Ο κορυφαίος Σέρβος τρομπετίστας μιλά για τη μουσική παράδοση της χώρας του, την Γκούτσα, την κοινή βαλκανική γλώσσα των ήχων και εξηγεί γιατί θεωρεί την τρομπέτα βάση όλων των συναισθημάτων των Σέρβων
Στη Σερβία η τρομπέτα είναι σύμβολο συλλογικής μνήμης, γιορτής και πένθους, ένας ήχος που συνοδεύει την ιστορία της χώρας εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. Ανάμεσα στους σημαντικότερους σύγχρονους εκφραστές αυτής της κληρονομιάς συγκαταλέγεται ο βραβευμένος τρομπετίστας, ο οποίος έχει κατακτήσει τον τίτλο της «Πρώτης Τρομπέτας της Γκούτσα», την πιο ζηλευτή διάκριση για έναν μουσικό χάλκινων πνευστών στη χώρα. Ο Μπόγιαν Ρίστιτς έρχεται στην Κύπρο για μία από τις πιο ξεχωριστές συναυλίες του φετινού Windcraft Music Fest. Μαζί με τη βαλκανική μπάντα του και τον Ιταλό σαξοφωνίστα Φεντερίκο Πασκούτσι προτείνουν ένα πρόγραμμα που γεφυρώνει τη σερβική μουσική παράδοση με την τζαζ και τον αυτοσχεδιασμό, αποδεικνύοντας ότι μελωδίες βαθιά ριζωμένες στην τοπική κουλτούρα μπορούν να συνομιλούν δημιουργικά με σύγχρονα ιδιώματα. Λίγο πριν από την εμφάνισή του στα Κατύδατα, μιλά για τη δύναμη της μουσικής να υπερβαίνει γλώσσες και σύνορα και για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
–Τι προσπαθείτε να εκφράσετε με την τρομπέτα σας που δεν θα μπορούσατε να πείτε με λόγια; Δεν έχω μεγάλη μόρφωση και πολλές φορές δυσκολεύομαι να εκφράσω με λόγια όσα αισθάνομαι. Η τρομπέτα είναι η δική μου γλώσσα. Μέσα από τον ήχο της εκφράζω καλύτερα τα συναισθήματά μου, αφού συνοδεύει τη ζωή μου από τα παιδικά μου χρόνια.
–Ποιο στοιχείο της μουσικής σας θεωρείτε ότι σας ξεχωρίζει από τους μεγάλους τρομπετίστες της προηγούμενης γενιάς; Ξεκίνησα μαθαίνοντας την τέχνη μου από τους μεγάλους δασκάλους της τρομπέτας, αντιγράφοντας κυρίως τον Μπόμπαν Μάρκοβιτς. Από τον πρώτο μου δίσκο, όμως, το 2004, άρχισα να αναζητώ τον δικό μου δρόμο, με νέους ρυθμούς και αρμονίες που πέρασαν στις δικές μου συνθέσεις. Το 2005, στο Φεστιβάλ Τζαζ της Νανσί, δοκίμασα να παντρέψω τη σερβική παράδοση με στοιχεία της τζαζ. Δύο χρόνια αργότερα άρχισα να πειραματίζομαι ακόμη περισσότερο κι έτσι γεννήθηκε η συνεργασία μου με τον DJ Jee2Shine στο πρότζεκτ «House & Trumpet», που έχει παρουσιαστεί περισσότερες από 200 φορές σε όλη την περιοχή.
–Το Φεστιβάλ Χάλκινων της Γκούτσα υπήρξε επί δεκαετίες το μέτρο με το οποίο κρίνονταν οι μεγάλοι τρομπετίστες της Σερβίας. Παραμένει σήμερα η Γκούτσα το ίδιο καθοριστική; Από τότε που δημιουργήθηκε, η Γκούτσα ήταν πάντοτε το απόλυτο σημείο αναφοράς για τους τρομπετίστες και τις ορχήστρες χάλκινων πνευστών. Ακόμη και σήμερα, δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε έναν σπουδαίο τρομπετίστα της σερβικής παραδοσιακής μουσικής που να έκανε μεγάλη καριέρα χωρίς προηγουμένως να έχει διακριθεί εκεί με κάποιο βραβείο. Και σήμερα εξακολουθεί να είναι η αφετηρία για τους περισσότερους νέους μουσικούς, ειδικά τους τρομπετίστες, στους οποίους δίνεται η δυνατότητα να χτίσουν την καριέρα τους.
–Τι λέει η ιστορία της Γκούτσα για τη Σερβία που δεν μπορεί κανένα βιβλίο ιστορίας να πει; Η ιστορία της Σερβίας είναι άρρηκτα δεμένη με την τρομπέτα. Με τη συνοδεία του ήχου της οι Σέρβοι πολέμησαν, νίκησαν, πένθησαν και γιόρτασαν από τους πολέμους των αρχών του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα. Για μένα, η τρομπέτα είναι η βάση όλων των συναισθημάτων του σερβικού λαού.

