«Η Κύπρος, σταυροδρόμι πολιτισμών και γέφυρα Ανατολής και Δύσης από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, συνθέτει και μορφοποιεί επιδράσεις τρόπου ζωής και απόψεις που τις αφομοιώνει και διαφοροποιεί μ’ ένα αξιοθαύμαστο τρόπο μέσω του διαλόγου και της αναζητήσεως».
Απόσπασμα ομιλίας Αντρέα Σαββίδη. Πύλη Αμμοχώστου, 24 Ιανουαρίου 1985.
Μια νέου τύπου γλυπτική
Ο Αντρέας Σαββίδης δεν άφησε στίγμα μόνο στο χώρο της παιδείας. Δραστηριοποιήθηκε επίσης στο χώρο της εικαστικής δημιουργίας αφήνοντας αξιοσημείωτα δείγματα γλυπτικής και ζωγραφικής. Το ενδιαφέρον του για την κλασική τέχνη του Φειδία και του Μιχαήλ Άγγελου είναι ανεξάντλητο. Ενδιαφέρον επιδεικνύει επίσης για τους μεγάλους γλύπτες του 20ού αιώνα, Έπσταιν, Τζιακομέτι και Μπρανκούζι. Τα πρώιμα έργα του, φανερώνουν εντούτοις την προσήλωση του στο έργο του Χένρι Μουρ και τις επιρροές που δέχεται από αυτόν.
Το ενδιαφέρον του για τον Άγγλο γλύπτη δεν κράτησε όμως πολύ. Τη δεκαετία του ’60, δημιουργεί τη μεγάλη σειρά Hard edge, η οποία περιλαμβάνει έργα μεγάλης διάστασης από γύψο, υαλοβάμβακα και ξύλο, σε γεωμετρικό ύφος, βαμμένα με χρώμα. Πριν και μετά το ’74 ακολουθούν οι μεγάλες καμπυλόγραμμες επιφάνειες από χυτή πέτρα και υαλοβάμβακα που θυμίζουν υπερμεγέθη βότσαλα ή και φιγούρες. Με αφορμή την τούρκικη εισβολή στο νησί, και προκειμένου να αποδώσει τη βιαιότητα των γεγονότων της περιόδου εκείνης αφήνει να διαπεράσουν τα «μεγάλα βότσαλά» του, σκληρά αντικείμενα και μεταλλικές ράβδοι. Αργότερα καταπιάνεται με θέματα όπως ο έρωτας, η μητρότητα και η οικογένεια. Οι φόρμες γίνονται ακόμα πιο οργανικές ενώ στα συνήθη υλικά προστίθεται και ο μπρούντζος.

Μέχρι και το θάνατό του τα θέματα παραμένουν τα ίδια ενώ στη γκάμα υλικών προστίθενται φθαρμένα ξύλα και μέταλλα όπως και κομμάτια από εργαλεία. Το παλιό στην περίπτωση αυτή, ξαναζωντανεύει μεταποιημένο σε έργο τέχνης με παραστατικό ή αφαιρετικό χαρακτήρα. Ή όπως λέει ο Αντρέας Χρυσοχός σχολιάζοντας το έργο του, «ο Σαββίδης ύστερα από μακρά έρευνα με αναλυτική διάθεση έχει τώρα οδηγηθεί σε συνθετική προσωπική γλυπτική παίζοντας με επιτυχία το παιχνίδι της δημιουργίας».
Σημειώνεται ότι ο καλλιτέχνης πραγματοποιεί μνημεία και προτομές ηρώων σε όλη την Κύπρο. Αναφέρονται ενδεικτικά οι προτομές του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ (1971) στο προαύλιο της Τεχνικής Σχολής Πόλεως Χρυσοχούς, του ήρωα Μάρκου Δράκου στον κυκλικό κόμβο της ΣΥΤΑ, του εκπαιδευτικού Κωνσταντίνου Σπυριδάκι στο προαύλιο του Παγκυπρίου Γυμνασίου και του ποιητή Δημήτρη Λιπέρτη απέναντι από την Πύλη Αμμοχώστου.
Η ζωγραφική ως άλλη φωνή.
