Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤο δημόσιο καλωσόρισμα του Ηλία Κασιδιάρη από τον Σταμάτη Γονίδη ξαναφέρνει στο προσκήνιο τη σχέση δημοφιλών λαϊκών τραγουδιστών με την ακροδεξιά. Αλλά και τη δύναμη της οικειότητας να μετατρέπεται σε πολιτική αποδοχή.
Στην πίστα, ο Σταμάτης Γονίδης. Στα τραπέζια, ο Ηλίας Κασιδιάρης. Τα ξημερώματα του προηγούμενου Σαββάτου 3 Οκτωβρίου, ο λαϊκός τραγουδιστής απευθύνεται από το μικρόφωνο στον πρόσφατα αποφυλακισμένο πρώην βουλευτή της Χρυσής Αυγής: «Ευχαριστώ που επέλεξες εμένα για να γιορτάσεις την αποφυλάκισή σου».
Τον αποκαλεί «φίλο μου» και του εύχεται: «Ό,τι ονειρεύεσαι να το βρεις μπροστά σου». Μια σκηνή νυχτερινής διασκέδασης αποκτά, μέσα σε λίγες προτάσεις, πολιτικό περιεχόμενο – ένας καταδικασμένος για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης υποδέχεται τις ευχές ενός δημοφιλούς καλλιτέχνη και η αποφυλάκισή του γίνεται αφορμή δημόσιου εορτασμού.
Μετά τις -αναμενόμενες- αντιδράσεις, ο Γονίδης θα εξηγούσε στο site T-Life ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τον Κασιδιάρη, ενώ στον ΑΝΤ1, αργότερα, θα επικαλείτο την ευγένεια με την οποία καλωσορίζει πάντοτε τους «επώνυμους» θαμώνες του. Η εξήγηση πρέπει να ακουστεί – το επιβάλλει η δημοκρατία μας, την οποία ακυρώνουν κάτι τέτοια πολιτικά μορφώματα φασισμού.
Όμως, ένας άνθρωπος που κρατά μικρόφωνο μπροστά σε κοινό (οφείλει να) γνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα σε έναν τυπικό χαιρετισμό και σε μια τιμητική προσφώνηση (ή μήπως υποδύεται τον αφελή;). Όταν ευχαριστείς κάποιον που επέλεξε εσένα για τη… γιορτή του, αναλαμβάνεις και έναν ρόλο μέσα σ’ αυτήν. Ιδίως όταν ξέρεις πολύ καλά και τι ακριβώς γιορτάζει.
Η πίστα έχει προϊστορία
Ο Ηλίας Κασιδιάρης αποφυλακίστηκε στις 15 Σεπτεμβρίου. Η καταδίκη του για διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης «Χρυσή Αυγή» (με τον «μανδύα» του πολιτικού κόμματος) επιβεβαιώθηκε και στο Εφετείο, τον περασμένο Μάρτιο. Όμως, η έξοδος από τη φυλακή δεν αναιρεί αυτή την κρίση. Πολύ περισσότερο όταν επιχειρεί ήδη να επανέλθει στην πολιτική, στηρίζοντας -όπως ανακοίνωσε δημόσια- τη «Συμμαχία Ελλήνων».
Η σκηνή της 3ης Οκτωβρίου θυμίζει -αναπόφευκτα- τον Νότη Σφακιανάκη. Τον Νοέμβριο του 2013, δύο μήνες μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ο τραγουδιστής-λαϊκό είδωλο προέτρεπε δημοσίως: «Επιβάλλεται να στηρίξετε τη Χρυσή Αυγή!». Αρνιόταν, στη συνέχεια, ότι επρόκειτο για φασίστες και αντιπαρέβαλλε, με ένα λογοπαίγνιο, την «αυγή» της ονομασίας της στο σκοτάδι των άλλων (αστειότητες).
Το 2016, εξάλλου, μιλώντας στον Γρηγόρη Αρναούτογλου, επιβεβαίωνε ότι την είχε ψηφίσει και παρουσίαζε τη φυλάκιση στελεχών της ως «άδικη» – η υποστήριξη είχε διάρκεια, επιμονή και το κύρος που του εξασφάλιζε η αναγνωρισιμότητά του.
