Μια δραματουργία για τη «ματαιοδοξία της απόσυρσης».
Στην τρίτη σε σειρά έκθεση στο ξενοδοχείο Μινέρβα στις Πλάτρες, παραγωγή της Pylon Art & Culture, ο Χριστόδουλος Παναγιώτου στήνει έναν κόσμο στα όρια της ζάχαρης: ένα brandy sour, ένα μαλλί της γριάς ή banana split κι από πίσω τους έναν ολόκληρο αναστοχασμό πάνω στο τελετουργικό του παραθερισμού και της αργίας.
Η έκθεση εξελίσσεται δραματουργικά σε τρεις πράξεις, με τον ρυθμό των ίδιων των καλοκαιρινών διακοπών: πρώτα ήπια – ένα σαββατοκύριακο τον Μάιο, τον Ιούνιο, τον Ιούλιο – και μετά εντατικά, για όλο τον Αύγουστο.
Έμπνευση αποτελεί η «Τριλογία του Παραθερισμού» του Κάρλο Γκολντόνι, ένα θεατρικό έργο που ο καλλιτέχνης μελετά εδώ και χρόνια δίχως κάποια προκαθορισμένη φιλοδοξία. Ο Γκολντόνι αναδεικνύει τις καλοκαιρινές αποδράσεις ως πεδίο ματαιοδοξίας και κοινωνικού φαίνεσθαι.
Ο Παναγιώτου δίνει έμφαση στη δυσκολία της μετάφρασης του τίτλου, που φανερώνει διαφορετικά γλωσσικά συμφραζόμενα: «villégiature» στα γαλλικά, «Holiday» στα αγγλικά, «Παραθερισμός» στα ελληνικά από το 1950. Διατηρεί εσκεμμένα την ίδια ετερογένεια στον τίτλο της δικής του έκθεσης («Παραθερισμός» / «Holiday»)· αυτό μαρτυρεί μια σχέση με τη «ματαιοδοξία της απόσυρσης», που έχει οδηγήσει μέσα στα χρόνια τόσο στην επινόηση του τουρισμού όσο και του φαντασιακού της υπαίθρου ως χώρου απόδρασης στη φύση.

Από το εύπλαστο υλικό της φυσικοποίησης δεν λείπουν και οι Πλάτρες, που κατανοούνται εδώ όχι ως τόπος αλλά ως επινόηση: μια «άλλοτε νέα αστική μυθολογία», φτιαγμένη πριν 150 χρόνια, όταν η βρετανική διοίκηση αποφάσισε να χτίσει ένα ελβετικό σκηνικό μέσα στο Τρόοδος. Είναι η δομή που ο Ρολάν Μπαρτ περιέγραψε στις Μυθολογίες του: ο μύθος δεν αρνείται τα πράγματα, τα αδειάζει από την ιστορία τους και τα γεμίζει με φύση. Μετατρέπει το ιστορικό, το κατασκευασμένο, σε αυτονόητο, σε κάτι αναπόφευκτο.

Οι Πλάτρες δεν έγιναν ποτέ «φυσικά» ορεινό θέρετρο. Έγιναν ελβετικές με την ίδια χειρονομία που η Βενετία έγινε αξιοθέατο, που ο παραθερισμός του Γκολντόνι έγινε τουρισμός: μέσα από μια μυθοποίηση που χρειάζεται να ξεχάσει την ίδια της την κατασκευή για να λειτουργήσει.
Με το που φτάνεις πάντως στο Μινέρβα, εκπλήσσει η νέα βιτρίνα που εγκατέστησε ο καλλιτέχνης εκεί όπου μέχρι πέρσι υπήρχε μια μεταγενέστερη προσθήκη που χρησίμευε ως είσοδος. Χρησιμοποιώντας τα γυαλιά που πετάχτηκαν και αναδιοργανώνοντας ουσιαστικά τα στοιχεία της προσθήκης (το βιτρώ, τις αποστάσεις μεταξύ των δομικών στοιχείων, τα αυτοκόλλητα που μαρτυρούν ελπίδες και χρόνους προσέλκυσης μαζικού τουρισμού), δημιουργεί ταυτόχρονα ένα όριο και μια διαφάνεια που πλαισιώνει το μέσα.
Βλέπεις ξαφνικά κάποιες βαμβακερές κουρτίνες (που βρέθηκαν διπλωμένες στον πάνω όροφο του Minerva), να κινούνται χάρη σε ένα μηχανοκίνητο σύστημα ράγας, σε ταχύτητες που αλλάζουν.