Με τη ζωγραφική ο Σαββίδης ασχολήθηκε πολύ νωρίς, πριν ακόμα επιδοθεί ουσιαστικά στη γλυπτική. Χωρίς ποτέ να την εγκαταλείψει, έδωσε κατά περιόδους δείγματα λυρικής έκφρασης βασισμένα στο χρώμα και τις δυνατότητες του. Ο ίδιος σχολιάζοντας το σημείο αυτό τονίζει: «Πάντα με ενδιέφερε η ζωγραφική παρόλο που το κύριό μου ενδιαφέρον ήταν στραμμένο στη γλυπτική. Μ’ ενδιέφερε σαν μια διαφορετική μορφή έκφρασης μέσα από την οποία μπορούσες να κάνεις πράγματα που δεν μπορούσες να τα αποδώσεις με τη γλυπτική. Έτσι, η επιστροφή μου στη ζωγραφική διεύρυνε τους ορίζοντες της γενικότερης καλλιτεχνικής μου ενασχόλησης προσφέροντας τους, μια κατά κάποιο τρόπο εκφραστική ποικιλία».
Πράγματι, στη συλλογή της οικογένειας μπορεί κανείς να δει έργα τα οποία διακρίνονται άλλοτε για τη ρευστότητα της σύνθεσης και την λεπτότητα του χρώματος και άλλοτε για τη δομημένη επιφάνεια και τις πλαισιωμένες σε φόρμες δυνατές χρωματικές αξίες. Πρόκειται για μια ταλάντευση ενδεικτική της ανάγκης του καλλιτέχνη να κινείται ανάμεσα στο αφαιρετικό και αυτό που ορίζεται ως υπαινικτικά παραστατικό. Αξίζει να σημειωθεί ότι η παράλληλη διαχείριση γλυπτικής και ζωγραφικής δεν αποτελεί σπάνιο φαινόμενο στο χώρο της τέχνης. Στην περίπτωση αυτή οι δύο πρακτικές δεν αλληλοσυμπληρώνονται αλλά καλούνται να απαντήσουν σε εκφραστικά ζητούμενα που εμπίπτουν αποκλειστικά στη δική τους σφαίρα.

Η ζωγραφική είναι για τον Σαββίδη η άλλη δική του φωνή, αυτή που του επιτρέπει να αρθρώσει το λόγο του ονείρου, όχι με τα χέρια όπως συμβαίνει με τη γλυπτική, αλλά με τη λυτρωτική απήχηση των χρωμάτων.
Με τη ματιά του Charles Spencer
Σε κριτικό σημείωμα του με αφορμή την έκθεση «Τρεις Κύπριοι Καλλιτέχνες» που φιλοξενείται στην Αθηναϊκή γκαλερί Δεσμός λίγους μήνες μετά την Τουρκική εισβολή, ο διακεκριμένος Βρετανός κριτικός τέχνης επισημαίνει ότι ο Σαββίδης κατορθώνει «να εκτονώσει μέσα στο έργο του τις άμεσες επιδράσεις της σύγχρονης γλυπτικής» και παράλληλα «να σφυρηλατήσει ένα πειστικό προσωπικό ύφος». Ο Spencer (1920-2020) υπογραμμίζει στο σημείωμά του την αδιαμφισβήτητη σχέση των δημιουργιών του γλύπτη με τη φύση της Κύπρου και τονίζει την καθησυχαστική επίδραση που τα έργα του αποπνέουν χάρη «στην αλυσιδωτή συγκρότηση των σχημάτων».

Σε εισαγωγικό σημείωμα με αφορμή την έκθεση «4 Κύπριοι Καλλιτέχνες» (1976) στις γκαλερί Ακρόπολις και Τέχνη, σε Λευκωσία και Θεσσαλονίκη αντίστοιχα, ο Spencer επισημαίνει τη σημασία του δημιουργικού εγχειρήματος τόσο για τον ίδιο τον καλλιτέχνη όσο και για το κοινωνικό σύνολο. Σχολιάζοντας το έργο του Σαββίδη ο Spencer σημειώνει: «Η γλυπτική του Αντρέα Σαββίδη είναι σίγουρα οργανική, εμπνευσμένη από φόρμες της φύσης. Εκφράζει τη συναρπαστική και μαζί θελκτική γονιμότητα της εξελικτικής δύναμης. Ικανοποιημένος -ο καλλιτέχνης-, απολαμβάνει και στοχάζεται τον κόσμο, αισιόδοξος από την ομορφιά και την ενέργειά του (…) πρόκειται για τέχνη διαλογισμού και αποδοχής». Λαμβάνοντας υπόψη το κλίμα της εποχής στο πλαίσιο της οποίας οι τέσσερεις καλλιτέχνες δραστηριοποιούνται (Βότσης, Χρυσοχός, Κουρούσης και Σαββίδης), ο Spencer επισημαίνει: «Σύμφωνα με την ιστορία η τέχνη είναι η μοναδική μαρτυρία ενός χαμένου πολιτισμού. Μας ενημερώνει σε ό,τι αφορά την προσωπική εμπειρία και τα ομαδικά πρότυπα (…) Η τέχνη, όπως και η ζωή είναι βασικά ένας διάλογος μεταξύ αυτού που παραμένει άγνωστο κι αυτού που είναι δυνατό να αποκαλυφθεί».

Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ: η μνήμη ως εργαλείο διαχείρισης του ολέθρου
Με αφορμή την ίδια έκθεση, η πεζογράφος και δημοσιογράφος Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (1920-2005) εμμένει στη θέση σύμφωνα με την οποία το έργο του Σαββίδη ενσαρκώνει, μεταφέρει και αναδεικνύει παράλληλα το τραύμα που τα γεγονότα του ’74 άφησαν στη συνείδηση κάθε πολίτη. Σχολιάζοντας το έργο του γλύπτη της περιόδου εκείνης, εστιάζει σε κάτι πληγωτικό που το χαρακτηρίζει, αντιληπτό εντούτοις σε μια δεύτερη ανάγνωση του. Γράφει για τον Σαββίδη: «Η συνθετική ύλη που μεταχειρίζεται δίνει την αίσθηση του γλυμμένου βότσαλου από τη θάλασσα (μνήμη του νησιού). Σε σχήμα μεγάλων βότσαλων με φόρμες γεωμετρικές αλλά και με καμπύλες κυκλαδικών ειδώλων, συνθέτει ξαφνικά ένα μνημείο που ξαφνικά κεραυνώνεται από ένα αιχμηρό σίδερο που πάει να σπάσει την ισορροπία του. Η τέχνη του Σαββίδη φορτίζει τούτο το ένθετο σώμα δραματικά και είναι αυτό που σημειώνει τη βίαιη αλλαγή της δουλειάς του. Υπάρχει και μέσα σ’ αυτό η εισβολή».
Για τη σύγχρονη τέχνη της Κύπρου
Σε χειρόγραφο σημείωμα που βρίσκεται στο αρχείο της οικογένειας Σαββίδη, ο καλλιτέχνης αναπτύσσει τις θέσεις του γύρω από τη σύγχρονη τέχνη στο νησί. Είναι της άποψης ότι αυτή εκκινεί με την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν παραλείπει να τονίσει την ύπαρξη θησαυρών και μνημείων στο νησί της παλαιολιθικής, της κλασικής και της βυζαντινής περιόδου. Επισημαίνει την ικανότητα των Κυπρίων να δέχονται και να αξιοποιούν επιρροές πολιτισμών της γύρω περιοχής και να τις προσαρμόζουν σε δικές του ανάγκες και προσδοκίες. Σύμφωνα με τον ίδιο, η σύγχρονη τέχνη στην Κύπρο αδυνατεί εκ των πραγμάτων να ακολουθήσει τις ραγδαίες τάσεις και επιρροές του παγκόσμιου εικαστικού γίγνεσθαι.
Επισημαίνει εντούτοις ότι αυτό που τη χαρακτηρίζει περισσότερο είναι η παρουσία στοιχείων «που απορρέουν από τη τάση της διαρκούς αναζήτησης και του διαλόγου μεταξύ του προσωπικού και του πανανθρώπινου, μεταξύ του υπερσύγχρονου και του παραδοσιακού». Κατά τον Σαββίδη, ένα άλλο στοιχείο που θεωρείται καταλυτικό στη διαμόρφωση της εντόπιας τέχνης είναι η επίδραση του ιδιόμορφου και ποικιλόμορφου κυπριακού περιβάλλοντος στις πρακτικές των καλλιτεχνών. Γράφει χαρακτηριστικά: «Το πολύ δυνατό φως σε αντίθεση με την απαλότητα του τοπίου, η διάβρωση των βράχων με το παιχνίδισμα των κυμάτων, τα αραβουργήματα των ακρογιαλιών με τη λιτότητα της ξερής γης, αφήνουν τα ίχνη τους στη γραφή του Κύπριου καλλιτέχνη».

