Μικρός επικήδειος για τη γυναίκα που είχε τολμήσει να προασπιστεί τα δικαιώματα των άλλων, σα να ‘ταν η αλλαγή του κόσμου δική της, προσωπική υπόθεση.
Θα διαβαστεί ως κάτι προκλητικό, ίσως αμετροεπές για την περίπτωση της ακτιβίστριας περσόνας που αδιαμφισβήτητα υπήρξε -αυτό για το οποίο αποθεώθηκε τα τελευταία χρόνια ή τη βδομάδα μετά το θάνατό της που αναγνωρίστηκε πια και εμπράκτως η αξία των αγώνων της, αυτό για το οποίο λοιδορήθηκε και την «έκραξαν» στο παρελθόν, ωστόσο-, όμως η Πάολα Ρεβενιώτη που είχε επιλέξει να πετάξει τη ντροπή από τα παιδικά της χρόνια, ως κάτι μη δικό της, ήξερε πολύ καλά μια Τέχνη ιδιαίτερη -«αμαρτωλή» για τους θρησκόληπτους και βέβηλη-, επιβιωτική, λαχταριστή και απαραίτητη -όπως παίρνεις μια βαθιά ανάσα ανοίγοντας το στόμα- για την ίδια, πάντοτε: Εκείνην της κ@@λας.
Στην οποία ευτύχησα να έχω «δασκάλα». Μαζί με τις διδαχές της Αλόμας και της Μπέττυς, ταυτόχρονα – πότε φίλες μεταξύ τους, πότε σε βαθιά αντιπαλότητα, ιδιαίτερα με αφορμή τα επακόλουθα των γεγονότων που προηγήθηκαν με τις δικαστικές μαρτυρίες για τη δολοφονία του Κώστα Ταχτσή, αλλά και των ετών που γνωρίζονταν στις πιάτσες, όταν κι ο ίδιος -ο μέγιστος συγγραφέας- «έβγαινε» γλεντώντας το, στη Συγγρού και στα σοκάκια γύρω από την Αθηνάς και κοντά στο δημαρχείο.
Τότε ήταν που γνωριστήκαμε με τον «μύθο». Με αφορμή ένα «επιτόπιο» ρεπορτάζ για το «Nitro» του Κωστόπουλου που μου ‘χε ζητήσει ο Πάνος Κοκκίνης. Στην Καβάλας (κυρίως) και στη Συγγρού πιο αραιά, κοντά στις «Κούκλες». Αθώος ακόμη, άβγαλτο παιδί εγώ.
Φοιτητής με γυαλάκια. Όταν συνειδητοποιούσα, με οπτικά παραδείγματα σταματημένων φορτηγών στα παρτέρια της λεωφόρου και στα γύρω στενά, εκείνο που (πραγματικά) κινεί, αλλάζει και μεταβάλλει τον κόσμο γύρω μας σαν σίφουνας – δύναμη ανίκητη που υπερίπταται των πάντων: Το sex.
Ξέρω, οι σεμνότυφοι ίσως σοκαριστούν, ίσως τρομάξουν, ίσως απαυδήσουν και κουνήσουν νευρικά το κεφάλι αλλά, ναι, η άγρια ομορφιά των ανθρώπων στα μοναχικά τους βράδια, στα βράδια «της τρέλας» και των ενστίκτων που «οδηγούν» και οδηγούνται από μόνα τους κι αυτόματα, τις περισσότερες φορές τους παρασέρνει σε τόσο αρχέγονες πεδιάδες παθών, αλλά και στις τεράστιες και παρθένες σφενδόνες ηδονής, που θαρρείς πως όλη η άλλη τους η ζωή -η «φυσιολογική»- είναι απλώς μία μεγάλη παρένθεση στο ουσιαστικό και πιο αληθινό τους στη διάρκεια ενός εικοσαλέπτου παροξυσμού, μια ολιγόλεπτης και βίαιης, με αγριότητα, ένωσης – το είδα, το ξέρω, το κατανοώ, το επικροτώ. Και, κάποιες, λίγες φορές, υποκλίθηκα κιόλας σ’ αυτό. Όποτε εμπεριείχε και ευαισθησία αντρίκια, με μπέσα ευαισθησία, ευαισθησία ολκής δηλαδή.
Αλλά αυτά δεν είναι έρωτας. Δεν είναι αγάπη. Μου το ‘χε απ’ την αρχή ξεκαθαρίσει η Πάολα, για να μην τα μπερδέψει ποτέ στο μέλλον το άμαθο μυαλό μου και το dna μου. Είναι μια δυνατή ορμή, όπως όταν βουτάς με φόρα από κάτι ψηλά βράχια των παραλιών μέσα σε κρυστάλλινα καθαρά νερά – με φόβο, με παλμούς στο εκατό στην αρχή, αλλά και με γενναιότητα και ευχαρίστηση πολλή για το μετέπειτα μπραφ.
Γιατί ο έρωτας, όπως μου έμαθε εκείνη, συμβαίνει σπανίως: «Ο έρωτας, όπως τον εννοείς εσύ, είναι και λίγο ξενέρωτο πράγμα. Χάνεται η κ@@λα όταν είσαι με έναν άνθρωπο συνέχεια. Άσε που, νομίζω, πως ο άνθρωπος δεν είναι μονογαμικός. Και να σου πω και κάτι άλλο που έχω προσέξει; Οι άντρες που παντρεύονται, χαλάνε ρε παιδί μου. Κάτι παθαίνουν με τον καιρό. Μια μιζέρια τους πλακώνει. Οι άντρες που ερωτεύονται ασχημαίνουν, ενώ τα τσογλάνια ομορφαίνουν».
