Χτες πάλι ξεκίνησα μια ταινία, συμπαθέστατη αμερικάνικη indie μάλιστα, και έπρεπε να περάσει κάνα εικοσάλεπτο για να αντιληφθώ ότι την είχα ξαναδεί μόλις πριν τέσσερα πέντε χρόνια. Δεν είναι η πρώτη φορά που μου συμβαίνει. Το ερώτημα είναι: το πρόβλημα είναι δικό μου ή των ταινιών;

Γιατί τις ταινίες που με καθήλωσαν, όσες δεκαετίες κι αν έχουν μεσολαβήσει, δεν τις ξεχνάω. Θυμάμαι πάντα μια σκηνή που ουσιαστικά περιλαμβάνει ολόκληρο το έργο, την αίσθηση ενός ανοίκειου κόσμου που με τρόμαζε και με γοήτευε. Μια (υπερ)πραγματικότητα που δεν έμοιαζε σε τίποτα ούτε με την καθημερινότητα ούτε με τις ειδήσεις ούτε με την τηλεόραση, και πάλι έμοιαζε να ξέρει τα πάντα για το πώς είναι να ζεις αληθινά και ψεύτικα.

Μπορεί να κάνω σαν γέρος γκρινιάρης, σαν αντιδραστικός Αριστοφάνης στην αρνητική νιοστή που δεν αναγνωρίζει την αξία των Ευριπίδηδων του καιρού του. Ή μπορεί και να υπάρχει βάση στην εκτίμησή μου ότι η συντριπτική πλειονότητα των σύγχρονων «ποιοτικών» ταινιών είναι άνευρες, ομογενοποιημένες και υπακούν σε εξωκινηματογραφικές ιδεολογικές νόρμες. Τα ίδια υποστηρίζει ο insider outsider του Χόλιγουντ, ο Κουέντιν Ταραντίνο, σε πρόσφατη τοποθέτησή του στο περιοδικό Sight & Sound όπου παρομοιάζει τις νέες ταινίες με «άνοστα λουκάνικα» και δηλώνει ότι σήμερα προτιμά «να διαβάσει ένα βιβλίο» παρά να πάει στο σινεμά.

Δική του νέα ταινία δεν προβλέπεται στο κοντινό μέλλον, αλλά ο Ταραντίνο είναι ένας συνολικός διανοούμενος καλλιτέχνης, ξέρει να συνθέτει τις ιδέες και τις εμπειρίες του στο χαρτί. Χωρίς την ανάγκη για ghost writer (το ύφος του είναι χαρακτηριστικό και αμίμητο), βλέπουμε το μυαλό και την καρδιά που έχουν γεννήσει τις ταινίες που αποτελούν ορόσημα ζωής για όσους έχουν μεγαλώσει μαζί τους.

Ακόμα και αυτοί όμως που μπορεί να μην αντέχουν τα κινηματογραφικά του έργα, είμαι σίγουρος ότι θα παραδεχτούν το πάθος του για το σινεμά, την ένταση με την οποία υποστηρίζει τα αισθητικά του κριτήρια, αλλά και το σαρωτικό του χιούμορ.

Η ραχοκοκαλιά του Cinema Speculation αποτελείται από μια σειρά εκτεταμένων κριτικών /λατρευτικών ύμνων για ταινίες του ταραντινικού «κανόνα» από τη «χρυσή» δεκαετία του ‘70, από το Bullit (1968), το Dirty Harry (1971) και το Deliverance (1972) μέχρι το Taxi Driver (1976) και το Escape from Alcatraz (1979). Μέσα σε αυτά τα κείμενα ο σκηνοθέτης βρίσκει την ευκαιρία για ατελείωτες αναφορές (σημείωσα δεκάδες ταινίες που με έκανε να θέλω να τις δω πιο πειστικά από ό,τι ο Τομ Σόγιερ έβαλε τους φίλους του να βάψουν τον τοίχο που είχε για αγγαρεία), αφορισμούς, αποφθέγματα, θεϊκές κακίες και θαψίματα, ιστορικές αναδρομές και περιοδολογήσεις, εξομολογήσεις, συνδέσεις, κοινωνιολογικές και πολιτικές παρατηρήσεις, αναστοχαστικά βλέμματα στη δική του παραγωγή.

