Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΣτα δυόμισι χρόνια που βρίσκεται στο τιμόνι του Σπιτιού της Κύπρου στην Αθήνα, ο Διομήδης Νικήτας κατάφερε να φέρει ένα νέο αέρα και να προσελκύσει νέο κοινό. Διεύρυνε την γκάμα των πολιτιστικών εκδηλώσεων, έβαλε στο πρόγραμμα νέους πολιτιστικούς θεσμούς και δράσεις, από την ακαδημαϊκή και επιστημονική κοινότητα μέχρι τα εικαστικά και από τις παραστατικές τέχνες ώς τη λογοτεχνία, τη μουσική, την ποίηση και τον κινηματογράφο.
Συναντηθήκαμε αρχές Ιουλίου στο Σπίτι της Κύπρου, το οποίο από το 2011 στεγάζεται στο κτήριο της κυπριακής πρεσβείας, στην οδό Ξενοφώντος κοντά στο Σύνταγμα. Μιλήσαμε για τον ρόλο του Σπιτιού ως πνευματικό κέντρο αλλά και ως ένας φάρος σύγχρονου πολιτισμού στην καρδιά της Αθήνας. Μια δυναμική σκηνή που δίνει βήμα σε Κύπριους αλλά και Ελλαδίτες δημιουργούς, ώστε να αναπτύξουν ένα πολυσυλλεκτικό πρόγραμμα δράσεων.
Ο Διομήδης Νικήτας είναι επίσης σκηνοθέτης του κινηματογράφου, του θεάτρου, της τηλεόρασης και διετέλεσε για πολλά χρόνια γραμματέας της Συμβουλευτικής Επιτροπής Κινηματογράφου (ΣΕΚιν). Έτσι, συζητήσαμε και για την ανάπτυξη του κυπριακού κινηματογράφου και τις επιτυχίες που σημειώνουν οι Κύπριοι σκηνοθέτες, χάρη και στη δική του συμβολή στα 25 χρόνια που εργάστηκε σ’ αυτόν τον τομέα.
–Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση όταν αναλάβατε διευθυντής στο Σπίτι της Κύπρου; Ερχόμενος στην Αθήνα, αρχικά προσπάθησα να εντοπίσω κάποια αδύνατα σημεία στον τρόπο λειτουργίας του Σπιτιού της Κύπρου και να χαράξω μια πολιτική γύρω από το πώς θα ήθελα να δουλεύει. Με βοήθησε πολύ η 25χρονη εμπειρία που απέκτησα στο Τμήμα Σύγχρονου Πολιτισμού και στη διαχείριση κινηματογραφικών παραγωγών. Το πρώτο πράγμα που επισήμανα ήταν το ότι κάποιες θεματικές παρουσιάζονταν συχνότερα, π.χ. γύρω στο 90% αφορούσε παρουσιάσεις βιβλίων. Πολύ λιγότερες ήταν οι εκδηλώσεις για μουσική, θέατρο, χορό, ο κινηματογράφος απουσίαζε. Έτσι επιδίωξα να δημιουργηθεί ένα ενιαίο πρόγραμμα στο οποίο να περιλαμβάνονται και οι άλλες κατηγορίες. Το πρώτο που κάναμε, σε συνεργασία με το Τμήμα Σύγχρονου Πολιτισμού και τη διευθύντρια κ. Ιωάννα Χατζηκωστή, ήταν να δημιουργήσουμε το νέο πλαίσιο λειτουργίας του Σπιτιού και την κατάρτιση ενιαίας αίτησης για φιλοξενία.