Η κουρτίνα δεν είναι το όποιο αντικείμενο, αλλά ακόμα ένα όριο ανάμεσα στο μέσα και το έξω, εκεί όπου διακόπτεται το βλέμμα εκείνου που είναι έξω και ταυτόχρονα η έλευση του φωτός προς τα μέσα. Ο Παναγιώτου επιστρέφει, σε γράμμα του από το Άμστερνταμ (27 Μαρτίου 2026), στη Jacqueline de Romilly και στο τελευταίο κείμενο της συλλογής της «Τα Ρόδα της Μοναξιάς» (2006) με τίτλο «Οι Καινούριες Κουρτίνες», όπου η απόφασή της να αντικαταστήσει τις κουρτίνες μιας ζωής μετατρέπεται σε στοχασμό πάνω στον χρόνο που απομένει.
Η τελευταία πρόταση εκείνου ακριβώς του βιβλίου είναι αυτή που μας υπενθυμίζει ο καλλιτέχνης: «Κι αίφνης διασκεδάζω στη σκέψη ότι στο τέλος ενός θεατρικού έργου, η λέξη που σηματοδοτεί τη λήξη, το τέρμα του όλου πράγματος, το γεγονός ότι το έργο παίχθηκε και τελείωσε, είναι ακριβώς αυτή η λέξη που με απασχόλησε τις τελευταίες δυο, τρεις μέρες και μου αποκάλυψε μερικά μικρά μυστικά για τον εαυτό μου: η λέξη «κουρτίνα», αυλαία!»
Στην έκθεση η αυλαία- κουρτίνα τρέχει με ταχύτητα που αναγκάζει τον επισκέπτη να τοποθετηθεί σε σχέση με την κίνησή της. Μπορείς να κρυφτείς ή να επιλέξεις να μείνεις ορατός. Κάποια παιδιά που ήταν εκεί, πάντως, αγνοώντας αυτή τη διαλεκτική, επέλεξαν να τρέχουν πίσω από τις κουρτίνες και να δώσουν μια νέα πνοή στην κατάσταση αυτή.

Στο δωμάτιο στα αριστερά, οι στοιβαγμένες καρέκλες από τον «Αντωνή», την τελευταία λαϊκή καντίνα των Πλατρών, στέκουν δίπλα από τις καρέκλες του Μινέρβα, οι οποίες κοιτάζουν τον τοίχο. Ενώ οι στοιβαγμένες καρέκλες υποδηλώνουν ότι μπορεί κάποιος να τις πάρει και να τις χρησιμοποιήσει, οι καρέκλες του Μινέρβα δείχνουν άδειες, σαν να έχουν ακυρωθεί. Μπορείς ή να πάρεις καρέκλα και να κάτσεις, ή να δεχθείς το αδιέξοδο σαν πρόσκληση για να προχωρήσεις πίσω στο κυρίως δωμάτιο.
Πίσω από το μπαρ βρίσκει κανείς τακτοποιημένα Highball ποτήρια, όπως αυτά που σερβίρεται μέσα το brandy sour, ένα ποτό που δημιουργήθηκε στις Πλάτρες με βασικό στόχο την απόκρυψη, αφού δημιουργήθηκε στο Forest Park για τον νεαρό τότε βασιλιά Φαρούκ της Αιγύπτου. Ο Φαρούκ, τακτικός επισκέπτης στις Πλάτρες, αγαπούσε τα «κοκτέιλ δυτικού τύπου», αλλά δεν μπορούσε να θεαθεί να καταναλώνει αλκοόλ.

Ο μπάρμαν του Forest Park βρήκε τον τρόπο, σερβίροντας στον βασιλιά αυτό που φαινόταν για παγωμένο τσάι. Το νέο αυτό ποτό διαδόθηκε παντού και έγινε το αγαπημένο κοκτέιλ του νησιού.
Η πιο ενδιαφέρουσα ίσως στιγμή της έκθεσης είναι οι «Ξένες Επιτυχίες»: ένα βινύλιο καρφωμένο πλαγιαστά στο μπαρ, που παίζει με τη σύμβαση της κυκλοφορίας συλλογών με τραγούδια που ξεπερνούσαν τα σύνορά τους.
