Ο Θοδωρής Αθερίδης είναι προβληματικός όταν από τη σκηνή, μετά την παράσταση, ευχαριστεί τον υπουργό Μ. Χρυσοχοΐδη για την προσφορά του. Καπελώνει την όποια αξία του έργου που παρουσίασε και φέρνει σε δύσκολη θέση εκείνους τους θεατές που δεν υποστηρίζουν την παρούσα ελληνική κυβέρνηση.

Το ίδιο προβληματικοί είναι βέβαια και όλοι εκείνοι οι καλλιτέχνες που επιδίδονται σε ρητορικό ακτιβισμό υπέρ της αντιπολίτευσης, των Παλαιστινίων…. Ελευθερία του λόγου έχουμε, ας λέει ο καθένας ό,τι θέλει. Το μαχαίρι όμως κόβει και από τις δυο μεριές — είναι και η άσκηση της κριτικής ελεύθερη. Κι αυτό δεν αρέσει σε όποιον θέλει να τον μονοπωλεί.

Δεν εννοώ ότι μια υγειονομική ζώνη θα πρέπει να χωρίζει την τέχνη από την πολιτική. Κάτι τέτοιο θα ήταν συνταγή ασφυξίας. Οι δημιουργοί μπορούν να μιλήσουν για ό,τι θέλουν. Υπάρχουν έργα που είναι έντονα πολιτικά. Στα καλύτερα απ’ αυτά η πολιτική αγωνία μετουσιώνεται σε συνολικό αισθητικό όραμα. Αλλά, γενικότερα, τέχνη και πολιτική δεν πρέπει να γίνονται ένα, όπως ακριβώς δεν πρέπει να ταυτίζονται η πολιτική και η ζωή.

Μόνο τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, φασιστικά και κομμουνιστικά, θέλουν η πολιτική (όπως την εννοούν αυτά) να σκεπάζει όλες τις άλλες εκφάνσεις της ζωής: την εργασία, τη σεξουαλικότητα, την οικογένεια, τον αθλητισμό, την επιστήμη, και, βέβαια, την τέχνη. Μπορούν να λειτουργήσουν μόνο σε συνεχή πολεμική ατμόσφαιρα, γι’ αυτό και συνήθως ξεκινούν επιθετικούς πολέμους όταν τελειώνει η καύσιμη ύλη της επίκλησης των εσωτερικών εχθρών.

Υπάρχει και η εξαίρεση των κομματικών φεστιβάλ πολιτισμού. Εκεί, οι καλλιτέχνες που δηλώνουν συμμετοχή γνωρίζουν εξαρχής ότι μπαίνουν κάτω από συγκεκριμένη ομπρέλα και πως ό,τι παίξουν και πουν θα περάσει στο κοινό μέσα από ένα εξωκαλλιτεχνικά δομημένο πλαίσιο. Γι’ αυτό και οι σοβαροί καλλιτέχνες που σέβονται τον εαυτό τους και το έργο τους πιστεύω ότι οφείλουν να αποφεύγουν τέτοιες διοργανώσεις. Αυτή η θεωρητική θέση δεν με εμπόδισε να απολαύσω τον Steve Wynn, που είχε δώσει μια από τις καλύτερες συναυλίες του στην Ελλάδα, στο Ζάππειο, σε φεστιβάλ του Συνασπισμού. Έχασα, όμως, τον Billy Bragg σε φεστιβάλ της ΚΝΕ — τέτοιες υπερβάσεις από το Κόμμα μόνο σε χρονιές δραματικών γεγονότων όπως η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού.    

Από δεξιούς αρθρογράφους και σχολιαστές είδαμε αρκετά κείμενα να στηλιτεύουν το κράξιμο από τα αριστερά που έφαγε ο Αθερίδης, μίλησαν για bullying και απόπειρα φίμωσης. Σ’ αυτή την αντίδραση διαβλέπω κάποια στοιχεία υποκριτικά, αλλά και κάποια που έχουν βάση και αξίζουν διερεύνησης. Τα διπλά κριτήρια εφαρμόζονται από τα δεξιά όταν πολιτικολογούν αριστεροί καλλιτέχνες — π.χ. οι ατάκες και η γενικότερη «επαναστατική» επιτελεστικότητα της Ν. Μποφίλιου έχουν γίνει ανέκδοτο.

