Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Ο μείζων ποιητής εξηγεί γιατί θέτει τα «Πρώτα μετά θάνατον ερωτήματα» ενώ νιώθει πιο νέος από ποτέ.

Στα 86 του, δηλώνει έτοιμος να γράψει τα πιο τολμηρά και σουρεαλιστικά του ποιήματα. Για τη νέα του ποιητική συλλογή επέλεξε έναν μεταφυσικό τίτλο, που μοιάζει να υπερβαίνει ακόμη και τον ίδιο τον θάνατο, ανοίγοντας έτσι δρόμους στην αναζήτηση των μεγάλων ερωτημάτων. Εντούτοις, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης αρνείται να ζήσει ως άνθρωπος που μετρά αντίστροφα, αντιμετωπίζει τον χρόνο ως παντοτινό και μιλά για τον θάνατο με τη φυσικότητα κάποιου που δεν έχει πάψει να σχεδιάζει το μέλλον. Άλλωστε, όπως λέει με παιδική λάμψη στα μάτια, λογαριάζει να ζήσει άλλα 30 χρόνια. Τον συναντήσαμε σ’ αυτή τη νέα του δημιουργική περίοδο και η συζήτηση απλώθηκε από την ποίηση ως μαθηματική εξίσωση, στην ωραιότερη γλώσσα, αλλά και στο νόημα του κόσμου που δεν είναι άλλο από την αγάπη. 

Γιατί έχει τόσο μεγάλη σημασία για τον άνθρωπο τι θα απομείνει από τον ίδιο όταν δεν θα υπάρχει πια; Φαίνεται ότι η σημασία που δίνουμε στην υστεροφημία είναι κάτι βαθύτερο, εγγενές. Ακόμα κι όταν παίρνεις μέρος σ’ ένα διαγωνισμό, θες να είσαι ο πρώτος. Το ίδιο ισχύει για τον ποιητή, τον γλύπτη, τον αθλητή. Δεν πρόκειται κατ’ ανάγκην για ναρκισσισμό. Έχει να κάνει με την ίδια τη ζωή, που ωθεί τον άνθρωπο να υπερβαίνει τον εαυτό του. Είναι μια βιολογική παρόρμηση. Αν δεν υπήρχε αυτή η τάση υπέρβασης, δεν θα είχαμε εξελιχθεί ως είδος.

Είναι η υστεροφημία ένας τρόπος να αντιστεκόμαστε στη θνητότητα; Αυτό ισχύει. Ορισμένοι, βέβαια, το βλέπουν διαφορετικά. Οι αναχωρητές λένε πως όλα είναι μάταια. Κι όμως, ακόμη κι αν όλα είναι μάταια, ο άνθρωπος οφείλει να αφήσει πίσω του ένα έργο. Ο καθένας έχει χρέος να κάνει το καλύτερο που μπορεί. Ο ασκητής, που απαρνιέται τα πάντα, είναι μια διαφορετική περίπτωση. Κι εκείνος όμως προσβλέπει σε μια πνευματική υπέρβαση. Δεν πρέπει να το κάνει για να γίνει άγιος· είναι αμαρτία να επιδιώκεις την αγιότητα. Ο υπέρτατος πειρασμός είναι ο πειρασμός της αγιότητας, όπως θα έλεγε κι ο Έλιοτ στο «Φονικό στην εκκλησιά». Όλα αυτά είναι στοιχεία της ζωής που συμπλέκονται με τον θάνατο, που μας παρακολουθεί κατά πόδας.

Πώς γεννήθηκαν τα «Πρώτα μετά θάνατον ερωτήματα»; Εγώ πάντως σας βλέπω ολοζώντανο και υγιή… Ο τίτλος συμπυκνώνει την ουσία μιας ποιητικής συλλογής. Με απασχολεί έντονα η έννοια του θανάτου. Όχι του δικού μου θανάτου, αλλά του Είναι- του δικού μου και όλων των ανθρώπων. Θυμάμαι τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, που μας δίδασκε φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο, να λέει πως ο άνθρωπος ωριμάζει όταν συλλογιστεί τον θάνατο. Όταν τον αντιμετωπίζεις πρόσωπο με πρόσωπο, όταν στέκεσαι απέναντι στη θνητότητα, τότε υφίστασαι, τότε υπάρχεις πραγματικά, γιατί τότε αρχίζεις να θέτεις τα σωστά ερωτήματα. Συλλογίζομαι, λοιπόν, τον θάνατο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τον αγαπώ ή ότι ρέπω προς τη μελαγχολία του.

