Στον χώρο της χορωδιακής μουσικής της Κύπρου και της Ελλάδας ακούγεται συχνά η άποψη ότι οι κοινοτικές ή ερασιτεχνικές χορωδίες τραγουδούν υπερβολικά δυνατά. Σε συζητήσεις μεταξύ μαέστρων, χορωδών και ακροατών χρησιμοποιούνται εκφράσεις όπως «φωνάζουν», «πιέζουν τη φωνή» ή «δεν διαθέτουν χορωδιακή κουλτούρα». Η κριτική αυτή αποδίδεται συνήθως στην περιορισμένη φωνητική εκπαίδευση, στην έλλειψη επαγγελματισμού ή στην ανεπαρκή γνώση της χορωδιακής τεχνικής.

Η συγκεκριμένη αντίληψη, ωστόσο, γεννά έναν εύλογο προβληματισμό. Είναι πράγματι η ένταση του ήχου αποκλειστικά αποτέλεσμα της τεχνικής των χορωδών ή μήπως η ακουστική του χώρου επηρεάζει καθοριστικά τόσο την παραγωγή όσο και την αντίληψη του ήχου; Μήπως, τελικά, πολλές χορωδίες κρίνονται σε ακατάλληλους χώρους και όχι με βάση τις πραγματικές ηχητικές τους δυνατότητες;

Το άρθρο αυτό δεν επιχειρεί να αμφισβητήσει τη σημασία της χορωδιακής εκπαίδευσης. Αντίθετα, προτείνει μια διεύρυνση του προβληματισμού, υποστηρίζοντας ότι η ακουστική του χώρου αποτελεί έναν εξίσου σημαντικό παράγοντα, ο οποίος συχνά παραβλέπεται κατά την αξιολόγηση ενός χορωδιακού συνόλου.

Ο χορωδιακός ήχος ως αποτέλεσμα πολλών παραγόντων

Ο ήχος μιας χορωδίας δεν είναι προϊόν μόνο των ανθρώπων που τραγουδούν. Αποτελεί το αποτέλεσμα μιας σύνθετης αλληλεπίδρασης μεταξύ της φωνητικής τεχνικής, της μουσικής ερμηνείας, της διεύθυνσης, της ισορροπίας των φωνών και του φυσικού χώρου μέσα στον οποίο παράγεται. Ακόμη και μια εξαιρετική χορωδία μπορεί να παρουσιάσει έναν επίπεδο ή κουραστικό ήχο όταν τραγουδά σε αίθουσα με μικρή αντήχηση. Αντίθετα, ένα σύνολο μέτριας εμπειρίας μπορεί να ακούγεται εντυπωσιακά ομοιογενές όταν βρίσκεται σε χώρο με ευνοϊκή ακουστική. Αυτό σημαίνει ότι ο χώρος δεν λειτουργεί απλώς ως «σκηνικό» της μουσικής. Αποτελεί μέρος του ίδιου του μουσικού οργάνου.

Η ακουστική του χώρου ως μουσικό εργαλείο

Η επιστήμη της αρχιτεκτονικής ακουστικής έχει αποδείξει ότι κάθε χώρος διαθέτει μοναδικά ηχητικά χαρακτηριστικά. Ο χρόνος αντήχησης, οι πρώιμες ανακλάσεις, η απορρόφηση των υλικών και ο όγκος της αίθουσας επηρεάζουν δραστικά την ποιότητα του χορωδιακού ήχου. Οι μεγάλοι ναοί, ιδιαίτερα οι καθολικοί και οι γοτθικού τύπου, διαθέτουν μεγάλη διάρκεια αντήχησης. Η αντήχηση αυτή επιτρέπει στις φωνές να ενώνονται φυσικά, δημιουργώντας έναν ενιαίο και πλούσιο ηχητικό ιστό. Αντίθετα, σε μια αίθουσα πολλαπλών χρήσεων με μοκέτες, χαμηλή οροφή και απορροφητικά υλικά, η φωνή «πεθαίνει» σχεδόν αμέσως. Οι χορωδοί δεν λαμβάνουν επαρκή ακουστική ανατροφοδότηση και, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, αυξάνουν την ένταση της φωνής τους. Το ενδιαφέρον είναι ότι πολλές φορές δεν αλλάζει η τεχνική τους. Αλλάζει μόνο ο χώρος.