Η παιδική τέχνη ως αισθητική απόλαυση
Αν σταθεί κανείς στους αμέτρητους λόγους που ο Σαββίδης εκφώνησε εγκαινιάζοντας εκθέσεις, γρήγορα θα αντιληφθεί τη θεώρησή του για το δημιουργικό εγχείρημα τόσο στους ενήλικες όσο και τις μικρότερες ηλικίες. Προλογίζοντας έκθεση παιδικής ζωγραφικής στη Λευκωσία, το Μάη του 1988 απαριθμεί τους λόγους που αυτή γοητεύει το κοινό. Λέει: «Η τέχνη των μικρών παιδιών μας θέλγει με τη δροσιά και τον αυθορμητισμό της, με την ειλικρίνεια της έκφρασης και την αμεσότητα της απλοϊκής ερμηνείας της για τον κόσμο. Μάς θέλγει, γιατί κρύβει τις χορδές του ξεχασμένου μας συναισθηματικού οργάνου που βρίσκεται στο υποσυνείδητο ή πιο πέρα στο ασυνείδητο μας …».
Στο λόγο του επισημαίνει την επικράτηση του ορθολογισμού και των επιστημονικών ερμηνειών εις βάρος «της έκστασης και του μαγικού συναισθήματος» που ο άνθρωπος βιώνει μπροστά στο θαύμα της φύσης. Σύμφωνα με τον ίδιο και τα δεδομένα που παραθέτει, μόνο τα παιδιά μπορούν να βιώσουν «τη συναισθηματική ηλικία της ανθρωπότητας». Προλογίζοντας μια άλλη έκθεση παιδικής ζωγραφικής στην Πάφο, το 1989, σχολιάζει: «Χρώματα και σχήματα, πρόσωπα και πράγματα, εμπειρίες και όνειρα, πραγματικότητα και φαντασία ξεχύνονται με ειλικρίνεια, αμεσότητα και ζωντάνια μέσα από το είναι τους για να μας χαρίσουν αυτή την όμορφη οπτική πανδαισία. Με τη παρθένα όραση τους και το αδέσμευτο πνεύμα τους μας παρουσιάζουν ένα κόσμο διαφορετικό απ’ αυτόν που συνηθίσαμε να βλέπουμε, επηρεασμένοι από τις βιοτικές μας ανάγκες ή σκοπιμότητες».
Ακαδημαϊκή κατάρτιση και επαγγελματική πορεία
Γεννήθηκε στην Κερύνεια το 1930. Στο γυμνάσιο είχε δάσκαλο Τέχνης τον Αδαμάντιο Διαμαντή και αργότερα στο Διδασκαλικό Κολλέγιο Μόρφου τον τουρκοκύπριο Τζιεφτέτ Χουσεΐν. Εργάστηκε ως δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείου Αγίου Αντωνίου στη Λευκωσία, από το 1952 μέχρι το 1955 και στη συνέχεια πήγε στο Λονδίνο. Φοίτησε στο Saint Martins School of Arts και αφού ολοκλήρωσε τον πρώτο κύκλο (1955-56), συνέχισε τις σπουδές του στο Chelsea School of Arts. Αποφοίτησε απ’ αυτό με ειδικότητα στη γλυπτική και τα παιδαγωγικά. Μετά τις σπουδές του γύρισε στην Κύπρο και εργάστηκε για χρόνια σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης και στην Παιδαγωγική Ακαδημία. Αφυπηρέτησε ως επιθεωρητής τέχνης Μέσης Εκπαίδευσης. Τέλος, δίδαξε στο Τμήμα Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου.
Εκπροσώπησε την Κύπρο, μεταξύ άλλων στη Μπιενάλε του Σάο Πάολο (1971), στη Μπιενάλε Μικρών Γλυπτών της Βουδαπέστης (1973) και στη Μπιενάλε Αλεξάνδρειας (1971) που του χάρισε και το Β’ Βραβείο Γλυπτικής.
Πέθανε στη Λευκωσία στις 3 Ιουλίου 2016.
Πηγές:
- Αρχείο Αντρέα Σαββίδη. Ευγενική παραχώρηση της οικογένειας.
- Σάββας Χριστοδουλίδης, Γνωριμία με Κύπριους Καλλιτέχνες, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, Λευκωσία, 1996.
Eλεύθερα, 26.07.2026