Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Σύμφωνα με έρευνα του οικονομικού ινστιτούτου Ifo, οι γερμανικές βιομηχανίες εργοδοτούσαν, επί γερμανικού εδάφους, περίπου 496.000 λιγότερους εργαζόμενους στο τέλος του 2025, σε σύγκριση με το 2019. Μείωση 7,1%.

Σύμφωνα με το Ifo, μεταξύ 2018 και 2024 η βιομηχανική παραγωγή στη Γερμανία μειώθηκε κατά 13%. Και πιθανότατα θα συνεχιστεί η μείωση.

Η σταδιακή υποχώρηση της γερμανικής βιομηχανίας, που πολλοί την αποκαλούν σταδιακή αποβιομηχάνιση, ξεκίνησε πριν από την ενεργειακή κρίση από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τη δραστική μείωση της χρήσης φθηνού ρωσικού φυσικού αερίου. Και οπωσδήποτε πριν από τη νέα ενεργειακή κρίση, μετά την επίθεση ΗΠΑ – Ισραήλ κατά του Ιράν.

Οι ίδιες μελέτες συνδέουν χρονικά την έναρξη της μείωσης της γερμανικής βιομηχανικής παραγωγής με τη μεγάλη οικονομική κρίση μετά το 2010, η οποία περιόρισε σε πρώτη φάση την κατανάλωση και σταδιακά τις επενδύσεις. Την ίδια περίοδο, έως και σήμερα, ο ανταγωνισμός από την κινεζική βιομηχανία έγινε πολύ σκληρότερος, παράλληλα με την τεχνολογική έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης. Τομέας στον οποίο η ΕΕ υστερεί.

Το ενεργειακό κόστος είναι όμως ένα πολύ περιοριστικό βαρίδι για τις βιομηχανίες της Γερμανίας. Επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι η ενέργεια είναι ακριβότερη στη χώρα αυτή σε ποσοστό περίπου 23% σε σχέση με τον μέσο όρο της ενέργειας για βιομηχανική (μη οικιακή) χρήση στην ΕΕ. Μόνο η Ιρλανδία και η Κύπρος έχουν πιο ακριβό βιομηχανικό ρεύμα. Και η απώλεια του φθηνού ρωσικού φυσικού αερίου, μέσω αγωγών, είναι ένας σοβαρός επιβαρυντικός παράγοντας για αυτό το κόστος, χωρίς να είναι ο μοναδικός. Διαβάστε και το άρθρο του καθηγητή Πουλλικκά στη σελ. 49 για τη δυσλειτουργία της ηλεκτρικής αγοράς στην ΕΕ.

Σύμφωνα με το Ifo, η αυτοκινητοβιομηχανία, που για χρόνια ήταν η ραχοκοκαλιά της γερμανικής παραγωγής, έχει πληγεί σοβαρά τα τελευταία χρόνια, με 123.500 θέσεις εργασίας λιγότερες, μια μείωση κατά 13%. Δείτε στη σελίδα 54 αυτής της έκδοσης πόσες γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες ανακοίνωσαν μείωση θέσεων εργασίας. Η μεταλλουργία κατέγραψε επίσης μείωση θέσεων εργασίας, με 115.600 λιγότερους εργάτες, ενώ 64.500 θέσεις απασχόλησης έχουν περικοπεί από τη μηχανουργία.

Και αυτό που προβληματίζει και απασχολεί έντονα, τις γερμανικές Αρχές και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, είναι ότι η υποχώρηση του βιομηχανικού τομέα στη Γερμανία δεν θεωρείται πρόσκαιρη απώλεια δυναμικής ή ζήτησης, αλλά επίμονη πτώση επιδόσεων και προοπτικών για σειρά ετών. Και ταυτίζεται με αδυναμία σοβαρής ανάκαμψης.

Ακόμα χειρότερα, καταγράφεται μια σαφής τάση αναστολής επενδύσεων σε βιομηχανικές μονάδες εντός της Γερμανίας ή και μεταφορά επενδύσεων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ή και σε περιοχές εκτός Ευρώπης. Το παράδειγμα των αποεπενδύσεων της VW είναι από τα πιο πρόσφατα. Όπως και το παράδειγμα των κολοσσών των χημικών BASF και Dow και της Goodyear / Michelin στα ελαστικά.

Δεδομένου ότι το 2025 η συμβολή της γερμανικής οικονομίας στο ΑΕΠ της ΕΕ ήταν 23,8% και περισσότερες από τις μισές χώρες της Ένωσης εξάγουν τα περισσότερα προϊόντα τους στη Γερμανία, είναι σαφές πως οι διαρθρωτικές αδυναμίες της βιομηχανίας της χώρας να ανταπεξέλθει στον εξωτερικό ανταγωνισμό επηρεάζει αρνητικά όλη την ΕΕ.

Στο πλαίσιο της βαρύγδουπης «Πυξίδας Ανταγωνιστικότητας», που ανακοίνωσε η Κομισιόν το 2025, καθορίστηκαν ως αδιαπραγμάτευτοι στόχοι, μεταξύ άλλων, η στήριξη της βιομηχανίας μέσω της μείωσης του ενεργειακού κόστους (αλλά η κατάσταση επιδεινώνεται αντί να βελτιώνεται), η θεσμική διασφάλιση της προτίμησης των ευρωπαϊκών αγορών στα προϊόντα που παράγονται σε μεγάλο ποσοστό εντός της ΕΕ, η περαιτέρω προώθηση της παραγωγής και χρήσης «καθαρής ενέργειας», η ενοποίηση της κεφαλαιαγοράς, η αξιοποίηση των μερικών τρισεκατομμυρίων ευρώ που έχουν κατατεθειμένα οι Ευρωπαίοι χωρίς να επενδύουν στις αγορές, η απλοποίηση των ρυθμιστικών απαιτήσεων, κ.α.

Η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα της υλοποίησης αυτών των σχεδιασμών ελέγχεται και αμφισβητείται.

Ενόσω η ΕΕ δεν καταφέρνει να πιάσει τους στόχους, το «γερμανικό» πρόβλημα θα μεγαλώνει και θα αγγίζει όλο και περισσότερο τις χώρες μέλη και τις κοινωνίες τους.