–Το κοινό στην Αθήνα έχει να επιλέξει ανάμεσα σε πλήθος πολιτιστικών προτάσεων. Ένα στοίχημα για σας ήταν να κερδίσετε νέους επισκέπτες; Βέβαια, ήταν και αυτό. Μια από τις πρώτες διαπιστώσεις ήταν ότι είχαμε συνέχεια τους ίδιους επισκέπτες μιας ηλικίας και πάνω. Μέσα από μια καλύτερη επιλογή δράσεων, αναβαθμίζοντας το προϊόν, προσπαθήσαμε να προσελκύσουμε νέο, κυρίως νεαρό κοινό αλλά και άλλες ηλικίες. Έτσι προέκυψε η ανάγκη να εντάξω στο πρόγραμμα ετήσιες δράσεις. Ένας πρώτος θεσμός που δημιουργήσαμε ήταν η Εβδομάδα της Γυναίκας, μια σειρά εκδηλώσεων με μουσική, προβολή ταινίας, ποίηση και τέχνη. Ακολούθησε το Cyprus Choreography Athens, με τις καλύτερες παραστάσεις που παρουσιάστηκαν στην Κύπρο, και το Πανόραμα Κυπριακών Ταινιών, σε μια σημαντική και διαχρονική συνεργασία με το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Επίσης έχουμε τον πολυθεματικό θεσμό Ημέρες Κύπρου σε συνεργασία με την πρεσβεία. Η προσέλευση του κοινού ήταν πολύ καλή και φαίνεται ότι βρισκόμαστε σε καλό δρόμο.

–Εκτός από τις εκδηλώσεις με Κύπριους δημιουργούς, παρουσιάζετε και δημιουργούς από την Ελλάδα. Εκτός από το πολιτιστικό προϊόν από την Κύπρο, μας ενδιαφέρουν και οι συνέργειες από τον ελλαδικό χώρο, από πολιτιστικούς παραγωγούς ή δημιουργούς. Σ’ αυτές όμως δεν υπάρχει οικονομικό σκέλος, είναι μόνο φιλοξενία, για παράδειγμα μπορεί να είναι εικαστικές προτάσεις που περιλαμβάνουν Ελλαδίτες και Κύπριους. Μας ενδιαφέρουν επίσης και συνέργειες μεταξύ των πανεπιστημίων σε θέματα σχετικά με την Ιστορία, την Αρχαιολογία ή τη Γλώσσα. Έχουμε στενή συνεργασία με το Καποδιστριακό και με κυπριακά πανεπιστήμια που έχουν την έδρα τους εδώ.
–Επιδιώκετε, δηλαδή, να αναπτύξετε μια γέφυρα ανάμεσα σε Κύπριους και Ελλαδίτες δημιουργούς; Ναι, και είναι κάτι που συμπεριλαμβάνει όλες τις μορφές τέχνης που φιλοξενούμε. Όπως, για παράδειγμα, μουσικά σχήματα με Κύπριους και με Ελλαδίτες. Ο ρόλος του Σπιτιού της Κύπρου αφορά και τη σχέση του με την πρεσβεία, τα επετειακά και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν. Στη μουσική, τον χορό, το θέατρο, υπάρχει μια τέτοια η συνέργεια, όπως και στις παρουσιάσεις κάποιων βιβλίων.
–Πώς τα καταφέρνετε να παρακολουθείτε όλες τις εκδηλώσεις; Ανέκαθεν… χαλούσα την πιάτσα. Στα 19 χρόνια που δούλεψα στο σινεμά μπορούμε να προσθέσουμε άλλα 17, αν υπολογίσουμε τις επιπλέον ώρες. Σε ό,τι κάνω, ξοδεύω άπειρο χρόνο. Μέχρι και σήμερα ξυπνώ στις πεντέμισι το πρωί και μπορεί να επιστρέψω στο σπίτι στις δύο τα χαράματα. Δεν ήταν εύκολο να τροχιοδρομηθούν νέες πολιτικές, να καταγραφούν τα πράγματα και να μπουν σε μια σειρά τα νέα προγράμματα. Έχω πάντα μια αγωνία αλλά και έναν ενθουσιασμό. Ήταν μεγάλη πρόκληση. Η παρουσία μου σε όλες τις εκδηλώσεις είναι δεδομένη.