Θέλω όμως εδώ να σταθώ και να σχολιάσω το εισαγωγικό κεφάλαιο, το οποίο είναι και το πιο αβανταδόρικο, μιας και σ’ αυτό ο Ταραντίνο συνοψίζει τα θεμέλια της σχέσης του με το πανί, με όλα τα υπόλοιπα στη συνέχεια να φαίνονται σαν ερωτικά γράμματα προς τους ήρωες της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας.

Ανατρέχει με λεπτομέρεια στις μνήμες παρακολούθησης ακατάλληλων ταινιών μαζί με τη μητέρα του (που τον αντιμετώπιζε με ειλικρίνεια και ευθύτητα) και τον εκάστοτε φίλο της, στους κινηματογράφους του Λος Άντζελες με τις προβολές δύο ταινιών (κάθε συνοικία και άλλος κόσμος). Θυμάται την εντύπωση που του έκαναν, τι καταλάβαινε και τι όχι, το πώς τον έκαναν να νιώθει και τι θέση του έδιναν σε σχέση με τους συμμαθητές του. Τέλος, προχωρά σε μερικούς πολύ ενδιαφέροντες και ρηξικέλευθους παιδαγωγικούς προβληματισμούς πάνω στο ηλικιακό rating, αλλά και στις ιδέες μας για τις παιδικές και ενήλικες σκέψεις και ευαισθησίες.

Μοιραία αυτές οι αφηγήσεις με έκαναν να σκεφτώ ξανά τις προσωπικές μου εμπειρίες με «παράξενες» ταινίες που είδα μικρός, και να αναρωτηθώ αν μου προκάλεσαν κάποιο τραύμα, ή, αντίθετα, τις θυμάμαι με θετικό τρόπο και τις υπολογίζω ως αναπόσπαστο κομμάτι της συναισθηματικής και αισθητικής μου ανάπτυξης.

Περιττό να προσθέσω εδώ ότι η άποψη της μητέρας του Ταραντίνο, αλλά και του ιδίου, είναι ότι πιο επικίνδυνη για τον ψυχισμό ενός παιδιού μπορεί να είναι η παρακολούθηση των ειδήσεων παρά μια ταινία για ενηλίκους, η οποία πάντα αποτελεί ένα συνεκτικό πλαίσιο με αρχή, μέση και τέλος που εμπεριέχει το νόημά της (ακόμα κι αν το παιδί δεν μπορεί να αντιληφθεί όλα τα επί μέρους στοιχεία).

Είδα πολλές που δεν ήταν για παιδιά, αλλά θα αναφέρω μόνο μία. Το All that Jazz στα επτά μου σε θερινό (οι γονείς μου ήταν λογικά σίγουροι ότι θα κοιμηθώ μετά από όλη μέρα στη θάλασσα). Μου έχει μείνει ο Roy Scheider να περιφέρεται με τη ρόμπα του ασθενή γυμνός στο νοσοκομείο, αλλά και η Jessica Lange όμορφη σαν άγγελος.

Είναι πιθανό οι μετέπειτα ιδέες και παραστάσεις με τις οποίες επένδυα τις ερωτικές και καλλιτεχνικές μου επιθυμίες να μπορούν να αναχθούν στις εικόνες αυτής της ταινίας (που είδα ξανά στα είκοσί μου, τη θυμήθηκα, και έγινε μια από τις αγαπημένες μου). Μπορεί να μπερδεύτηκα τότε που το πρωτοείδα, αλλά δεν χάθηκε ο κόσμος, ούτε ήταν έγκλημα.

Ελεύθερα, 28.6.2026