγαριού, του Βασίλη Μιχαήλ και της Μαριάννας Καυκαρίδου. Έχοντας υποστηρίξει ποικίλες ρεπερτοριακές επιλογές, ο Βασίλης Μιχαήλ έχει εμφανιστεί αρκετές φορές σε ρόλους που τον στένευαν σαν ένα ρούχο μικρότερου μεγέθους απ’ ό, τι του έπρεπε. Είναι εντυπωσιακό πόσο του ταίριαξε το κοστούμι του ρόλου του Έντι Καρμπόνε, παρότι εμείς οι θεατές δεν εισπράτταμε άνεση, αλλά βάσανο, εκείνο το ιδιαίτερο βάσανο του ηθοποιού που πρέπει να υπάρχει για να αποδοθούν  τα βάσανα του ήρωά του.

Ο σκηνοθέτης και ο πρωταγωνιστής του, ακολουθούν την εσωτερική παρτιτούρα του κειμένου και τα «ανοιχτά» σχόλια του δικηγόρου Αλφιέρι, ταυτόχρονα αφηγητή και προσώπου του δράματος (αξιοπρεπής παρουσία ο Αντώνης Καλογήρου), συμπληρώνουν σκηνή σκηνή την ψυχογραφία του Έντι, δημιουργούν το πυρετικό συναισθηματικό κρεσέντο και απελευθερώνουν σταδιακά τη μοίρα που σαν πιεσμένο ελατήριο τρέμει μέσα του.

Η Μαριάννα Καυκαρίδου, συγκεντρωμένη, εσωτερικά έντονη, μεταδίδει την ένταση στους θεατές, κάνοντάς τους να αντιλαμβάνονται τα σημάδια της εμμονής του Έντι ταυτόχρονα με την ηρωίδα της, να μοιράζονται την αγωνία της για την πορεία των προσώπων προς την καταστροφή και να αισθάνονται τη ματαιότητα των προσπαθειών της Μπέατρις να την αποτρέψει.

Η Κάθριν της Ειρήνης Καραγιώργη δεν είναι απλά το λεπτό κλαδάκι που θα σπάσει στη δίνη των παθών. Η νεαρή ηθοποιός ανοίγει τα βάθη του ρόλου της στις σκηνές με τον Βασίλη Μιχαήλ και τη Μαριάννα Καυκαρίδου, όμως οι σκηνές με τον Ανδρέα Ρόζου (Ροντόλφο) βγαίνουν λιγότερο ενδιαφέρουσες. Καλή δουλειά κάνει ο Σπύρος Γεωργίου στον ρόλο του Μάρκο κάνοντας τον εσωστρεφή του ήρωα συμπαγή και σημαντικό.

Θεωρώ ότι ο σκηνοθέτης που δούλεψε τόσο αποτελεσματικά με τους πρωταγωνιστές του, έπρεπε να αφιερώσει περισσότερη προσοχή για να φτιαχτεί η «δεύτερη γραμμή», οι μικροί ρόλοι και τα περάσματα φαίνονται αδούλευτα και οι μαζικές σκηνές υποβιβάζουν την ένταση. Επίσης κάποια πιο αφαιρετική λύση θα μπορούσε να βρεθεί για τη σκηνή στη φυλακή, παρά τα κυριολεκτικά κάγκελα. Γενικά τα σκηνικά του Στέφανου Αθηαινίτη δε παρουσίαζαν αφαιρετικές τάσεις και είχαν αρκετή αφηγηματικότητα.