Ο Παναγιώτου χτίζει έναν παραλληλισμό ανάμεσα στην εξαφάνιση του βινυλίου και το χρονικό του AIDS που είναι σχεδόν χρονολογικά ευθυγραμμισμένος: το 1981, τη χρονιά που ανακοινώνεται το CD, το CDC δημοσίευσε την πρώτη αναφορά για τη νόσο· το 1982, η καθιέρωση του όρου AIDS συμπίπτει με τα πρώτα εμπορικά CD, διαφημισμένα ως ανέπαφη τεχνολογία· το 1985, με τον θάνατο του Ροκ Χάντσον, το CD γίνεται μαζική επιτυχία· το 1989, χρονιά που οι πωλήσεις του ξεπερνούν οριστικά το βινύλιο, παγιώνεται μια αισθητική ψηφιακής καθαρότητας, χωρίς φυσική τριβή. Το βινύλιο, γράφει ο ίδιος, είναι δέρμα: ζεστό, ευάλωτο, γεμάτο ουλές.
Το λέιζερ διαβάζει χωρίς ποτέ να αγγίζει. Η ίδια απόσυρση από την αφή που ξεκινά με το CD καταλήγει, λέει, στην πλήρη αποσάρκωση του ήχου μέσα από το MP3.
Η μέθοδος του καλλιτέχνη είναι, εδώ όπως και αλλού, μια ιδιότυπη αρχαιολογία που ανασύρει πληροφορίες και πρακτικές για να αναδείξει νέες υφές τους. Μέσα από γράμματα που απευθύνει σε παραλήπτες που εδώ δεν κατονομάζονται, γραμμένα από το Λονδίνο, το Άμστερνταμ, τη Λεμεσό, ο Παναγιώτου δεν εξηγεί τα έργα του, αλλά τα αφήνει να αναδυθούν μέσα από αυτά.
Τα γράμματα είναι και το κείμενο της έκθεσης και δεν περιμένουν απάντηση για να επικυρώσουν τη χρησιμότητά τους. Το γράψιμο τους δεν ορίζεται από μια σχέση με τον χρόνο που αφορά το αποτέλεσμα, το έργο, τη χρήση. Σε αυτή τη χρονικότητα της αλληλογραφίας, πριν ακόμη φτάσουμε στα ίδια τα αντικείμενα, βρίσκεται ίσως το κλειδί του κόσμου αυτού.
Ο κόσμος αυτός φέρει κάτι που ο ίδιος ο καλλιτέχνης κατονομάζει ως νοσταλγία, την οποία ερμηνεύει ως «καρικατούρα του παλιού». «Δεν μου ήταν ποτέ εύκολα τα υλικά του μέλλοντος», γράφει, «η ευαισθησία μου είχε πάντα μια ροπή προς το παρελθόν».
Είναι μια διάγνωση που θα αναγνώριζε ίσως η Σβετλάνα Μπόιμ ως τη διαφορά ανάμεσα στην αποκαταστατική και την αναστοχαστική νοσταλγία: η πρώτη χτίζει μνημεία, πείθει τον εαυτό της πως το παρελθόν μπορεί να επιστρέψει αναλλοίωτο, ενώ η δεύτερη κατοικεί στα ερείπια χωρίς να τα επισκευάζει.
Το Μινέρβα, με τις καρέκλες του να περιμένουν ακόμη τους παραθεριστές του πρωινού, με τις κουρτίνες που βρέθηκαν διπλωμένες σε έναν επάνω όροφο, δεν αποκαθίσταται αλλά ανοίγει ξανά ως σκηνή όπου η αργία του παραθερισμού γίνεται μέθοδος εμβάθυνσης σε ένα χωρικό memento mori.
Η όλη σκηνογραφία θυμίζει μια νεκρή φύση γεμάτη στοιχεία που αφορούν τη συνέχεια του χρόνου που δεν μας θυμίζουν επιδεικτικά το πέρασμά του και -εν τέλει- τον θάνατο για να μας τρομάξουν, αλλά για να μας δείξουν πως ζούμε μόνο στο βαθμό που τον ξεχνάμε.
Και κάπως έτσι, μαζευόμαστε για να περάσουμε την -ίσως ματαιόδοξη- ραστώνη του καλοκαιριού, σε ένα πολύπλοκο σκηνικό που ενυπάρχει μέσα σε ένα άλλο σκηνικό και να αναλογιστούμε τις φορές εκείνες που η ζάχαρη στα χείλη των ποτηριών των brandy sour έγινε για εμάς κάτι παραπάνω από απλή επικάλυψη.
- Η έκθεση παραμένει ανοιχτή στο ξενοδοχείο Minerva στις Πλάτρες για όλο τον Αύγουστο, Τετάρτη – Κυριακή 11:00 – 18:00. Για το ημερολόγιο των δράσεων πατήστε εδώ
Eλεύθερα, 26.07.2026