Πώς διαβάζεται σήμερα ο θάνατος μιας γυναίκας που στόχο έχει να σώσει τη ζωή ενός άνδρα; Η θυσία της Άλκηστης είναι μια πράξη αγάπης ή μια γυναικοκτονία; Πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα από την ηθική παρακμή της Αθήνας του 438 π.Χ. έως σήμερα; Συζητούμε με την Ηρώ Μπέζου για την ηρωίδα που υποδύεται, η οποία καλείται να σώσει από τον θάνατο τον Άδμητο, βασιλέα των Φερών.

Συναντηθήκαμε σε ένα όμορφο και ήσυχο καφέ στη γειτονιά της, στα Πετράλωνα, λίγες μέρες προτού η «Άλκηστις» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, ανέβει στην Επίδαυρο και μετέπειτα περιοδεύσει στην Ελλάδα και την Κύπρο. Η πολυτάλαντη ηθοποιός, δραματουργός και τραγουδίστρια ήταν πολύ ανοιχτή και πρόθυμη για να μιλήσει για τα ζητήματα που θέτει το έργο, για τη συνεργασία της με τον σκηνοθέτη, αλλά και για τη δουλειά της γενικότερα. Όπως σε άλλες συνεντεύξεις της, ήταν πολύ φειδωλή σ’ ό,τι αφορά τους διάσημους γονείς της, τον Γιάννη Μπέζο και την Ηρώ Τσαλίκη. Παρακολουθώντας την πορεία της και συζητώντας μαζί της, καταλαβαίνεις πως αυτή η δυναμική και ευφυής γυναίκα έχει πετύχει πολλά χάρη στη δική της αξία και όχι γιατί κουβαλά ένα όνομα.

-Είναι πράξη αγάπης και αφοσίωσης ή ένα είδος γυναικοκτονίας η θυσία της Άλκηστης για χάρη του συζύγου της Άδμητου; Το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Έχουμε το στοιχείο της πρωτοβουλίας, δηλαδή είναι επιθυμία της, δική της απόφαση. Δεν είναι ακριβώς αναγκασμένη να θυσιαστεί. Για πολλούς λόγους, επειδή είναι μητέρα, γιατί η κοινωνία το επιβάλλει – αλλά υπάρχει και η ανάγκη της να προστατεύσει τον Άδμητο. Θεωρώ πως είναι μητέρα για όλους τους ανθρώπους, για τα παιδιά της, τον άντρα της, για τους υπηρέτες, για τους συμπολίτες. Νομίζω πως λειτουργεί πολύ ενστικτωδώς αυτή η ανάγκη για προστασία. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, πως επειδή ο Άδμητος της το ζητάει, δεν είναι μια πράξη γυναικοκτονίας – με κάποιον τρόπο είναι όντως. Μπορεί να μην της μπήγει το μαχαίρι, μπορεί όταν τη βλέπει να πεθαίνει ο ίδιος να κλαίει και να υποφέρει, αλλά στ’ αλήθεια έχει δρομολογήσει τον θάνατό της, οπότε θεωρώ ότι ισχύουν και τα δύο.

-Ο σύζυγός της δέχεται να πεθάνει η ίδια για να σωθεί αυτός. Και ενώ ο χορός την εξυμνεί, αποδέχεται τη θυσία της… Ναι, την αποδέχεται. Ενδεχομένως τα μέλη του χορού να έχουν ερωτηθεί αν θα έδιναν τη δική τους ζωή. Ο Απόλλωνας λέει ότι ο Άδμητος ρώτησε όλους τους φίλους του και κανείς δεν δέχτηκε. Οπόταν έχουμε μια κοινωνία όπου κανείς δεν θέλει να κάνει αυτή την υπέρβαση, εκτός από αυτό το πλάσμα. Την εξυμνούν και επιχειρούν να εξιδανικεύσουν την πράξη της, να την κάνουν αγία. Διατηρώντας και μια απόσταση, καθώς αρνούνται τη δική τους ευθύνη.