–Φαντάζομαι ότι σημαντικό ρόλο παίζει και η ομάδα που σας υποστηρίζει… Βέβαια, έχω μια υπέροχη ομάδα ανθρώπων που είναι εδώ 40 χρόνια, από δημιουργίας του Σπιτιού της Κύπρου. Αυτή η ομάδα στηρίζει όλες τις εκδηλώσεις εναλλάξ. Οποιοδήποτε θετικό πρόσημο ως προς το πώς εξελίσσεται το Σπίτι, έχει να κάνει και με αυτή την ομάδα και την πολύ καλή σχέση που έχουμε. Αγκάλιασαν την προσπάθεια να βάλουμε καινούργια πράγματα στο πρόγραμμα.

–Στα δυόμισι χρόνια εφαρμογής του νέου προγράμματος, τι ανταπόκριση είχε; Αν το πάρουμε αριθμητικά, έχουμε καταφέρει στατιστικά να προσελκύσουμε περισσότερο κοινό. Χαίρομαι όταν ο κόσμος έρχεται και μας συγχαίρει ότι επιτέλους το Σπίτι της Κύπρου πήρε μπροστά. Αυτό δεν το λέω υποτιμητικά για τους προηγούμενους που υπηρέτησαν. Όλοι μόχθησαν σε δύσκολες εποχές για να φτάσουμε εδώ που είμαστε σήμερα. Η προσέλευση του κοινού είναι σημαντική για μας. Είχαμε παραστάσεις στις οποίες είδαμε κόσμο να συγκινείται, και αυτή είναι μεγάλη ικανοποίηση. Με μια διαχείριση επικοινωνιακής πολιτικής, όπως και μέσα από τα σόσιαλ μίντια, πλησιάσαμε περισσότερο το κοινό.
–Εσείς τι έχετε κερδίσει από αυτή την εμπειρία; Δεν με φόβισε η σκληρή δουλειά και οι ευθύνες. Αν ήταν να φύγω σήμερα, θα έπαιρνα μαζί μου ένα χαμόγελο. Περπατώντας από το σπίτι για να έρθω στο γραφείο, μιλώ με την σύζυγο μου Κατρίν και αισθάνομαι ευτυχής που πάω στη δουλειά. Αυτό το συναίσθημα θα το πάρω μαζί μου. Αυτή η εμπειρία είναι πολύ μεγάλο δώρο για μένα. Μπορεί να είναι μια θέση ευθύνης, είναι όμως και ένα πολύ ωραίο ταξίδι καθημερινά. Μέσα από την πολιτιστική δημιουργία, τη γνωριμία με ανθρώπους, τις δράσεις τις παραστάσεις, τα χαμόγελα, τις αγκαλιές, παίρνεις μεγάλη ικανοποίηση.
–Έχετε μια πετυχημένη θητεία 25 χρόνων στο Τμήμα Σύγχρονου Πολιτισμού, ως γραμματέας της Συμβουλευτικής Επιτροπής Κινηματογράφου (ΣΕΚιν). Τι κρατάτε από αυτήν; Η δουλειά στον τομέα του κινηματογράφου ήταν πολυδιάστατη, δηλαδή δεν ασχολήθηκα μόνο με τον κυπριακό κινηματογράφο. Ήμουν στα Ευρωπαϊκά Προγράμματα, στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Συμπαραγωγών για πάνω από 22 χρόνια. Μέσα από αυτό το πρόγραμμα πετύχαμε να φέρουμε αρκετά εκατομμύρια για τις κυπριακές παραγωγές. Ήμουν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στα θέματα Οπτικοακουστικής. Επίσης, στην προηγούμενη Ευρωπαϊκή Προεδρία της Κύπρου ήμουν συμπρόεδρος στον τομέα των Οπτικοακουστικών στις Βρυξέλλες. Καταφέραμε και στήσαμε τα κυπριακά περίπτερα στις Κάννες, στο Βερολίνο και στο Φεστιβάλ Δράμας στη Θεσσαλονίκη. Εκτός από τη Συμβουλευτική Επιτροπή Κινηματογράφου, ήμασταν πρωτεργάτες μαζί με την Έλενα Χριστοδουλίδου στη δημιουργία των οικονομικών φορολογικών κινήτρων για τον κινηματογράφο.