Τι συναντούν, λοιπόν, δύο λαϊκοί τραγουδιστές σε αυτόν τον πολιτικό χώρο; Τα προσωπικά τους κίνητρα δεν μπορούμε να τα γνωρίζουμε. Μπορούμε, όμως, να εξετάσουμε τη γλώσσα που κάνει την ακροδεξιά ελκυστική: Την επίκληση της πατρίδας, την περιφρόνηση για το πολιτικό σύστημα, την αυτοπαρουσίαση ως ανθρώπων «που έχουν τ’ αρ@@ια να μιλούν έξω από τα δόντια».
Μέσα σε αυτό το σχήμα, η επιθετικότητα εύκολα εμφανίζεται ως ειλικρίνεια, ο αυταρχισμός ως αποφασιστικότητα και η παραβίαση των ορίων ως απόδειξη ανεξαρτησίας. Ο «ασυμβίβαστος» δικαιώνεται επειδή προκαλεί, πριν καν εξεταστεί τι υποστηρίζει.
Ο πόνος ως πολιτική πρώτη ύλη
Ο λαϊκός κόσμος, ο κόσμος του μεροκάματου, βρίσκεται στον πυρήνα της σχέσης αυτών των τραγουδιστών με το κοινό τους. Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο αναζητά ερείσματα, εξάλλου, και η ακροδεξιά: Στον σκληρά εργαζόμενο, στον άνεργο, στον μικροεπαγγελματία που παλεύει να κρατηθεί όρθιος, στον άνθρωπο που αισθάνεται ότι κανείς δεν τον ακούει.
Εκεί μπορούν να συναντηθούν τα δύο ακροατήρια: Στον πόνο, στη ματαίωση, στην ανάγκη να πιαστεί κάποιος από μια φωνή που του μιλά οικεία και υπόσχεται ότι τον καταλαβαίνει (φευ).
Η συνάντηση αυτή δεν είναι ούτε καθολική ούτε μοιραία. Κι ούτε η φτώχεια παράγει αυτομάτως φασίστες. Προσφέρει, όμως, πεδίο εκμετάλλευσης σε όσους μετατρέπουν την ανασφάλεια σε μίσος.
Ο άνθρωπος που δεν ξέρει από πού να πιαστεί μπορεί να κρεμαστεί ακόμη και από τέτοια φασιστικά μορφώματα, όταν αυτά του προσφέρονται ως η τελευταία του ελπίδα, κι έτσι την ώρα που το τραγούδι τού χαρίζει μια ανάσα, ο φασισμός τού πουλά την ψευδαίσθηση μιας λύσης – του δείχνει έναν πιο αδύναμο για να θυμώσει μαζί του και ονομάζει αυτή τη μετατόπιση της οργής «αντίσταση». Γι’ αυτό και η δημόσια αποδοχή του από μια αγαπημένη λαϊκή φωνή έχει ιδιαίτερη σημασία.
Θα ήταν, βέβαια, άδικο να χρεώσουμε αυτή τη διαδρομή στο λαϊκό τραγούδι εν γένει. Άδικο και ανιστόρητο. Γιατί στην ιστορία του χωρούν η προσφυγιά, η μετανάστευση, η φτώχεια, η αξιοπρέπεια του ανθρώπου που δεν έχει φωνή. Χωρούν επίσης καλλιτέχνες που έθεσαν καθαρά όρια.
Η Δέσποινα Βανδή, για παράδειγμα, που αποχώρησε το 2013 από την προγραμματισμένη συνεργασία της με τον Σφακιανάκη, μετά τις δηλώσεις του, με την επιλογή της να υπενθυμίζει τότε ότι στον ίδιο επαγγελματικό χώρο υπάρχουν διαφορετικές στάσεις και ότι η προσωπική ευθύνη παραμένει προσωπική. Πως καμία πίστα δεν υπαγορεύει πολιτική συνείδηση.
Από την οικειότητα στην κάλπη
Μπορούν, όμως, τέτοιες παρεμβάσεις να επηρεάσουν την κάλπη; Προφανώς και δεν μπορούμε να μετρήσουμε πόσες ψήφους μετακινεί ένας τέτοιος χαιρετισμός. Μπορούμε, όμως, να εξετάσουμε πώς διευκολύνει την κοινωνική αποδοχή ενός πολιτικού προσώπου.