-Ο θάνατος είναι μια διέξοδος για την ίδια; Είναι μια διέξοδος, επειδή και μόνο που τέθηκε το θέμα από τον σύντροφό της -«θα πεθάνεις για μένα»- και η κοινωνία, ευγνώμων σ’ αυτήν, το αποδέχτηκε, είναι και μια κοινωνία στην οποία δεν έχει πραγματικά λόγο να ανήκει. Έχει μια αξία αυτή η διαφυγή. Και το κωμικό είναι πως, όταν τη φέρνουν πίσω στη ζωή το κάνουν χωρίς να τη ρωτήσουν, χωρίς η ίδια να το έχει επιλέξει. Βεβαίως υπάρχουν τα παιδιά της, η Άλκηστη αναφέρεται πολύ σ’ αυτά, τα οποία είναι πολύ σημαντικά γι’ αυτήν. Δηλαδή υπάρχει ένα αγκάθι: Από τη μια θέλει ν’ ακολουθήσει αυτή τη διέξοδο που της προσφέρεται, μετανιώνει όμως που αφήνει πίσω τα παιδιά της.

-Έχεις κατανοήσει τη στάση της; Προσπαθώ, δεν την έχω κατανοήσει εκατό τοις εκατό επειδή είναι κάτι πάρα πολύ ακραίο. Τη βλέπουμε σε μια στιγμή πολύ μεγάλης ψυχικής ταραχής, είναι λίγο πριν σβήσει και έχει τη διαύγεια να ζητήσει ένα πράγμα το οποίο αφορά τα παιδιά, και είναι πολύ λογικό για μια μητέρα. Καταλαβαίνω ότι είναι ένας άνθρωπος ο οποίος φοβάται τον θάνατο όπως όλοι μας, αλλά ταυτόχρονα έχει και μια τεράστια ψυχική δύναμη.

-Στο έργο αυτό ο Ευριπίδης κάνει μια αιχμηρή τοποθέτηση για την ηθική παρακμή της κοινωνίας του, της Αθήνας του 438 π.Χ… Έχει ενδιαφέρον γιατί βλέπουμε μια κοινωνία η οποία ανθίζει και είναι όλοι καλά, έχουν χωράφια, δεν υπάρχει πόλεμος. Είναι όλοι υγιείς, πλούσιοι, χαρούμενοι, δεν υπάρχει αυτό που βλέπουμε σε άλλες τραγωδίες, όπως ένας λοιμός, ένας πόλεμος ή μια συμφορά. Και το μόνο που έχουμε είναι την υποχρέωση του νέου, ευτυχισμένου βασιλιά να πεθάνει. Ο οποίος είναι άμαθος στον πόνο, όπως λέει ο χορός, σαν να μην τον έχει νιώσει ποτέ του. Και νομίζω πως αυτό λέει και ο Ευριπίδης, σαν να μην αντέχει η κοινωνία οτιδήποτε περιλαμβάνει τον πόνο, οτιδήποτε έχει αλήθεια. Είναι σαν να επιμένουν όλοι να μείνουν σ’ ένα γλέντι, ας πούμε, σε μια επιφανειακή απόλαυση, κι έρχεται αυτή η γυναίκα η οποία παίρνει πάνω της όλο το βάρος του πόνου και του ψυχικού και του σωματικού και όλοι μένουν με τη μπάλα στα χέρια για να το διαχειριστούν. Είναι αμάθητοι σε κάτι τέτοιο και καλομαθημένοι.

-Πώς αυτό το έργο αφορά τον σύγχρονο θεατή; Είναι κάτι που το βλέπουμε σήμερα, να θυσιάζονται κάποιοι άνθρωποι και άλλοι να παρακολουθούν με απάθεια σε κάποιες συλλογικές τραγωδίες που συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο; Πέρα από το προφανές, όπως τον πόλεμο που βιώνουμε εξ αποστάσεως, αυτό είναι σίγουρο γιατί μιλάμε για πρωτοφανείς εικόνες που έρχονται στα μάτια μας με τις γενοκτονίες που συμβαίνουν, τη φρίκη του πολέμου. Κάποιοι άνθρωποι όμως αντιδρούν με τις πράξεις τους σ’ αυτό που συμβαίνει. Κινητοποιούνται με κόστος τη ζωή τους και την υγεία τους. Εγώ παρακολουθώ με τεράστιο δέος και σεβασμό αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι κάνουν μια τεράστια υπέρβαση χωρίς καν να τους πλήττει άμεσα αυτό. Δηλαδή η ανάγκη για συλλογική δράση υπάρχει, απλώς είναι ένα μικρό κομμάτι το οποίο έχουμε την τάση να το μειώσουμε.