Με κάποιο τρόπο, μεταφέρετε το βλέμμα στην άλλη όχθη. Τι μπορεί να διακρίνει κανείς από εκεί που δεν φαίνεται όσο ζούμε; Τη Μεγάλη Απορία. Απαντήσεις, ασφαλώς, δεν υπάρχουν. Τολμώ να πω ότι αυτή είναι η ωριμότερη συλλογή μου, γιατί τη συνέλαβα σχεδόν μαθηματικά, σαν μια εξίσωση. Ο Έλιοτ έλεγε πως πρέπει να βλέπουμε το ποίημα σαν μια εξίσωση, σαν μια απόπειρα να αποδείξουμε κάτι.

Αν ο θάνατος είναι τόπος ερωτημάτων, τι νόημα έχει ένα ερώτημα που δεν θα απαντηθεί ποτέ; Όμως, πρέπει να τεθεί. Το νόημα βρίσκεται στο ότι τολμήσαμε να το θέσουμε. Υπάρχουν ερωτήματα που υπερβαίνουν κάθε δυνατή απάντηση. Κι ίσως δεν πρέπει να απαντηθούν ποτέ. Εκείνο που πρέπει να υπάρχει είναι η Υπέρτατη Ευαισθησία.

Τι προσπαθεί να αποδείξει η εξίσωση που σας απασχόλησε στο συγκεκριμένο βιβλίο; Τη δομή των σωστών ερωτημάτων που μπορούμε, ενδεχομένως, να θέσουμε. Για να φτάσει όμως κανείς να τα θέσει μ’ αυτόν τον τρόπο, πρέπει πρώτα να ωριμάσει.

«Δεν υπάρχει έμπνευση χωρίς εμάς. Αν δεν είσαι άξιος να την προκαλέσεις, δεν έρχεται ποτέ.» Φωτ. © Γιώργος Σαββινίδης

Τι αποκαλύπτει η επίγνωση του θανάτου για τη ζωή που δεν μπορεί τίποτα άλλο να μας το διδάξει; Αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν χωρά απάντηση. Ό,τι κι αν απαντήσω, θα είναι ελλιπές. Εκείνο που ίσως αποκαλύπτει είναι την αγωνία μας μπροστά στο Είναι, στην ίδια την υπόσταση του υπάρχειν. Ό,τι γράφουμε, αν δεν ξεκινά από εκεί, αν δεν εκθέτουμε το Είναι μας, δεν έχει πραγματικό σημείο αναφοράς.

Πριν συναντηθούμε, μου είπατε ότι πρέπει να φανταστούμε τον θάνατό μας. Τι αλλάζει στη ζωή ενός ανθρώπου όταν το τολμήσει πραγματικά; Εννοούσα να τον περιάγουμε μέσα μας. Από θεολογικής σκοπιάς, ο Απόστολος Παύλος λέει να νεκρώσουμε όλες μας τις θνησιγενείς επιθυμίες και να τις κατευθύνουμε προς το Ένα που είναι το ζων μυστήριο. Το όντως ον. Ποιος θα το προσδιορίσει; Ωστόσο, υπάρχει κι εμείς υπάρχουμε εντός αυτού. Είναι πέραν του θανάτου, κατά κάποιο τρόπο.

Πότε αρχίζει πραγματικά ο διάλογος του ανθρώπου με τον θάνατο; Δεν μπορώ να ξέρω την απάντηση, αλλά το ερώτημα εκκρεμεί. Για τον καθένα αρχίζει διαφορετικά. Κάποια στιγμή μπορεί να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του πάνω σε νέα βάση. Υπάρχει ένα μυστήριο που μας περιβάλλει, αλλά πρέπει κι εμείς να το προκαλέσουμε. Το ίδιο συμβαίνει και με την έμπνευση. Δεν υπάρχει έμπνευση χωρίς εμάς. Αν δεν είσαι άξιος να την προκαλέσεις, δεν έρχεται ποτέ. Κι όταν έρθει, πρέπει να την καθοδηγήσεις. Εγώ λέω στην έμπνευση: «κάτσε δίπλα μου να σου εξηγήσω». Η ποίηση είναι η «Μεγάλη Κερά», όπως έλεγε ο Καβάφης. Σέρνεσαι στα πόδια της και, ακόμη κι αν σου προσφέρουν τα πάντα, εσύ μόνο αυτή σκέφτεσαι. Κι αν τη σκέφτεσαι εσύ, σε σκέφτεται κι εκείνη.