Η ψυχολογία του χορωδού

Ένα ακόμη στοιχείο που συχνά παραβλέπεται είναι η ψυχοακουστική. Ο χορωδός χρειάζεται να ακούει τόσο τη δική του φωνή όσο και το σύνολο. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, δημιουργείται ανασφάλεια. Η φυσική αντίδραση είναι σχεδόν πάντοτε η ίδια: Αφού δεν ακούω σημαίνει ότι δεν ακούγομαι, άρα θα πρέπει να τραγουδήσω δυνατότερα».

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι ένδειξη κακής τεχνικής αλλά φυσιολογική ανθρώπινη αντίδραση. Στην πραγματικότητα, η ακουστική του χώρου επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά των εκτελεστών. Αρκετές κοινοτικές χορωδίες της Κύπρου παρουσιάζουν εντυπωσιακά διαφορετικό ηχητικό αποτέλεσμα όταν τραγουδούν σε καθολικούς ναούς ή σε ιστορικές εκκλησίες με ευνοϊκή ακουστική. Η ίδια χορωδία, με τους ίδιους τραγουδιστές, τον ίδιο μαέστρο και το ίδιο πρόγραμμα, μπορεί να ακούγεται αισθητά πιο ισορροπημένη, πιο ήπια και περισσότερο «δεμένη». Αυτό δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα. Εάν οι χορωδοί διαθέτουν την ίδια τεχνική και δεν άλλαξε τίποτε στην προετοιμασία τους, ποιος είναι ο παράγοντας που διαφοροποιεί τόσο έντονα το τελικό αποτέλεσμα; Η πιο προφανής απάντηση είναι ο ίδιος ο χώρος. Η λανθασμένη επιλογή χώρων

Στην Κύπρο και στην Ελλάδα οι περισσότερες συναυλίες κοινοτικών χορωδιών πραγματοποιούνται σε δημοτικά θέατρα, αίθουσες εκδηλώσεων, ξενοδοχεία ή πολιτιστικά κέντρα. Οι χώροι αυτοί σχεδιάστηκαν ώστε να φιλοξενούν κάθε είδους εκδήλωση: ομιλίες, συνέδρια, θεατρικές παραστάσεις και ενισχυμένη μουσική. Δεν σχεδιάστηκαν όμως ειδικά για τη χορωδιακή μουσική. Επομένως, πολλές φορές ζητούμε από μια χορωδία να αποδώσει σε ένα περιβάλλον που λειτουργεί εις βάρος της. Αυτό είναι αντίστοιχο με το να αξιολογούμε έναν πιανίστα χρησιμοποιώντας ένα κακοσυντηρημένο πιάνο. Ένα σημείο που σπάνια συζητείται είναι η ευθύνη των διοργανωτών.

Συχνά δίνεται μεγάλη προσοχή στον φωτισμό, στις θέσεις του κοινού ή στην αισθητική του χώρου, ενώ η ακουστική αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα. Για τη χορωδιακή μουσική όμως η ακουστική αποτελεί βασικό στοιχείο της ίδιας της ερμηνείας. Ίσως τελικά θα έπρεπε οι διοργανωτές να επιλέγουν χώρους όχι μόνο με κριτήριο τη χωρητικότητα αλλά και με βάση τα ακουστικά χαρακτηριστικά τους.

* Ο Νικόλαος Θεράποντος είναι μουσικοπαιδαγωγός, υποψήφιος διδάκτωρ Επιστημών Αγωγής