Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η ταινία «Klara and the Sun», βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Καζούο Ισιγκούρο, εξερευνά τα όρια ανάμεσα στον άνθρωπο και την Τεχνητή Νοημοσύνη (σύντομα στους κινηματογράφους).

Με τα μάτια ενός ρομπότ

Σε καιρούς διχαστικούς και διχασμένους αναγκαζόμαστε συνεχώς να απαντάμε σε ερωτήσεις του τύπου: «με ποια πλευρά είσαι;». Η «σωστή» απάντηση μάς εξασφαλίζει μετάλλια ηθικής υπεροχής. Η «λάθος» μάς κατηγοριοποιεί πάραυτα ως ανεπιθύμητους. Η συζήτηση για το Α.Ι. δεν αποτελεί εξαίρεση. Αν πάρεις θέση για τα επείγοντα πολιτικά, κοινωνικά και ψυχολογικά ζητήματα που ανακύπτουν κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς αναλόγως: τεχνοφοβικός, οπισθοδρομικός, υπερσυντηρητικός, αφελής, ασυνείδητος ή αμοραλιστής.

Ωστόσο, υπάρχει πάντοτε μια αθέατη πλευρά η οποία διαφεύγει, συνήθως, από τον δημόσιο διάλογο. Η πραγματική Τέχνη ρίχνει φως σε αυτές τις γκρίζες περιοχές που δεν χωράνε σε ευκαιριακά ιδεολογήματα. Μια τέτοια περίπτωση είναι και το μυθιστόρημα του νομπελίστα Καζούο Ισιγκούρο «Η Κλάρα και ο Ήλιος», μεταφρασμένο σε γλώσσα κινηματογραφική από τον Νεοζηλανδό Τάικα Γουαϊτίτι. Ο σκηνοθέτης που τόλμησε να παίξει κοροϊδευτικά με τον Χίτλερ, προβάλλοντάς τον ως παιδικό, φανταστικό φίλο (στο «Jojo Rabbit») δεν διστάζει να δει τον κόσμο με τα μάτια ενός ανθρωποειδούς ρομπότ. Γιατί το κάνει αυτό; Για να αγγίξει εκείνους τους δύσβατους, απρόσιτους χώρους όπου η τεχνολογία συναντά το συναίσθημα, την πίστη και τον βαθύτερο ανθρωπισμό μας.

Ένα πορτρέτο της Κλάρας

Η Κλάρα μοιάζει με αληθινό, νέο κορίτσι. Έχει μεγάλα καστανά μάτια, κοντά μαλλιά κι ένα πάντοτε ζεστό, φιλοπερίεργο βλέμμα. Είναι γεννημένη μονάχα για να προσφέρει και να εξυπηρετεί «από τον κατασκευαστή της». Γιατί στην ουσία δεν είναι κάτι περισσότερο από μία Τεχνητή Φίλη, φτιαγμένη από συνθετικά υλικά.  Παρακολουθεί τον κόσμο με την ανεπτυγμένη, ψηφιακή της όραση σαν να ήταν χωρισμένος σε δισδιάστατα, γεωμετρικά τετράγωνα. Ανθρώπινα συναισθήματα όπως η θλίψη, ο φόβος, η αγάπη μεταφράζονται ως δεδομένα που οφείλουν να αποκωδικοποιηθούν. Τα πάντα σαρώνονται και ενσωματώνονται μέσα της. Όταν τα δεδομένα γίνονται πολύπλοκα, το σύστημα υπερφορτώνεται: η εικόνα γίνεται «θολή» και πιξελαρισμένη.

Στην αντίληψη της Κλάρας, ο κόσμος είναι όμορφος, καλός και αγαθός – δεν υπάρχει χώρος για το στρεβλό και το άσχημο. Ο ήλιος δίνει ενέργεια και ταυτόχρονα είναι η ανώτερη δύναμη που κινεί τα πάντα. Το πορσελάνινο δέρμα της δέχεται πρόθυμα την «ευλογία» του κι όταν κάτι πάει λάθος, δεν διστάζει να ζητήσει τη βοήθειά του. Η Τζόσι, η νέα της ιδιοκτήτρια, είναι ένα γλυκό και έξυπνο, μα άρρωστο κορίτσι. Η Κλάρα θα κάνει συμφωνία με τον «φωτοδότη θεό» για να γίνει καλά. Ένας παλιός αχυρώνας θα φιλοξενήσει τις προσευχές της, εκεί όπου πάει ο ήλιος για να ξεκουραστεί.