Θα υπήρχε ποίηση αν τα μυστήρια τη ζωής είχαν διαλευκανθεί; Μάλλον όχι. Κάποιος με ρώτησε κάποτε πώς θα είναι η ποίηση σε 200 χρόνια. Του απάντησα πως μπορώ να του πω πώς θα είναι σε 2000 χρόνια: μια μαθηματική εξίσωση. Αν πάρουμε ακόμη και τη Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν, θα δούμε ότι δεν είναι παρά ένα εξαίσιο ποίημα. Άλλωστε, ο ίδιος παραδεχόταν πως η λογοτεχνία τον είχε επηρεάσει και καθοδηγήσει περισσότερο από την επιστήμη.

Ποιο είναι το δυσκολότερο ερώτημα που θέτει το memento mori, η διαρκής υπενθύμιση της θνητότητάς μας; Στο βιβλίο μου, υπάρχουν ερωτήματα απ’ άκρου εις άκρον. Υπάρχουν και δυνητικές απαντήσεις, αλλά μόνο για τον αναγνώστη, όχι για μένα. Η δική μου δουλειά είναι να συνθέσω ορισμένα υποτυπώδη στοιχεία και να ενεργοποιήσω εκείνον που διαβάζει.

«Όσοι με ρωτούν αν συνεχίζω να γράφω, τους απαντώ: τώρα κι αν γράφω! Δεν περνά μέρα που να μη γράψω». Φωτ. © Γιώργος Σαββινίδης

Υπάρχει κάποιο ερώτημα που ούτε εσείς θα θέλατε να απαντηθεί; Στην πραγματικότητα, τα μεγάλα ερωτήματα δεν επιδιώκουμε να απαντηθούν. Το βέβαιο είναι πως η ύπαρξή μας είναι μια τραγικοκωμωδία, η οποία ερμηνεύεται κάθε φορά διαφορετικά, ανάλογα με την οπτική γωνία, τον φωτισμό και την κουλτούρα του καθενός. Το ίδιο ερώτημα θα μπορούσε να τεθεί ξανά ύστερα από χρόνια, να πάρει μια διαφορετική απάντηση και πάλι να παραμείνει αναπάντητο. Τίποτα δεν υπάρχει· όλα υπάρχουν.

Τι θέση έχει ο λυρισμός στη δική σας ποίηση; Με απασχολεί, αλλά πέρα από την αυταξία του ως λυρισμού. Το ζητούμενο είναι να φτάσεις πέραν του λυρισμού, δια μέσω του λυρισμού. Μπορείς; Υπάρχουν πολλά που δεν εξηγούνται παρά μόνο διά της σιωπής. Ο Σαίξπηρ κλείνει τον «Άμλετ» με τη φράση «τα υπόλοιπα είναι σιωπή». Και ο Ισαάκ ο Σύρος λέει πως ο λόγος είναι όργανο αυτού του κόσμου, ενώ η σιωπή το μυστήριο του μέλλοντος αιώνος.

Πόσο βαθιά έχει διαμορφώσει η θεολογική σκέψη τον τρόπο που γράφετε; Μελέτησα τη θεολογία σε βάθος. Αισθάνομαι μεγάλη τιμή που ο αείμνηστος Χρυσόστομος Σταμούλης πρότεινε την αναγόρευσή μου σε επίτιμο διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Εκείνο που έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία για μένα είναι ότι ο ίδιος εισήγαγε το βιβλίο μου «Ολισθηρός ιστός» ως μάθημα επιλογής στο Πανεπιστήμιο, επειδή διέκρινε στα δοκίμιά μου μια θεολογική σκέψη. Αυτό το στοιχείο είναι βαθιά ριζωμένο στο έργο μου, όχι όμως με μια στενά θρησκειολογική έννοια.

