Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

«Θα γράψω κάτι προσωπικό αυτή τη φορά», είπα στον Γιώργο. «Από εκείνα τα παλιά, που οι ιστορίες τους είναι ολόκληρες αλήθεια – την μόνη αναγκαία σε έναν κόσμο που δίπλα μας καταρρέει με κρότο».

Ο έρπης είχε φυτρώσει ακριβώς πάνω από το χείλος του· μια μικρή, κατακόκκινη πληγή στο λαμπερό πρόσωπο ενός ανθρώπου που είχε περάσει ένα τέταρτο του αιώνα μαθαίνοντας να μη φανερώνει τις άλλες, τις αθέατες, εκείνες που δεν αιμορραγούν, που δεν αφήνουν σημάδια και δεν θεραπεύονται με μια αλοιφή από το φαρμακείο.

Ήταν σχεδόν ειρωνικό· το στόμα που είχε εκπαιδευτεί τόσο καλά να κρατά κλειδωμένες τις λέξεις, να καταπίνει τις στενοχώριες, να αποκρύπτει τις επιθυμίες και να μεταμφιέζει την ευαισθησία σε ψυχραιμία, είχε γίνει τώρα ο τόπος μιας μικρής, ανεπιθύμητης αποκάλυψης.

Ίσως να έφταιγε η κούραση, το στρες, κάποια πρόσφατη στενοχώρια – ο έρπης έχει πάντα τους δικούς του, πεζούς, βιολογικούς λόγους να εμφανίζεται· μα, ποιος μπορούσε να αποκλείσει πως εκείνη η πληγή, πάνω ακριβώς από το χείλος, ήταν και μια παράξενη σύμπτωση διαλόγου της σάρκας με την ψυχή, μια υπόμνηση πως το σώμα δεν υπακούει πάντοτε στις εντολές της αξιοπρέπειας.

Σαν μια ανεπαίσθητη ρωγμή στην «πανοπλία» του Σκορπιού, του γεννημένου στον Κάτω Πύργο Τυλληρίας, σαν ένα σημείο στίξης που ξέφυγε από ένα κείμενο προσεκτικά διορθωμένο, σαν μια λέξη που, μη αντέχοντας άλλο, βρήκε τον τρόπο να υπάρξει – όχι ειπωμένη, αλλά χαραγμένη πολύ καλά στο δέρμα.

«Παίρνω στυλό και συνεχίζω από εκεί που είχε μείνει: Νούμερο  4997, να μη φοβηθείς τη θλίψη σου, νούμερο 4998 να μη φοβηθείς να είσαι μετέωρος… Γιατί, ναι, δεν είμαστε μαϊμούδες, δεν γαντζωνόμαστε απ’ το  επόμενο κλαρί να κάνουμε το άλμα – καμιά φορά μένουμε και μετέωροι. Κι αυτό σημαίνει θάρρος»

Η ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΕΧΕΙ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ

Ένας κούκλος. Τόση ομορφιά… Ένα οπτικό υπερρεαλιστικό ποίημα του Βαλαωρίτη ολόκληρος! Όμως, σ’ αυτό το ένα τέταρτο του αιώνα είχε μάθει να περνά ανάμεσα στους ανθρώπους χωρίς να αφήνει πίσω του πολλά από τον βαθύτερο εαυτό του· δεν ήταν από εκείνους που φοβούνται τον κόσμο – κάθε άλλο.

Η εξωστρέφειά του ήταν μια εξαιρετικά καλοραμμένη φορεσιά· τόσο επιδέξια προσαρμοσμένη πάνω του, ώστε κανείς δεν υποψιαζόταν πως κάτω από το ύφασμα υπήρχε ένας άλλος άνθρωπος, σχεδόν αθέατος, που περίμενε υπομονετικά να τελειώσουν οι κοινωνικές υποχρεώσεις για να επιστρέψει στη φυσική του κατάσταση: Την εσωτερικότητά του.

Γεννημένος με το σημάδι του Σκορπιού, του απέδιδαν -οι γνωρίζοντες- το πάθος, την καχυποψία, το πείσμα, τη μυστικοπάθεια, μια σχεδόν ανεξήγητη ανάγκη να κρατά τον έλεγχο ακόμη κι όταν τίποτα δεν έμοιαζε να απειλεί την τάξη των πραγμάτων – εκείνος ούτε συμφωνούσε, ούτε διαφωνούσε, αφήνοντας τις ερμηνείες να αιωρούνται, όπως άφηνε σχεδόν τα πάντα που αφορούσαν τον ίδιο, ξέροντας καλά πως οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν μια βολική εξήγηση από την επίπονη αναζήτηση μιας αλήθειας που μπορεί και να μην τους αφορά.

«Νούμερο 1000: Να τρώτε  σάντουιτς στο κατάστρωμα και να σου καθαρίζει τη μαγιονέζα απ’ τα χείλη. Νούμερο 1001: Να σ’ ακουμπάει και να ανατριχιάζεις…»

Ό,ΤΙ ΠΡΟΛΑΒΟΥΜΕ!