-Γιατί νομίζεις ότι συμβαίνει αυτό; Επειδή ζούμε σε μια εποχή μεγάλου κυνισμού όπου δεν πιστεύουμε σε τίποτα – δεν πιστεύουμε στην αγάπη, δεν πιστεύουμε στον άνθρωπο, είναι τόσο ατομιστικά όλα και ο καθένας προτιμά να σώσει τον εαυτό του, να προστατεύσει τα κεκτημένα του. Οπόταν, όταν βλέπουμε κάτι υπερβατικό το αμφισβητούμε, ψάχνουμε να δούμε τι υπάρχει από πίσω, το μειώνουμε και προσπαθούμε να το φέρουμε στα μέτρα μας.

-Έχουμε ως παράδειγμα αυτούς τους εθελοντές, που μπήκαν σε βάρκες για να μεταφέρουν προμήθειες στους Παλαιστίνιους, με μεγάλο κόστος για τους ίδιους… Ναι, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας υποστήριξε ότι τους δίνουν λεφτά, δηλαδή δεν εμπιστευόμαστε το αίσθημα της αλληλεγγύης και της καλοσύνης. Σίγουρα, με αυτή την έννοια, εμένα με συναντάει πολύ το έργο του Ευριπίδη, καταλαβαίνω ότι έχει μια σκληρότητα. Δηλαδή είναι σαν να μη δεχόμαστε το ψυχικό μεγαλείο που έχουμε μέσα μας και δεν το «ποτίζουμε» καθόλου. Και έχουμε ευθύνη που δεν το «ποτίζουμε». Αντίστοιχα, βλέπουμε και το έμφυλο, βέβαια, επειδή η βία προέρχεται κυρίως από το αντρικό φύλο. Δεν ξέρω τι θα συνέβαινε αν είχαμε γυναικοκρατία, ο πόλεμος είναι αντρικό παιχνίδι. Στο θεατρικό βλέπουμε μια μητέρα στη σκηνή να πεθαίνει και έχουμε άντρες οι οποίοι, όπως λέει η Άλκηστη, προστατεύουν ο ένας τον άλλον. Ο Απόλλωνας σώζει τον άντρα από τον θάνατο, αλλά αφήνει τη γυναίκα του να πεθάνει. Τον προστατεύει ο Χορός που αποτελείται κυρίως από άντρες, ο Ηρακλής που έρχεται και του φέρνει πίσω στη ζωή τη γυναίκα σαν δώρο. Είναι μια κοινωνία αντρών που αλληλοπροστατεύονται. Η γυναίκα δεν προστατεύεται, ούτε τη ρωτάει κανένας για τίποτα.

-Το θέμα των γυναικοκτονιών είναι πολύ επίκαιρο. Πιστεύεις ότι θα πρέπει να θεσμοθετηθεί και στην Ελλάδα ο όρος γυναικοκτονία, όπως στην Κύπρο; Φυσικά και υποστηρίζω να θεσπιστεί και στην Ελλάδα ένας αντίστοιχος νόμος. Ακόμη και το γεγονός ότι στο δελτίο Τύπου του Εθνικού Θεάτρου για την Άλκηστη αναφέρεται η γυναικοκτονία, είναι ένα σημαντικό βήμα. Υπάρχει πολύ μεγάλη αντίσταση ως προς αυτό από μέρη της κοινωνίας. Θα πρέπει να υπάρξει μέριμνα από την πολιτεία. Είδαμε γυναίκες να καταγγέλλουν κακοποίησή τους στην Αστυνομία και να τις διώχνουν. Δυστυχώς, επικρατεί η αντίληψη ότι η γυναίκα είναι ιδιοκτησία. Αυτό που με ταράζει είναι ότι παγκοσμίως αμφισβητούνται θεμελιώδη κατακτημένα δικαιώματα της γυναίκας. Αυτό συμβαίνει ίσως επειδή οι γυναίκες έχουν δυναμώσει και υπάρχουν γυναικεία κινήματα. Δηλαδή, για παράδειγμα, τώρα άρχισε να συζητείται τι σημαίνει η συναίνεση σε μια ερωτική πράξη, όπως και το ότι ακόμα και μέσα στο γάμο ενδέχεται να υπάρξει βιασμός. Είμαι αισιόδοξη και πιστεύω πως τα επόμενα δέκα χρόνια τα πράγματα θα είναι πολύ πιο ασφαλή. Δεν μπορούμε να χαρακτηρίζουμε έγκλημα πάθους μια γυναικοκτονία ή να θεωρούμε ελαφρυντικό το ότι η γυναίκα απατούσε τον θύτη.