Να υπενθυμίσω εδώ ότι στο παρόν άρθρο με ενδιαφέρουν όσα μεταφέρονται «ζωντανά» από τη σκηνή, ως υποχρεωτικό μέρος της εμπειρίας μιας θεατρικής ή μουσικής παράστασης και όχι όσα λέγονται στο πλαίσιο μιας συνέντευξης. Η μιντιακή προώθηση δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος ενός έργου. Ο δημοσιογράφος ρωτά ό,τι θέλει και ο αναγνώστης μπορεί να δώσει σημασία ή να αγνοήσει. Προσωπικά, επιλέγω να προσπερνώ, εκτός αν μιλά κάποιος πραγματικά διαβασμένος, που ο λόγος του αντέχει να αντιμετωπιστεί με κριτήρια που θα εφαρμόζαμε σε κείμενο διανοουμένου (δυο τέτοια, σπάνια, παραδείγματα, ο Σκωτσέζος Momus κι ο Αμερικανός Dan Stuart, ο παλιός ηγέτης των Gren on Red — καθόλου τυχαία έχουν γράψει και δημοσιεύσει αμφότεροι αξιόλογα βιβλία πέρα από τους δίσκους τους). 

Είναι αλήθεια ότι για εκατό πολιτικές παρεμβάσεις από αριστερούς καλλιτέχνες έχουμε μία από δεξιό. Και πάλι αυτός ο ένας ακούει τα εξ αμάξης σαν να ήταν εκατό. Γιατί συμβαίνουν αυτά; Επειδή στον χώρο είναι αριθμητικά λιγότεροι. Και γιατί κι αυτοί που υπάρχουν φοβούνται να μιλήσουν, για να αποφύγουν την κατακραυγή αλλά και για να μη βγουν εκτός των δικτύων αλληλοϋποστήριξης.

Επίσης, ισχύει ότι πολλοί δεξιοί καλλιτέχνες είναι περισσότερο απολιτικοί ή/ και με λιγότερο επεξεργασμένο και συνειδητό πολιτικό λόγο, αντανακλώντας έτσι τη γενικότερη ένδεια εκλέπτυνσης ορθολογικής ανάλυσης και επιχειρημάτων της δεξιάς. Μια σύγκριση της εκδοτικής παραγωγής, με την έλλειψη βασικών τίτλων, παλαιότερων και σύγχρονων, συντηρητικής και φιλελεύθερης σκέψης, συνηγορεί υπέρ της εγκυρότητας αυτής της παρατήρησης.   

Τα πιο προκλητικά ερώτηματα, όμως, που προκύπτουν από τη διαίρεση που εξετάσαμε συνοπτικά εδώ, είναι οι ηθικές και κριτικές αισθητικές συμπαραδηλώσεις της. Κανονικά, οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με το αν π.χ. ο Μ. Θεοδωράκης και ο Γ. Ρίτσος έχουν υψηλότερο ηθικό και καλλιτεχνικό ανάστημα από τον Μ. Χατζηδάκι και τον Γ. Σεφέρη θα έπρεπε να φαντάζει ανόητη. Κι όμως, ρητά και άρρητα, ο παράγοντας της πολιτικής στάσης επηρεάζει την πρόσληψη του έργου τους — πόσο μάλλον όταν αυτή αφορά ενεργούς καλλιτέχνες.

Την επόμενη Κυριακή θα προσπαθήσουμε να δούμε πιο καθαρά τους όρους αυτού του κυρίαρχου παραλογισμού και θα δοκιμάσουμε να τους ανατρέψουμε.    

Ελεύθερα, 26.7.2026