Τεχνητή ή πραγματική φίλη;

Η αθώα Κλάρα θυμίζει τον ντοστογιεφσκικό «Ηλίθιο»: είναι (τεχνητή) ενσάρκωση του καλού, τυφλή στο σκοτάδι και το μίσος αυτού του κόσμου. Μα -όπως κάθε μονάδα τεχνητής νοημοσύνης- δεν είναι ανθρώπινη γιατί δεν έχει την ελευθερία της επιλογής. Και εδώ ερχόμαστε στην ουσία του βιβλίου και του φιλμ. Γύρω από την Κλάρα υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να συμβιβαστούν με τον ανθρωπισμό τους, τη θνητότητα και την ατελή τους φύση. Είναι οι γονείς της Τζόσι και ιδιαίτερα η μητέρα της, μια απαιτητική, τρομαγμένη και πληγωμένη γυναίκα. Έχοντας χάσει την πρώτη της κόρη, έχει επενδύσει τα πάντα στην Τζόσι. Την έχει «γενετικά αναβαθμίσει» (αυτό επιτάσσει στις «ανώτερες τάξεις» η δυστοπική κοινωνία του μέλλοντος) χωρίς να αντιλαμβάνεται πως αυτό την έχει ταυτόχρονα αρρωστήσει. 

Η Κλάρα δεν είναι λοιπόν μονάχα μια Τεχνητή Φίλη. Αυτά που καταγράφει στον «σκληρό της δίσκο» πρόκειται να ενσωματωθούν στη «νέα Τζόσι» η οποία θα αντικαταστήσει την παλιά και αληθινή, όταν συμβεί το μοιραίο. Ο σχεδιαστής Καπάλντι θα την ανακατασκευάσει ως πιστό αντίγραφο, θυμίζοντας τον μοιραίο επιστήμονα στο γοτθικό μυθιστόρημα της Μαίρης Σέλλεϋ. Τα ερωτήματα που θέτουν οι Ισιγκούρο και Γουαϊτίτι είναι τα εξής: Πού αρχίζει τελικά και πού τελειώνει το τεχνητό και το ανθρώπινο; Και μήπως, στην ανάγκη να «τελειοποιηθούμε», φτιάχνουμε τους νέους Φράνκενσταϊν;

Η τεχνολογική μας μοναξιά

Ούτε ο Ισιγκούρο -και υποψιάζομαι, ούτε ο Γουαϊτίτι- μας επιφυλάσσουν μόνιμες και αδιαμφισβήτητες λύσεις. Εκείνο, όμως, που υπονοούν είναι ότι στην προσπάθειά μας για περισσότερη τεχνολογία, οι ζωές και ο ψυχισμός μας ψυχραίνουν, την ίδια ώρα που οι τεχνητές νοημοσύνες γύρω μας τείνουν να θερμαίνονται. Η όραση της Κλάρας που «ζουμάρει» στις λεπτομέρειες δεν διαφέρει πολύ από την σύγχρονη οπτική η οποία εκλαμβάνει το περιβάλλον -ακόμα και τους ανθρώπους- σαν αποσπασματικά, ζωντανά υποπροϊόντα του υπολογιστή ή του έξυπνου τηλεφώνου. Αντίθετα, ο προ-τεχνολογικός άνθρωπος έβλεπε, αφουγκραζόταν και αισθανόταν τον κόσμο υπό ευρεία, σχεδόν ολιστική γωνία.

Τα ρομπότ μοιάζουν όλο και περισσότερο με εμάς, ακολουθώντας το ανθρώπινο πρότυπο. Φτάσαμε στο σημείο να αναφερόμαστε στην πιθανότητα η τεχνητή νοημοσύνη να αποκτήσει συνείδηση. Πράγματι, στο βιβλίο-ταινία η Κλάρα δείχνει πιο ανθρώπινη από τους ανθρώπους, μέσα και από τη ρετροφουτουριστική στιλιστική νοσταλγία που παραπέμπει στα sixties. Είναι έτοιμη να θυσιάσει κάτι από τον όποιο εαυτό της για την αγαπημένη της φίλη-ιδιοκτήτρια. Μα σαν τους δήθεν αναβαθμισμένους ανθρώπους είναι κι αυτή αναλώσιμη. Η σχεδόν υπαρξιακή της μοναξιά είναι στην ουσία δική μας. Θυμίζει εκείνο το ανεπανάληπτο φινάλε στο «Il Casanova di Federico Fellini». Εκεί, ο άλλοτε μανιακός εραστής απομένει γέρος και μόνος, με μόνη στοργική ανάμνηση τον παλιό χορό με μια μηχανική κούκλα. Το γυάλινο βλέμμα της Κλάρας την ίδια αυτή μοίρα καθρεφτίζει.

Ελεύθερα, 18.10.2026