-Τελικά, η Άλκηστις είναι τραγωδία ή τραγικωμωδία; Δεν της αντιστοιχεί κάποιος όρος και είναι πολύ γοητευτικό αυτό και ωραίο. Το έργο είναι πολύ καινοτόμο και σύγχρονο. Είναι μοναδική περίπτωση στα σωζόμενα έργα να πεθαίνει επί σκηνής μια ηρωίδα ή να ανασταίνεται ένα πρόσωπο. Το έργο έχει χιούμορ, τα τραγικά γεγονότα αναιρούνται. Υπάρχει μια ανατροπή τόσο περίεργη που δεν μπορείς να αποφασίσεις αν πρέπει να σε χαροποιήσει ή όχι.

-Ως πρωταγωνίστρια νιώθεις ότι κουβαλάς μια ευθύνη για την επιτυχία της παράστασης; Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι πρωταγωνίστρια, αν και δραματουργικά είμαι το κεντρικό πρόσωπο. Πρωταγωνιστής είναι ο Άδμητος ο οποίος κάνει τον μεγαλύτερο κόπο επί σκηνής. Εγώ, οποτεδήποτε παίζω, νιώθω ότι έχω ευθύνη γιατί κάνω κάτι πολύ απαιτητικό και πολύ συμπυκνωμένο.

-Το θέατρο σε έχει βοηθήσει να κάνεις κάποια ενδοσκόπηση; Ναι, πολλές φορές. Δεν γίνεται αλλιώς, το ένα φέρνει το άλλο, νομίζω. Ειδικά όταν έχεις την τύχη να δουλεύεις και σε πολύ ωραία κείμενα, μπαίνεις πιο βαθιά. Έχει συμβεί να με επηρεάσει καθοριστικά και στη ζωή μου κάτι που έχω κάνει. Να έχω μπει, δηλαδή, σε συναισθηματικές περιοχές που μου ήταν ανοίκειες κι αυτό να μ’ έχει επηρεάσει πολύ κομβικά.

-Πώς βγαίνει ένας ηθοποιός από τον ρόλο του μετά το τέλος της παράστασης; Είναι δύσκολη αυτή η μετάβαση; Δεν μου έχει συμβεί να μην μπορώ να αποστασιοποιηθώ από αυτό που κάνω. Μου έχει τύχει να νιώθω μεγάλο βάρος, αλλά η ίδια η θεατρική πράξη έχει κάτι πολύ εκτονωτικό και λυτρωτικό, ειδικά αν έχει λειτουργήσει καλά η παράσταση. Μπορεί να περάσεις μεγάλη οδύνη μέσα στο έργο και μετά να νιώθεις μεγάλη ευεξία γιατί είναι σαν να το έχεις ξορκίσει κιόλας.

-Έχεις βραβευθεί με το βραβείο Μελίνα Μερκούρη. Πώς εισπράττεις αυτή τη βράβευση; Δεν μπορώ να πω ότι ήτανε κάτι πολύ κομβικό. Δούλευα περίπου 10 χρόνια όταν το πήρα, δηλαδή δεν χρειαζόμουν ώθηση για να μπορώ να βιοπορίζομαι. Είναι μια τιμή, αλλά δεν θέλω να δίνω μεγάλη βαρύτητα στα βραβεία. Δημιουργούν ένα διαχωρισμό που πιστεύω ότι είναι άδικος και λάθος, υπάρχουν εξαιρετικοί συνάδελφοι οι οποίοι δεν έχουν βραβευθεί.

-Συνεργάστηκες ξανά με τον Δημήτρη Καραντζά. Πώς είναι αυτή η καλλιτεχνική σχέση; Ο Δημήτρης μού έχει εμπιστευτεί πολύ δύσκολα πράγματα και αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα. Εκτιμώ το ότι είναι πολύ διαβασμένος, έχει πολύ μεθοδικό τρόπο και ξέρει πολύ καλά πού θέλει να πάρει την παράσταση. Η δραματουργία του είναι από την αρχή πολύ στιβαρή και αφήνει πολύ χώρο στους ηθοποιούς. Επίσης έχει πολύ καλούς συντελεστές. Πάντα ξέρω ότι θα είμαι με μια ομάδα με την οποία χαίρεσαι να συνομιλείς. Και μου δίνει την ευκαιρία να κάνω πράγματα δύσκολα.