Η επιρροή, γενικά, μπορεί να ασκείται εντέχνως πριν από την τελική επιλογή: Στο ποιος μοιάζει αποδεκτός, ποιος αξίζει να ακουστεί, ποιο παρελθόν θεωρείται πλέον περασμένο. Εκεί η αναγνωρισιμότητα μπορεί να προσφέρει «υπηρεσίες» που ένα κομματικό φυλλάδιο δύσκολα εξασφαλίζει.
Ο θαυμαστής, εξάλλου, που έχει συνδέσει τον τραγουδιστή με δικές του στιγμές -έναν έρωτα, έναν χωρισμό, μια δύσκολη νύχτα- μπορεί με αυτή τη συναισθηματική σχέση που έχει δημιουργήσει, να χαμηλώσει τα όρια της επιφυλακτικότητάς του απέναντι σε κάποιον που ο καλλιτέχνης (ως ίνδαλμά του) καλωσορίζει θερμά. Ο Κασιδιάρης, επίσης, μέσα από την κυκλοφορία σε όλα τα social media του video εκείνης της βραδιάς, αποκτά μια εικόνα κοινωνικής αποδοχής, διαθέσιμη προς πολιτική αξιοποίηση – και, για έναν άνθρωπο που επιδιώκει την επιστροφή του, το κέρδος μπορεί να είναι αυτή ακριβώς η εξοικείωση.
Η συζήτηση όμως αυτή, φαίνεται να έχει πλέον και συγκεκριμένο εκλογικό υπόβαθρο. Στην πρόσφατη δημοσκόπηση της «Palmos Analysis» για το «The Opinion», το 8% δηλώνει ήδη ότι «σίγουρα» θα ψήφιζε ένα νέο κόμμα Κασιδιάρη και επιπλέον 9% ότι «ίσως» θα το ψήφιζε. Πρόκειται, βεβαίως, για απαντήσεις σε υποθετικό σενάριο, όχι για εξασφαλισμένο εκλογικό ποσοστό ούτε για πιστοποιημένη αφετηρία της «Συμμαχίας Ελλήνων».
Αρκούν, ωστόσο, αυτά τα ποσοστά για να δείξουν ότι υπάρχει ακροατήριο πρόθυμο να εξετάσει μια τέτοια επιλογή κι η προοπτική αυτή δίνει βάρος σε κάθε δημόσια πράξη που διευκολύνει την ευρύτερη αποδοχή του.
Το «καλώς ήρθες» και η μνήμη
Το πρόβλημα, επομένως, υπερβαίνει την πρόθεση του Γονίδη εκείνο το βράδυ και αφορά πλέον την ευκολία με την οποία το παρελθόν υποχωρεί μπροστά στην αναγνωρισιμότητα, με την καταδίκη να χάνεται πίσω από το (επώνυμο) «καλώς ήρθες». Ο δημοφιλής τραγουδιστής δικαιούται να μιλά πολιτικά.
Το κοινό δικαιούται εξίσου να τον κρίνει γι’ αυτό, χωρίς η κριτική να βαφτίζεται «λογοκρισία», και χωρίς να ξεχνάμε πως η διαφθορά, η ακρίβεια και η εγκατάλειψη των πολιτών απαιτούν πολιτικές απαντήσεις. Αλλά, όσοι τις αναζητούν στη «Χρυσή Αυγή» οφείλουν να λογαριαστούν και με τη δική της πραγματική ιστορία.
Και εδώ επιστρέφει η αρχική -και πραγματική- εικόνα: το μικρόφωνο, το λαϊκό είδωλο, οι ευχές προς τον Κασιδιάρη. Ένας καλλιτέχνης μπορεί -σαφέστατα- να επιλέξει ποιον θα τιμήσει.
Δεν μπορεί, όμως, να επιλέξει τι θα ξεχάσουμε οι υπόλοιποι. Γιατί, ανάμεσα στην πίστα που γιορτάζει και στην κάλπη που περιμένει, υπάρχει και ο Παύλος Φύσσας. Και μια μάνα που δεν θα μπορέσει ποτέ να καλωσορίσει τον δικό της γιο.
Ελεύθερα, 11.10.2026