Γνωρίζουμε από την ψυχολογία ότι οι ακροατές αντιδρούν υποκειμενικά στις πολυάριθμες πτυχές της ομιλίας ενός προσώπου. Ακόμα και σ’ αυτήν τούτη την τάξη, γίνεται συχνά χρήση της Κυπριακής Διαλέκτου (και παρά τις υποδείξεις του υπουργείου παιδείας για το αντίθετο), για να ειπωθεί ένα αστείο, επειδή ο εκπαιδευτικός έχει θυμώσει (και πώς θα θυμώσει στην κοινή ελληνική και να τον πάρουν πράγματι στα σοβαρά οι μαθητές του; Θυμίζει αυτό, τηρουμένων των αναλογιών, ένα δεικτικό σχόλιο που εξέταζε σε αλλοτινούς καιρούς τη σχέση της βιωματικής γλώσσας με την αλήθεια.
«Πώς θα πει (κάποιος) που πονεί το δόντι;», παρατηρεί ο πνευματώδης δημοτικιστής, γιατρός Ελισσαίος Γιαννίδης. «Αν πει άλγω τον οδόντα ή άλγει μοι ο οδούς ή πονεί ο οδούς μου, αμέσως θα καταλάβουν οι άλλοι, ότι για να λέει αυτός έτσι, βέβαια δεν του πονεί το δόντι, γιατί τη στιγμή που αρχίζει ο πονόδοντος τελειώνουν τα ψέματα, τελειώνει και η Καθαρεύουσα».
Πέρα από αυτές τις εναλλαγές κωδίκων που είναι ευεξήγητοι, οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να διευκρινίζουν στους μαθητές γιατί χρησιμοποιούμε την επίσημη γλώσσα στην τάξη (την οποία χρειαζόμαστε και καλά κάνουμε και τη διδάσκουμε, να μην υπάρξει καμιά παρεξήγηση επ’ αυτού) και τι σημαίνει επίσημες συνθήκες επικοινωνίας, ερμηνεύοντας όμως και όλα αυτά τα φαινόμενα στρατηγικών, αντί να τονίζουμε στους μαθητές ότι αυτή είναι μια λάθος χρήση.
Οι ακροατές πράγματι αποφασίζουν για τα διαφορετικά είδη των κοινωνικών/ψυχολογικών ιδιοτήτων ενός ομιλητή σε σχέση το ύφος, την ποιότητα της φωνής του και φυσικά τη διάλεκτό του και όλα αυτά καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο αξιολογεί κανείς έναν ομιλητή. Η Κυπριακή, λοιπόν, χρησιμοποιείται σε πολλές περιπτώσεις και ως στρατηγική που έχει σχέση με τις επικοινωνιακές συνθήκες. Όπως μας διδάσκει ο Stubbs δεν υπάρχουν ουδέτεροι όροι. Η επιλογή των λέξεων εκφράζει μια ιδεολογική τοποθέτηση, ιδεολογική με την έννοια του τρόπου κατανόησης του κόσμου.
Αυτά τα πράγματα δεν είναι ούτε απλά, ούτε αυτονόητα. Οι μηχανισμοί αυτοί, που είναι σύνθετοι και συνδέονται εν γένει με τη διεκδίκηση της ισχύος του (όποιου) ομιλητή στη γλωσσική διαπάλη, χρειάζονται και ανάλυση και επεξήγηση.