Δεν του έλειπε τίποτα από όσα αγοράζονται, ούτε οι γνωριμίες, ούτε οι προσκλήσεις, ούτε η δυνατότητα να βρίσκεται όπου επιθυμούσε, με όποιον επιθυμούσε, όποτε το επιθυμούσε· κι όμως, υπήρχε γύρω του μια ανεπαίσθητη αίσθηση προαποφασισμένης απόστασης, σαν εκείνη που αφήνουν οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν συνηθίσει να στέκονται ένα βήμα πίσω από τη ζωή τους, παρατηρώντας την προσεκτικά, επιτρέποντάς της να εξελίσσεται, αλλά χωρίς να της παραδίδουν ποτέ ολοκληρωτικά τα ηνία.

«Ό,τι προλάβουμε!», του είπα. Δεν ξέρω αν καταλάβαινε… Δεν ήταν ψυχρός· κάτω από την επιμελημένη του σοβαρότητα υπήρχε ένας άνθρωπος που ένιωθε περισσότερα απ’ όσα άντεχε να παραδεχτεί, που είχε μάθει, μάλλον, από νωρίς πως τα αισθήματα, μόλις ειπωθούν, αποκτούν υπόσταση και απαιτούν συνέπειες· πως μια επιθυμία που ομολογείται παύει να ανήκει αποκλειστικά σε εκείνον που την αισθάνεται, πως ακόμη κι η πιο αθώα εξομολόγηση μπορεί κάποτε να επιστρέψει σαν ανεξόφλητος λογαριασμός.

 Έτσι, είχε επιλέξει να κρατά τα περισσότερα μέσα του – όχι αναγκαστικά από φόβο, ίσως ούτε καν από δυσπιστία, αλλά από εκείνη την παλιά, βαθιά ριζωμένη ανάγκη ορισμένων ανθρώπων να μη δίνουν σε κανέναν τη δυνατότητα να τους πληγώσει εκεί όπου πραγματικά πονούν.

«Νούμερο 5000: Να συγχωρείς. Η ζωή αξίζει να τη ζεις για να συγχωρέσεις. Κι εσένα και τους άλλους…»

ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΠΩΘΗΚΑΝ ΠΟΤΕ

Για τη ζωή του μπορούσε κανείς να φανταστεί πολλά· πως είχε αγαπήσει κάποτε με τρόπο που δεν επαναλαμβάνεται, πως είχε προδοθεί, πως είχε προδώσει, πως κάτω από την αυτάρκειά του κρυβόταν μια ανεκπλήρωτη επιθυμία ή μια ιστορία που δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να αποκτήσει τέλος. Θα μπορούσε, όμως, να ισχύει και το αντίθετο.

Αυτή ήταν, άλλωστε, και η μεγάλη δυσκολία μαζί του: Η αδυναμία να ξεχωρίσεις πότε πλησίαζε και πότε απομακρυνόταν, πότε μια μικρή χειρονομία του έκρυβε μια ολόκληρη συναισθηματική μετακίνηση και πότε δεν σήμαινε απολύτως τίποτα. Μπορούσε να θυμηθεί μια ασήμαντη λεπτομέρεια από μια παλιά συνομιλία, να προσφέρει βοήθεια χωρίς να του ζητηθεί, να δείξει μια απροσδόκητη τρυφερότητα εκεί όπου κανείς δεν την περίμενε· κι ύστερα, με την ίδια φυσικότητα, να επιστρέψει στη γνωστή του απόσταση, αφήνοντας τον άλλον να αναρωτιέται αν είχε πράγματι υπάρξει κάποια σύνδεση μαζί του.

Γιατί τα μυστικά δεν είναι πάντοτε γεγονότα που αποκρύπτουμε· μπορεί να είναι οι μεγάλες μας επιθυμίες που δεν τολμήσαμε να ονομάσουμε ή μια ολόκληρη ζωή που επιλέξαμε να μη ζήσουμε. «Ό,τι προλάβουμε», του ξανάπα, «ό,τι προλάβουμε!».

Πάντως εκείνη η μικρή, κατακόκκινη πληγή πάνω από το χείλος -το μοναδικό ίσως ψεγάδι σε μια ζωή επιμελώς τακτοποιημένη, το ανεπαίσθητο ράγισμα σε μια πανοπλία που είχε χρειαστεί τόσα χρόνια για να σφυρηλατηθεί- έκλεισε κάποτε, όπως κλείνουν οι περισσότερες πληγές του σώματος· αθόρυβα, χωρίς εξηγήσεις, αφήνοντας πίσω της ένα υπέροχο δέρμα σχεδόν ανέπαφο και έναν τόσο όμορφο άνθρωπο που θα εξακολουθούσε να χαμογελά όταν ήθελε, να σωπαίνει όταν επιθυμούσε να μιλήσει, να απομακρύνεται όταν, ίσως, λαχταρούσε περισσότερο από καθετί να μείνει. Μόνο που, γι’ αυτές τις λίγες ημέρες που προηγήθηκαν, το στόμα του μπόρεσε να πει δημόσια μία πικρή αλήθεια.

Κι ήταν τόσο ωραίο που «εκτέθηκε»… Τόσο ωραίο! Χωρίς ν’ ανοίξει ούτε ένα τόσο δα χιλιοστό.

Τα ενδιάμεσα αποσπάσματα στο κείμενο, προέρχονται από το θεατρικό έργο της Ελένης Ράντου, «Το πάρτυ της ζωής μου».

Ελεύθερα, 25.10.2026