-Διάβασα σε ένα άρθρο ότι στην Ελλάδα υπάρχει μια «θεατρική φούσκα» με 1500 παραστάσεις σε μια σεζόν. Εσύ πώς βλέπεις το θεατρικό τοπίο; Δεν θα ήθελα να γίνονται λιγότερες παραστάσεις. Εγώ θα έλεγα να χρηματοδοτούνται περισσότερες παραστάσεις από το κράτος, να υπάρχει πιο ουσιαστική και δραστική ενίσχυση των ομάδων. Επίσης, οι συλλογικές συμβάσεις είναι κάτι πολύ σημαντικό. Ένα πρόβλημα είναι ότι βρισκόμαστε στην εποχή των παραγωγών, οι αίθουσες που δεν ανήκουν σε παραγωγούς είναι ελάχιστες στην Αθήνα. Αυτό είναι πρόβλημα γιατί είναι πολύ δύσκολο μια ομάδα να αυτονομηθεί. Θα πρέπει να συνομιλείς με τον παραγωγό και να έχεις συγκεκριμένους όρους προώθησης. Το κομμάτι της συλλογικής σύμβασης είναι πολύ κομβικό επειδή σε κάποιες περιπτώσεις μπαίνουμε στη λογική του συμπαραγωγού κι αυτό σε απομακρύνει από την ταυτότητα του εργαζόμενου που έχει να κάνει τη δουλειά του και δεν τζογάρει. Αν εγώ πληρώνομαι καλά σε μια παράσταση, μ’ ενδιαφέρει να πληρώνονται καλά και οι συνάδελφοί μου, που μπορεί να είναι νεότεροι. Είμαστε σε μια εποχή που απειλείται κάπως η ομαδικότητα.

-Το ότι μεγάλωσες σε οικογένεια ηθοποιών, με τον Γιάννη Μπέζο και την Ηρώ Τσαλίκη, καθόρισε και την επιλογή σου να γίνεις ηθοποιός. Ναι, είναι κάτι που ήθελα από παιδί. Πήγαινα πολύ στο θέατρο, στα παρασκήνια ήταν πολύ γοητευτικό.

-Συζητάς με τους γονείς σου τους ρόλους που παίζεις; Επιζητάς την κριτική τους; Όχι ιδιαίτερα. Συζητάμε, αλλά όχι με την έννοια της συμβουλής.

-Εκτός από την υποκριτική, ασχολείσαι με τη συγγραφή και τη σκηνοθεσία. Τι απολαμβάνεις περισσότερο; Η συγγραφή και η σκηνοθεσία ήρθαν σαν δωράκι τα τελευταία χρόνια, όμως δεν είναι κάτι από το οποίο έχω καταφέρει να βιοποριστώ. Είχα πολύ μεγάλη ανάγκη να το κάνω και είναι ένας τελείως άλλος τρόπος έκφρασης. Αλλά η δουλειά μου είναι να παίζω, αυτό έχω σπουδάσει κι απ’ αυτό ζω. Το ένα, βέβαια, εμπλουτίζει και ενισχύει πολύ το άλλο.

-Απ’ ό,τι ξέρω σου αρέσει πολύ το τραγούδι… Ναι, είμαι σε ένα μουσικό σχήμα εδώ και έξι χρόνια. Παίζουμε ρεμπέτικα με τρεις φίλους και μουσικούς όποτε μπορούμε σε μαγαζιά. Μ’ αρέσει πολύ το τραγούδι.

-Τι είναι για σένα ευτυχία; Νομίζω, η ουσιαστική σύνδεση με άλλους ανθρώπους και το μοίρασμα.

-Αυτό έχει να κάνει και με το ότι είσαι μοναχοπαίδι; Έχω μεγαλώσει πολύ μοναχικά, είμαι και μοναχική. Περνώ χρόνο μόνη μου κι έχω μια εξοικείωση με το να κάνω πράγματα μόνη μου. Αλλά μου αρέσει πολύ να είμαι με παρέες, να μαζεύω κόσμο σπίτι μου, να είμαι σε ομάδες.

INFO Η παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου Ελλάδας με την Άλκηστη του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά παρουσιάζεται στο Αρχαίο Θέατρο Κουρίου στις 7 & 8 Αυγούστου, 9μ.μ. (Προσέλευση 8μ.μ.) Εισιτήρια: SoldOut Tickets, Καταστήματα Stephanis, 7000 2414. Διάρκεια: 120’. Διατίθενται λεωφορεία από Λευκωσία.

Ελεύθερα 2.8.2026