Πράγματι, η διεκδίκηση ισχύος μέσα από την εναλλαγή κωδίκων δεν περιορίζεται σ᾿ αυτούς που μιλούν την ΚΝΕ, τον υποτιθέμενο ισχυρό κώδικα. Μπορεί εξίσου να αφορά και αυτούς που μιλούν την Κυπριακή Διάλεκτο, που μπορεί να είναι οι ίδιοι άνθρωποι, οι οποίοι επιδιώκουν ισχύ μέσω της εναλλαγής κώδικα μέσα από διάφορες επικοινωνιακές στρατηγικές. Αυτές οι στρατηγικές και οι επικοινωνιακοί τους στόχοι απαιτούν εντοπισμό και αξιολόγηση. Μπορεί για παράδειγμα να διερευνηθεί ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνεται η ευγένεια στη διαδικασία της εναλλαγής από τον ένα κώδικα στον άλλο κάτι που φάνηκε λ.χ. σε αντίστοιχες περιπτώσεις που αφορούν τις ιταλικές διαλέκτους. Το αναμενόμενο θα ήταν η ευγένεια να συνδέεται με την επίσημη γλώσσα, που έχει υψηλότερο κύρος, όμως υπάρχουν περιπτώσεις που το αφανές κύρος της διαλέκτου υπερισχύει ακόμα και σε επίσημες συνθήκες επικοινωνίας, ώστε η ευγένεια να δηλώνεται με τη χρήση διαλεκτικών τύπων. Ιδιαίτερα στο δικαστήριο, όταν ξεκίνησα να μελετώ το θέμα είχα ως υπόθεση εργασίας ότι η χρήση της διαλέκτου αποτελεί μειονέκτημα, αφού όλη η διεθνής βιβλιογραφία ήδη δείκνυε προς αυτήν την κατεύθυνση, αφού η χρήση διαλέκτου στο δικαστήριο συνδέεται με τον ασθενή ομιλητή, δηλαδή αυτόν που έχει τη λιγότερη δύναμη. Ωστόσο, φάνηκε από τις αξιολογήσεις των δικαστών ότι υπό προϋποθέσεις η χρήση της διαλέκτου μπορεί να καταστεί επικοινωνιακό εργαλείο ισχύος και μάλιστα από όλους τους εμπλεκόμενους: όχι μόνο τους απλούς μάρτυρες και τους κατηγορούμενους, αλλά και τους εισαγγελείς, τους δικαστές κ.ο.κ.
Το φαινόμενο της εναλλαγής κωδίκων θα πρέπει, όπως μας διδάσκουν οι Meeuwis & Bloomaert, 1998 να αρχίσουμε να το αντιμετωπίζουμε από τη σκοπιά του ενός κώδικα επιτρέποντας την καλύτερη κατανόηση των υφέρποντων μηχανισμών που καθιστούν την ίδια την εναλλαγή ξεχωριστό σύστημα. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση η εναλλαγή κωδίκων δεν αντιμετωπίζεται ως το αποτέλεσμα ανάμιξης, αλλά ως ένας κώδικας από μόνος του. Η ίδια η εναλλαγή δηλαδή φαίνεται να εξυπηρετεί συγκεκριμένες λειτουργίες.
Ο Γιώργος Μπαμπινιώτης χρησιμοποιεί συχνά μια επιτυχημένη μεταφορά όταν αναφέρεται στη γόνιμη οικείωση και με τις δύο γλωσσικές μας παραδόσεις: τη δημοτική και τη λόγια. Λέει πως πρόκειται για δύο ποτάμια που ενισχύουν τις γλωσσικές μας επιλογές και έχει απόλυτο δίκαιο. Γιατί δίπλα στον άσπρο τοίχο έχουμε τον Λευκό Οίκο και δίπλα στα άσπρα ρούχα το λευκαντικό. Δίπλα στο μπόλιασμα (αν θέλουμε να μιλήσουμε για δέντρα) έχουμε τον ενοφθαλμισμό για να αναφερθούμε στο πνευματικό μπόλιασμα. Μαζί με την πόρτα έχουμε το παράθυρο και τα θυρανοίξια και τον θυρωρό και εκφράσεις όπως “παραβιάζει ανοιχτές θύρες”. Και με την Κυπριακή συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Είναι ένα τρίτο, αν θέλετε, ποτάμι που διευρύνει τις επικοινωνιακές μας επιλογές, φτάνει να ξέρουμε πού θα το χρησιμοποιήσουμε, πότε, και ποιο λόγο ύπαρξης έχουν όλες αυτές οι γλωσσικές χρήσεις που παρατηρούμε γύρω μας. Την ίδια ώρα οφείλουμε με ανάλογο ζήλο να καλλιεργούμε την Κοινή Νεοελληνική.
*εισήγηση σε ημερίδα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, με θέμα την Κυπριακή Διάλεκτο, στις 14 Νοεμβρίου.