–Πώς βλέπετε την ανοδική ανάπτυξη του κυπριακού σινεμά και τις επιτυχίες που σημειώνουν οι Κύπριοι σκηνοθέτες σε διεθνή φεστιβάλ; Τα εύσημα ανήκουν στην Έλενα Χριστοδουλίδου, η οποία είναι ο βασικός άνθρωπος για την ανάπτυξη του κινηματογράφου. Έχουμε μια αδελφική και συναδελφική αγάπη. Περάσαμε δύσκολα μαζί. Από τη μία μεγάλου μήκους ταινία που είχαμε κάθε τέσσερα χρόνια, ώς το 2002, και 2-3 ταινίες μικρού μήκους, φτάσαμε στο να έχουμε 4-5 ταινίες μεγάλου μήκους κάθε χρόνο, γύρω στις 10-12 μικρού μήκους και γύρω στις 10-15 σε ανάπτυξη φακέλου παραγωγής, όπως και αρκετά σενάρια που ετοιμάζονται.
–Πώς καταφέρατε να φέρετε νέο αίμα στην παραγωγή ταινιών; Διαπιστώσαμε, μεταξύ άλλων, ότι ενώ οι παλιοί σκηνοθέτες μεγάλωναν, το «νέο αίμα» απουσίαζε. Έτσι, για πέντε χρόνια ως ΣΕΚιν είχαμε στηρίξει τους μικρομηκάδες. Αυτή η ενέργεια έφερε την επόμενη γενιά των μεγαλομηκάδων. Σ’ αυτή συμπεριλαμβάνονται ο Χρίστος Γεωργίου, η Αλίκη Δανέζη Κνούτσεν, ο Γιάννης Οικονομίδης, η Τώνια Μισιαλή, και πολλοί άλλοι. Έχουμε επίσης τον Κύρο Παπαβασιλείου, τον Μάριο Πιπερίδη, τον Πέτρο Χαραλάμπους, τον Μίνωα Παπά. Οι Κύπριοι σεναριογράφοι-σκηνοθέτες ανήγαγαν το πρόβλημα της Κύπρου σε παγκόσμιο θέμα με έμμεσο τρόπο, εντάσσοντάς το στην κινηματογραφική αφήγηση. Για παράδειγμα, η ταινία «Ψάχνοντας τον Χέντριξ» μιλούσε για την παράνοια που προκύπτει από την ύπαρξη των οδοφραγμάτων. Ο κυπριακός κινηματογράφος ανταγωνίζεται επάξια τον ευρωπαϊκό, όπως δείχνουν οι συχνές επιτυχίες του σε διεθνή φεστιβάλ.
–Υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης των προγραμμάτων ενίσχυσης του κυπριακού σινεμά; Θεωρώ ότι, σε σύγκριση με άλλες χώρες, το μοντέλο των προγραμμάτων που έχουμε είναι πετυχημένο. Δίνει τη δυνατότητα σε νέα άτομα να ξεκινήσουν και να προχωρήσουν. Ανάγκη για αύξηση του μπάτζετ πάντα υπάρχει, ήταν αστείο το ποσό των 1.200 λιρών που εδίνετο παλιά. Σήμερα ο συνολικός προϋπολογισμός μας είναι γύρω στα 2.600.000 ευρώ και καλύπτει όλα τα υποπρογράμματα, όπως τη συγγραφή σεναρίου, την ανάπτυξη σχεδίου παραγωγής, την απευθείας χρηματοδότηση ταινιών μικρού μήκους. Οι τιμές για την παραγωγή μιας ταινίας έχουν τριπλασιαστεί και γι’ αυτό χρειάζεται περαιτέρω αύξηση του προϋπολογισμού.