Τον φοβάται λιγότερο τον θάνατο ένας ποιητής ή απλώς διαθέτει περισσότερες λέξεις- δηλαδή όπλα- για να τον αντιμετωπίσει; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πώς θα σταθεί απέναντι στο τέλος του, ούτε αν εκείνη τη στιγμή θα φοβηθεί ή όχι. Εκείνο που ξέρω είναι πως δεν θέλω να φοβηθώ. Νιώθω ότι ο θάνατος θα είναι η ολοκλήρωση ενός κύκλου. Ήδη από την πρώτη μου συλλογή, την «Πρώτη Πηγή», που έγραψα στα 18 μου χρόνια, χαρακτήριζα τον θάνατο «το υπέρτατο θαύμα της ζωής». Με απασχολούσε λοιπόν από τότε αυτό το μυστήριο, όχι μόνο του θανάτου, αλλά ολόκληρης της ανθρώπινης υπόστασης. Έτσι κι αλλιώς, τα πάντα είναι ένα μυστήριο.

Έχετε σκεφτεί ποια θα θέλατε να είναι τα τελευταία σας λόγια; Γράφω ποιήματα από 9 ετών και συνεχίζω μέχρι σήμερα. Ουσιαστικά, όλη μου η ζωή ήταν ρυθμισμένη στην υπηρεσία της τέχνης. Όσοι με ρωτούν αν συνεχίζω να γράφω, τους απαντώ: τώρα κι αν γράφω! Δεν περνά μέρα που να μη γράψω. Στο τελευταίο μου βιβλίο αναφέρομαι στην πεταλούδα, ένα πλάσμα εφήμερο και τόσο εύθραυστο. Εκεί αντιτάσσω την τρυφερότητα στον φίλο μου τον Μανόλη Αναγνωστάκη, που έλεγε πως «σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις, να μην τις παίρνει ο άνεμος». Μα μπορείς να καρφώσεις μια πρόκα πάνω στα φτερά της πεταλούδας; Αυτό είναι ένα ερώτημα ποιητικής. Όλη μου η ζωή είναι εστιασμένη στο τι εστί ποίηση. Αυτό αναζητώ από παιδί μέχρι τώρα που βρίσκομαι κοντά σε σημείο εξόδου.

«Αυτή την περίοδο νιώθω πιο νέος από ποτέ. Τώρα γράφω τα τολμηρότερα και πιο σουρεαλιστικά μου ποιήματα». Φωτ. © Γιώργος Σαββινίδης

Τι σημαίνει για εσάς αυτό το «σημείο εξόδου»; Είμαι 86 ετών, γεννήθηκα το 1940. Δεν είναι ότι θα πεθάνω αύριο. Θέλω να ζήσω πολλά χρόνια ακόμη, γιατί έχω πολλά να δημιουργήσω. Θυμάμαι πως στην κηδεία του Κώστα Μόντη, όπου εκφώνησα τον επικήδειο ύστερα από επιθυμία της συζύγου του Έρσης, είχα πει ότι έφυγε «πλήρης ημερών». Ήταν 90 ετών. Για φαντάσου! Δηλαδή, αν πεθάνω σε τέσσερα χρόνια από τώρα θα λένε ότι ο Χαραλαμπίδης έφυγε πλήρης ημερών; Εγώ λογαριάζω να ζήσω τουλάχιστον άλλα 20- 30 χρόνια, για να είναι πλήρες αυτό που θέλω κάνω. Κίνητρό μου είναι πάντοτε το έργο. Η τέχνη διατηρεί το πνεύμα δροσερό. Γι’ αυτό και στην πρώτη ενότητα του βιβλίου επέλεξα ως μότο μια φράση του Έρμαν Έσσε: «Ωριμάζοντας γινόμαστε ολοένα και νεότεροι». Το πνεύμα είναι αντιστρόφως ανάλογο του σώματος. Η ψυχή δεν γηράσκει. Όσο ο άνθρωπος ανεβαίνει πνευματικά, τόσο εκλεπτύνεται το πνεύμα του. Και αυτή η εκλέπτυνση είναι μια «φωνὴ αὔρας λεπτῆς», που οδεύει προς μια νέα ζωτικότητα. Αυτή την περίοδο νιώθω πιο νέος από ποτέ. Τώρα γράφω τα τολμηρότερα και πιο σουρεαλιστικά μου ποιήματα. Τώρα αρχίζω να ψυλλιάζομαι τι είναι ποίηση.