Η Πάολα Ρεβενιώτη, αυτό το «αντράκι» -το επί της ουσίας αντράκι, κι όχι εκείνο που όρισε η φύση τη στιγμή της γέννησης- μου έμαθε, επίσης, και τι πάει να πει ελευθερία – την όχι χωρίς τίμημα ελευθερία, όχι τη σκέτη τη «σχολική».
Του πώς να διεκδικείς και να σπας το πρόσωπό σου στο τζάμι ματώνοντάς το όταν πρόκειται να απαιτήσεις τη βασική αλφαβήτα της ύπαρξής σου έχοντας την ευθύνη τού να υπερασπιστείς το πιο πολύτιμο που σε έχει επιφορτίσει η αρχέγονή σου ανάγκη, το πιο σημαντικό και βέβαιο: Τη δύναμη τού να ζεις όπως εσύ θέλεις, όπως εσύ επιλέγεις, σπάζοντας δεσμά και σκοινιά αδυσώπητα δεμένα με κόσμους περίπλοκους και ασφυκτικούς.
Όπως είχε πράξει κι εκείνη, αφήνοντας το Κερατσίνι, το Ναυτικό στο οποίο υπηρετούσε -μια στρωμένη και καλοβαλμένη καθημερινότητα- για να μεταβληθεί σε «σύμβολο» προασπίζοντας δικαιώματα συλλογικά, για μια μειονότητα που -μέχρι και πρόσφατα- έπρεπε να ζει στο σκοτάδι, να μην ενοχλεί, να μη διακινδυνεύουν απ’ αυτή τα «κουτάκια» της «αγίας ελληνικής οικογένειας» που, εύκολα, θα μπορούσαν να διαταραχθούν από μία απλή κίνηση δαχτύλου κι ένα «έλα».
«Είμαι περήφανη γιατί επέζησα, γιατί δημιούργησα, σε μια κοινωνία που με ήθελε σκουπίδι! Μην ξεχνάς ότι έζησα και σε μία εποχή που ούτε καν οι gay δεν σε έβαζαν στο σπίτι τους, μην πουν κάτι στην πολυκατοικία. Έγινα 25 χρόνων για να μπω σε σπίτι φίλου – μη δούνε οι άλλοι ότι κυκλοφορούν με τρανς», μου είχε πει.
Για το θάνατο της Πάολας έκλαψα πολλή ώρα την προηγούμενη Παρασκευή, όταν μου το ανακοίνωσε ο Γ. στο τηλέφωνο. Μόνος, μέσα στο αμάξι. Σα να ‘ταν συγγενής μου. Όπως είχα κάνει και για την Αλόμα που είχα πάει στην κηδεία της και κάθισα δεξιά του φερέτρου σαν «απαραίτητος» συγγενής της -όπως μου τόνισε ο παπάς που με άρπαξε απ’ τον ώμο, ως ο μόνος «φυσιολογικός» στο απομονωνόμενο εκκλησάκι του νεκροταφείου της Νίκαιας-, με δύο τραβεστί στο πλάι μου που μυξόκλαιγαν υπακούοντας στο εθιμικό ενός θανατικού – δεν είχε άλλον «δικό» της να την υπερασπιστεί μπροστά στο ιερό και τον επικήδειο του «Εθνικού Σταρ» που είχε πληρώσει και όλα τα έξοδα της ταφής της η Αλόμα, πένης και μόνη σαν αδέσποτο σκυλί είχε φύγει, με συγγενή κανέναν.
Με την Πάολα, όμως, ήταν αλλιώς. Μεγαλύτερος κι εγώ πια. Ήταν ένα κλάμα αποχαιρετισμού μιας αθωότητας που βεβηλώθηκε με τα χρόνια, με τις καριέρες και με τα λεφτά που μεσολάβησαν, μιας αθωότητας που αντικατέστησε τα ποδοβολητά με τα application και τα καυτά φιλιά στο στόμα και αλλού με emoji – ήταν σαν κάτι πιο ουσιαστικό να είχε πεθάνει τη μέρα που πέθανε η Πάολα Ρεβενιώτη, πιο ενδοφλέβιο, πιο κυτταρικό, πιο «δικό μου».
Κάτι πολύ εσωτερικό, κάτι που ξύστηκε βιαίως και μάτωσε και πέταξε όλα του τα κουκούτσια στον χοντρό φλοιό μιας μνήμης που εμπεριείχε κυρίως πολλά γέλια, αρκετό φόβο αλλά και εμπιστοσύνη στον άλλο, στον συνάνθρωπο, στον παραπεταμένο. Και πολλά γυμνά σώματα, φυσικά. Ωραία σώματα! Σφικτοκαμωμένα.
Αυτά για τα οποία δεν μιλούν ποτέ δημόσια οι περισσότεροι. Ως το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου, να πρέπει να επικαλύπτεται πάντα από ταμπού, από «μην» και «όχι» – λέξεις εξ’ αρχής άχρηστες στη γλώσσα Εκείνης, φυσικά…
Στο καλό, λοιπόν, φίλη μου. Στο καλό. Θα σε ανακαλώ αιωνίως… Ως το πιο αντράκι από όλα τα αντράκια που γνώρισα στη ζωή.
Ελεύθερα, 19.07.2026