–Έχουμε ακούσει για παραγωγές στις οποίες κάποιοι συντελεστές δεν πληρώνονται… Αυτό είναι μεγάλο λάθος. Παλιά πολλοί δούλευαν δωρεάν. Έχουμε περιπτώσεις καλών σκηνοθετών που έβαζαν υποθήκη τα σπίτια και τα χωράφια τους και κινδύνευαν να μείνουν στην ψάθα. Αυτή η «τρέλα» να κάνω την ταινία μου είχε αντίκτυπο και στις οικογένειες. Σήμερα, βέβαια, βελτιώθηκαν τα πράγματα. Η βασική μας έγνοια ήταν η δημιουργία θέσεων εργασίας και ειδικοτήτων. Αυτό το χτίσαμε πολύ καλά με την Έλενα και τη ΣΕΚιν μέχρι την περίοδο της κρίσης το 2012. Τότε άλλαξαν πολλά στον χώρο του κινηματογράφου. Σήμερα υπάρχει η δυνατότητα μέσα από τις παραγωγές να εργοδοτείται κόσμος και να μη δουλεύει δωρεάν. Μέσα από την προώθηση παραγωγών και συμπαραγωγών η Κύπρος μπήκε σε ένα άλλο επίπεδο επαγγελματικής ανάπτυξης. Πολύ σύντομα είδαμε να αναπτύσσονται συμπαραγωγές με την Ελλάδα, την Αγγλία, τη Βουλγαρία, τη Γαλλία, τις χώρες όπου σπούδασαν οι σκηνοθέτες. Είναι σημαντικό το ότι σήμερα έχουμε παραγωγούς οι οποίοι δουλεύουν για τους σκηνοθέτες. Έτσι έχουμε ένα πιο υγιές περιβάλλον.

–Έχετε ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία κινηματογράφου και θέατρου. Σας λείπει; Δεν ξέρω αν μου λείπει, θα το ξέρω όταν χτυπήσει καμπανάκι. Όταν πεταχτεί μια «βαλβίδα αποσυμπίεσης» που θα με κινητοποιήσει. Θεωρώ ότι κάθε τι που κάνω είναι δημιουργικό. Παλιά είχα δική μου εταιρεία παραγωγής. Είχα κάνει το πρώτο Survivor της Κύπρου με 25 επεισόδια, σε μια αποστολή στο Σουδάν. Όταν μπήκα στη ΣΕΚιν έκλεισα την εταιρεία. Στον χώρο της θεατρικής παραγωγής μπήκα όταν επέστρεψα από τη Γαλλία, γύρω στο 2000. Είχα ανεβάσει το πρώτο θεατρικό μου με την ΕΘΑΛ, που ήταν «Η Κάθι και ο ιπποπόταμος» του Λιόσα. Έπειτα από 12 χρόνια είχα πάθει σύνδρομο στέρησης και ανέλαβα ένα μιούζικαλ, «Τα Φεγγαρομπερδέματα» με τον Άλεξ Παναγή και την Κατερίνα Χριστοφίδου, χωρίς αμοιβή λόγω της θέσης μου. Επίσης σκηνοθέτησα το «Εφτά Ρίχτερ» με το Θέατρο Αντίλογος και «Το όνομα αυτού» σε συνεργασία με το Σόλο για Τρεις και τον Αντίλογο. Αυτή την περίοδο δεν μου λείπει η σκηνοθεσία γιατί είμαι πολύ αφοσιωμένος στη δουλειά μου. Νιώθω μεγάλη ικανοποίηση που πάνε καλά οι εκδηλώσεις μας.