Στα 86 σας χρόνια, τι σημαίνει πλέον για εσάς ο χρόνος; Ο Βαλερί λέει πως ο χρόνος είναι ένα κενό. Μέσα όμως σ’ αυτό το κενό υπάρχουν τα πάντα. Επομένως, κατά κάποιον τρόπο, υπήρχαμε πάντοτε. Και πιστεύω πως θα υπάρχουμε και μετά τον θάνατό μας, είτε μέσα από το έργο μας είτε σε ένα άλλο επίπεδο, που δεν γνωρίζουμε ποιο είναι. Όλα είναι πάντοτε τώρα: «καὶ νῦν ἐστί», σύμφωνα με τη βιβλική φράση του Χριστού.

Τι είναι το «τώρα»;  Αυτό που υπήρχε και θα υπάρχει. Εμείς δεν ξέρω αν υπάρχουμε. Μήπως είμαστε, όπως λένε, το όνειρο του Θεού; Μήπως μας ονειρεύεται αυτή τη στιγμή; Ή μήπως είμαστε ενίοτε ο εφιάλτης κι ο βραχνάς Του; Πιστεύω ότι ακόμη και ο Θεός διευρύνει την έννοια της υπόστασής Του. Δεν είναι ανάγκη να υπάρχουν απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα. Τι σημαίνει, άλλωστε, απάντηση; Πού βρίσκεται και γιατί πρέπει να είναι θέσφατο; Το Μέγα Ερώτημα είναι η απάντηση. Κάθε στιγμή της εξελικτικής μας πορείας γεννά νέες ανακαλύψεις. Ο Θεός έπλασε ολόκληρο τον κόσμο σε μια προσπάθεια να αντιληφθεί ποιος είναι.

Αν τώρα συναντούσατε τον 30χρονο εαυτό σας, τι θα αποφεύγατε να του πείτε; Όταν διαβάζω παλιά μου ποιήματα, δεν νιώθω ότι πρέπει να τα κρύψω. Κάθε στιγμή της ζωής μου αξίζει τον σεβασμό μου, όπως ακριβώς υπήρξε. Ο άνθρωπος εξελίσσεται ακόμη και σωματικά, πολλώ δε μάλλον πνευματικά. Δεν είμαστε ποτέ οι ίδιοι. Γι’ αυτό δεν πρέπει να απορρίπτουμε κανένα εξελικτικό στάδιο της ζωής μας, έχοντας πάντοτε στον νου μας την Ιθάκη, όπως έλεγε και ο Καβάφης.

Είναι λιγότερο αναγκαία η ποίηση σε μια εποχή που η ανάγνωση έχει υποχωρήσει κι ακόμη περισσότερο η μελέτη; Πρέπει να έχουμε διαρκώς στον νου μας την ανάγκη για την τέχνη. Είναι ένα κερί μέσα στο σκοτάδι, όταν όλα γύρω μαυρίζουν και δεν ξέρουμε προς τα πού να στραφούμε. Όσο περισσότερο σκοτεινιάζει ο κόσμος, τόσο πιο αναγκαία γίνεται η ποίηση. Ο Απόστολος Παύλος έλεγε: «οὗ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις». Πρόκειται για μια εξισωτική ανάγκη.

«Η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει φτάσει στο σημείο να γράφει ποιήματα. Ο γιος μου, ο Ρήσος, της ζήτησε τις προάλλες να γράψει ένα ποίημα ‘στο ύφος του Κυριάκου Χαραλαμπίδη’ και το αποτέλεσμα ήταν ζηλευτό. Παρά τρίχα θα το υπέγραφα!». Φωτ. © Γιώργος Σαββινίδης

Στο νέο βιβλίο αντιπαραθέτετε τη νέα με μια «παλαιότερη» τεχνητή νοημοσύνη. Τι εννοείτε μ’ αυτή την αντιπαράθεση; Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι αυτό που πια κυριαρχεί. Έχει φτάσει στο σημείο να γράφει ποιήματα. Ο γιος μου, ο Ρήσος, της ζήτησε τις προάλλες να γράψει ένα ποίημα «στο ύφος του Κυριάκου Χαραλαμπίδη» και το αποτέλεσμα ήταν ζηλευτό. Παρά τρίχα θα το υπέγραφα! Πρόκειται όμως για γλωσσικό μοντέλο που συνθέτει και ανασυνθέτει ιδέες. Εκείνο που του λείπει είναι η αίσθηση της βαθιάς ουσίας. Με την παλαιά τεχνητή νοημοσύνη εννοώ τις μεγάλες στιγμές του ανθρώπινου πνεύματος, τα μεγάλα περάσματα της ιστορίας που οδήγησαν τελικά στη νέα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε τεχνολογική επανάσταση γεννήθηκε από το ανθρώπινο πνεύμα και τη φαντασία. Ήδη τον 4ο π.Χ. αιώνα ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης μιλούσε για «ἀπειρία κόσμων», για πολλούς κόσμους κι όχι για έναν, ιδέα που σήμερα επανέρχεται στις θεωρίες για το πολυσύμπαν.