–Οι άνθρωποι των Βαλκανίων συχνά αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλον γνώριμους ήχους πριν ακόμη καταλάβουν τη γλώσσα. Πώς το εξηγείτε αυτό; Έχω εμφανιστεί σχεδόν σε όλες τις χώρες των Βαλκανίων: στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Βόρεια Μακεδονία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το Μαυροβούνιο, την Κροατία, την Ουγγαρία και τη Σλοβενία. Σε κάθε μια απ’ αυτές, ο ήχος της τρομπέτας και ο ρυθμός των παραδοσιακών τραγουδιών έλεγαν πολύ περισσότερα από τα λόγια. Το κοινό αντιδρά με τον ίδιο ενθουσιασμό, ανεξάρτητα από τη γλώσσα. Όλοι καταλαβαίνουν και απολαμβάνουν το ίδιο τους τρομπετίστες και τη μουσική μας.
–Τι χρειάζεται ν’ αλλάξει στη μουσική των χάλκινων ώστε να συνεχίσει να συγκινεί τις νεότερες γενιές; Δυστυχώς, οι πλείστοι νέοι σήμερα ακούν κυρίως ραπ και άλλα είδη μουσικής που εκτελούνται κυρίως ηλεκτρονικά, χωρίς ζωντανή εκτέλεση και όργανα. Αυτό το είδος μουσικής βασίζεται σε τεχνητούς ρυθμούς και συχνά σε στίχους χωρίς ιδιαίτερο νόημα. Κατά τη γνώμη μου, δεν προκύπτουν αληθινά συναισθήματα όταν ο μουσικός δεν μεταδίδει ζωντανά πάνω στη σκηνή στο κοινό ένα κομμάτι του εαυτού του, ιδιαίτερα στις συναυλίες.
–Έχετε ανοίξει τον ήχο σας προς την τζαζ, μουσική που επίσης βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό και την ελευθερία της έκφρασης. Τι δυνατότητες ανοίγει για τη βαλκανική μουσική αυτή η συνάντηση; Η βαλκανική μουσική υπήρξε πάντα μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για την τζαζ και τον αυτοσχεδιασμό και τους σημαντικότερους εκπροσώπους της. Αμέτρητοι κορυφαίοι μουσικοί της τζαζ εμπνεύστηκαν από τους βαλκανικούς ρυθμούς και πάνω σ’ αυτούς έχτισαν σημαντικές διεθνείς καριέρες.
–Σε μια περιοχή που γνώρισε πολέμους και βαθιές διαιρέσεις, μπορεί η μουσική να δημιουργήσει πραγματική εμπιστοσύνη ανάμεσα στους ανθρώπους ή αυτό είναι μια ρομαντική ιδέα; Στα σχεδόν 30 χρόνια της διεθνούς πορείας μου, ταξιδεύοντας σε όλες τις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, δεν αντιμετώπισα ποτέ ούτε την παραμικρή δυσάρεστη εμπειρία. Η τρομπέτα λειτουργούσε πάντοτε ως γέφυρα καλής διάθεσης και χαράς για όλους τους ανθρώπους που έρχονταν στις συναυλίες. Η μουσική, και ιδιαίτερα η τρομπέτα, ένωνε πάντοτε τους ανθρώπους και τους έκανε να χαίρονται· ποτέ δεν δημιουργούσε έριδες.

–Πιστεύεις ότι οι μουσικοί, οι καλλιτέχνες γενικότερα, έχουν ευθύνη να προβάλλουν μια διαφορετική εικόνα της περιοχής; Ασφαλώς. Έχω συνεργαστεί στην καριέρα μου με μουσικούς κάθε εθνικότητας και πάντα συνεννοούμασταν άψογα. Αν αποφάσιζαν οι μουσικοί και οι καλλιτέχνες γενικότερα, δεν θα είχε γίνει ποτέ κανένας πόλεμος.
–Ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για μια ζωντανή μουσική παράδοση: να μην αλλάζει ποτέ και καθόλου ή να αλλάζει υπερβολικά; Η μουσική οφείλει να εξελίσσεται, γιατί αλλάζει και το κοινό και οι συνήθειές του. Δυστυχώς, με την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής μουσικής περιορίζονται όλο και περισσότερο οι ζωντανές εκτελέσεις. Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη προελαύνει και δημιουργεί όλο και περισσότερη μουσική. Παρ’ όλα αυτά, παραμένω αισιόδοξος. Πιστεύω ότι το μέλλον ανήκει στη ζωντανή μουσική και στα συναισθήματα που μόνο ένας μουσικός μπορεί να μεταδώσει στο κοινό μέσα από το όργανό του.
- INFO Κατύδατα Σολέας, 12o Windcraft Music Fest, 24–26 Ιουλίου, windcraftmusicfest.com. Η μπάντα του Μπόγιαν Ρίστιτς με τον Φεντερίκο Πασκούτσι εμφανίζονται το Σάββατο 25 Ιουλίου στις 10.45μ.μ. 22377748 Εισιτήρια: ΕΔΩ
Ελεύθερα, 19.7.2026