–Σπουδάσατε και ζήσατε στο Παρίσι για 12 χρόνια. Ποιες ήταν οι πιο σημαντικές σας επιρροές; Αν και ξεκίνησα σπουδές στην αρχιτεκτονική (Ecole d’Αrchitecture Paris Villemin), δεν άργησα να μεταπηδήσω σε αυτό που πάντοτε με ενδιέφερε περισσότερο: Στις τέχνες και τον κινηματογράφο. Η δημιουργική μου πορεία διαμορφώθηκε από μία πλούσια γκάμα αισθητικών, κινηματογραφικών και καλλιτεχνικών επιρροών. Σκηνοθέτες όπως ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ο Φεντερίκο Φελίνι, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, οι δημιουργοί του γαλλικού Νέου Κύματος (Nouvelle Vague) Ζαν Λικ Κοντάρ, Φρανσουά Τρυφώ, Ερίκ Ρομέρ και η διαχρονική Ανιές Βαρντά, καθώς και οι πρωτοπόροι του γερμανικού εξπρεσιονισμού με ταινίες όπως το The Cabinet of Dr. Caligari (Ρόμπερτ Βίνε) και Metropolis (Φριτς Λανγκ), με δίδαξαν την αξία της αργής κινηματογραφικής αφήγησης και της σκηνοθετικής ακρίβειας.
–Πόσο σας επηρέασαν οι σπουδές στις Αισθητικές Επιστήμες; Οι σπουδές μου (Esthétique de l‘Art et de la Communication στη Σορβόνη) μου έδωσαν τη δυνατότητα να εμβαθύνω στο φιλοσοφικό και θεωρητικό κομμάτι της αισθητικής προσέγγισης μέσα από διαφορετικές μορφές τέχνης. Καλλιτέχνες όπως οι ρομαντικοί ζωγράφοι του 19ου αιώνα με ενέπνευσαν με τη συναισθηματική δύναμη και τη φαντασία τους, ενώ δημιουργοί του 20ού αιώνα και μοντερνιστές όπως, μεταξύ άλλων, οι Καντίνσκι, Μοντριάν, Πικάσο, Ματίς, Πολ Κλέε, Τζάκσον Πόλοκ, Νίκη ντε Σεντ Φαλ, Τάκις και Υβ Κλάιν, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην διαμόρφωση της προσωπικής μου κατανόησης του χώρου, του φωτός, του χρώματος και της υφής. Η συνάντηση αυτών των κινηματογραφικών και εικαστικών εμπειριών με τη θεωρητική μου κατάρτιση είχε ως αποτέλεσμα έναν τρόπο προσέγγισης που ενώνει τη φιλοσοφία, την τέχνη και τον κινηματογράφο, εμπλουτίζοντας και προσδιορίζοντας τη δική μου αισθητική αντίληψη των πραγμάτων.
–Η σύζυγός σας, Κατρίν Νικήτα, δραστηριοποιείται στον χώρο των τεχνών. Συζητάτε για πρότζεκτ που σας απασχολούν; Η Κατερίνα έχει περάσει μια εικοσαετία διευθύνοντας το Πολιτιστικό Κέντρο Λανίτη στους Χαρουπόμυλους στη Λεμεσό. Πάντα είχαμε μια υπέροχη σχέση με συζητήσεις και ανταλλαγή ιδεών. Αυτή η ανταλλαγή ξεκίνησε από τη Γαλλία, όταν γνωριστήκαμε στο πανεπιστήμιο, και συνεχίζεται μέχρι τώρα. Δηλαδή ο καθένας τρέχει το κομμάτι που αναλαμβάνει και πάντα υπάρχει ένα μοίρασμα απόψεων.
–Τι απολαμβάνετε περισσότερο από τη διαμονή σας στην Αθήνα; Απολαμβάνω την Αθήνα την ίδια. Μου δημιουργεί δέος το γεγονός ότι βρίσκομαι στο κέντρο του ελληνικού πολιτισμού. Είναι μια μεγαλούπολη που προσφέρει πολλά σε πολιτιστικό επίπεδο, φτάνει να έχεις τον χρόνο. Επίσης μου αρέσει ο κόσμος της και η ευγένειά του.
Ελεύθερα 23.8.2026