Η ελληνική γλώσσα σάς υπηρέτησε ή σας υπέβαλε σε δοκιμασίες; Εμένα με υπηρέτησε, με διευκόλυνε. Και την υπηρέτησα κι εγώ. Η ελληνική γλώσσα είναι, κατά τη γνώμη μου, η ωραιότερη του κόσμου, μουσικότατη, ευλύγιστη. Πιστεύω ότι προσφέρει στον δημιουργό ό,τι πρόσφερε και στον Όμηρο. Γι’ αυτό και ο μέγας δάσκαλος βρίσκεται εκεί, στην κλασική στιγμή της έκφρασής της, όπου η δομή της αγγίζει την τελειότητα. Αυτή την πλήρη μουσικότητα και αρτιότητα τη χάσαμε στην πορεία. Κάποιοι, όπως ο Σεφέρης ή ο Ελύτης, προσπάθησαν να την επαναφέρουν στη σωστή της κοίτη. Είναι και δικός μου στόχος ζωής να κάνω τις λέξεις να λειτουργούν με νέες δυνατότητες. Οι ελληνικές λέξεις έχουν από τη φύση τους μια εσωτερική διόγκωση, ένα ιδιαίτερο βάθος. Πιστεύω πως, αν μπορέσει ποτέ να υπάρξει ένας μείζων ποιητής της ανθρωπότητας, αυτός θα πρέπει να είναι Έλληνας. Η ελληνική γλώσσα είναι εκείνη που μπορεί να τον γεννήσει.

Πώς θα θέλατε να διαβάζεται σήμερα η «Αμμόχωστος Βασιλεύουσα»; Κινδυνεύω κάποτε να παρεξηγηθώ, όταν λέω πως την «Αμμόχωστο Βασιλεύουσα» δεν την κατάλαβαν ούτε όσοι τη βράβευσαν. Εννοώ ότι η ουσία του έργου είναι βαθύτερη και λιγότερο ευδιάκριτη. Δεν επιχείρησα απλώς να μιλήσω για το δράμα και το τραύμα της Κύπρου, αλλά για τις ίδιες τις συντεταγμένες του σύμπαντος. Εκεί βρίσκεται η «παρεξήγηση». Μέσα από τη δική μας τραγωδία προσπάθησα να ανοιχτώ προς περιοχές άγνωστες και αχανείς. Ό,τι γράφω ως ποιητής εκφράζει, κατά κάποιον τρόπο, την «Αμμόχωστο Βασιλεύουσα». Πολλές φορές προβληματίζομαι όταν με αποκαλούν «ποιητή της εισβολής». Νιώθω ότι αυτό με περιορίζει. Έγραψα ΚΑΙ για την εισβολή, δεν έγραψα μόνο γι’ αυτήν. Αναζητώ το νόημα της ύπαρξης και την οικουμενική διάσταση της αλήθειας. Βεβαίως, και η δική μας τραγωδία έχει μια βαθιά υπαρξιακή διάσταση.

-Τι είναι χειρότερο: η έλλειψη αγάπης ή έλλειψη νοήματος; Η αγάπη είναι το άλφα και το ωμέγα όλων των πραγμάτων. Το νόημα είναι η αγάπη. Έχεις αγάπη, έχεις νόημα, έχεις και ουσία ύπαρξης.

Ένας ποιητής λογοδοτεί μόνο στην ποίηση ή και στην εποχή του; Ο ποιητής λογοδοτεί μόνο στην ποίηση. Η ποίηση, όμως, λογοδοτεί στην εποχή της. Γράφουμε για τον εαυτό μας, αλλά και για την ίδια την ποίηση, που μας υποδεικνύει πώς να το κάνουμε όσο γίνεται καλύτερα. Κι έτσι ανταποκρινόμαστε στο ευρύτερο πλαίσιο της υποχρέωσής μας απέναντι στο σύμπαν.

Η νέα ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαραλαμπίδη «Πρώτα μετά θάνατον ερωτήματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος

Ελεύθερα, 9.8.2026