Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Από την υπόσχεση του μηδενικού δημοσιονομικού κόστους στη σημερινή υποχρηματοδότηση και γραφειοκρατική δυσλειτουργία. Τέσσερα χρόνια μετά, ο πολιτισμός εξακολουθεί να στηρίζεται στο μεράκι και την προσωπική αντοχή των δημιουργών.

Στις αλήστου μνήμης εποχές που ο πολιτισμός ήταν ένα υπο-τμήμα του Υπουργείου Παιδείας ο ετήσιος προϋπολογισμός για τον τομέα μετά βίας έφτανε το 2% του συνολικού προϋπολογισμού… (όχι βέβαια του κράτους, αλλά) του ίδιου του υπουργείου στο οποίο υπαγόταν. Εντάξει, σ’ αυτόν δεν περιλαμβανόταν ο προϋπολογισμός του Τμήματος Αρχαιοτήτων, που κι αυτό ήταν ένα ανεπιφανές παρακλάδι κάποιου υπουργείου – συγκεκριμένα του πάλαι ποτέ Συγκοινωνιών και Έργων και μετέπειτα Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων.

Θυμήθηκα αυτό το εντυπωσιακό νούμερο τις μέρες αυτές που επικρατεί, για άλλη μια φορά, αναβρασμός στους ανθρώπους του πολιτισμού, που κάνουν παντιέρα το 0,45%, μετά τη συζήτηση στην Επιτροπή Οικονομικών της Βουλής του προϋπολογισμού του αρμόδιου Υφυπουργείου για το 2027.

Ας αφήσουμε λίγο στην άκρη το 0,45%, το 0,62%, τα εκατομμύρια που προστίθενται ή αφαιρούνται από τους προϋπολογισμούς, την Eurostat και τις συγκρίσεις με άλλες χώρες της ΕΕ, ή και τις ατέλειωτες συζητήσεις για το τι ακριβώς περιλαμβάνει κάθε κονδύλι. Οι αριθμοί έχουν τη χρησιμότητά τους, αλλά ειδικά στον πολιτισμό μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε άσκηση εντυπώσεων.

Άλλοτε με έναν παρονομαστή, άλλοτε με άλλον, με τις υποδομές να προσμετρώνται ή να εξαιρούνται, με τις αρχαιότητες να μπαίνουν στο ίδιο καλάθι με τη σύγχρονη δημιουργία. Ή με το κόστος λειτουργίας του ίδιου του Υφυπουργείου και των οργανισμών που εποπτεύει. Κι άντε μετά να βγάλεις άκρη για το τι τελικά φτάνει στους ανθρώπους που παράγουν πολιτισμό.

Εξάλλου, πέρα από ποσοστά, στατιστικές και λογιστικές ακροβασίες, υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που εξακολουθεί, κόντρα στις εγγενείς και παγιωμένες αντιξοότητες, να κρατά το οικοδόμημα του πολιτισμού όρθιο. Ίσως η υπομονή και η αντοχή τους να είναι ανεξάντλητη, δεν ξέρω. Πάντως, δεν βρίσκω σωστό να συνεχίζουμε να δοκιμάζουμε τα όριά τους. Αυτοί είναι, πάντως, που έχουν σημασία. Οι δημιουργοί, οι καλλιτέχνες, οι εργαζόμενοι, οι μικρές ομάδες, οι ανεξάρτητοι χώροι, οι άνθρωποι που επιμένουν να στήνουν παραστάσεις, να εκδίδουν βιβλία, να οργανώνουν εκθέσεις, να κάνουν πρόβες και πρόβες και πρόβες, να ερευνούν, να χορεύουν, να γράφουν, να σβήνουν, να ξαναγράφουν, να συνθέτουν.

Πάνω στις πλάτες τους στηρίζεται ουσιαστικά ολόκληρο το οικοδόμημα. Στην καλή τους διάθεση, στο μεράκι τους, στο «ψώνιο» τους, στο πείσμα και την αφοσίωση που συχνά ξεπερνά κατά πολύ όσα επιτρέπουν οι οικονομικές, εργασιακές και κοινωνικές συνθήκες.

Αυτή η προσωπική υπέρβαση έχει μετατραπεί σε προϋπόθεση λειτουργίας του οικοδομήματος. Έτσι θα έπρεπε να είναι, θα αντιτείνει κάποιος. Ναι, αλλά το πρόβλημα είναι πως έχει μετατραπεί σε μοναδική σχεδόν προϋπόθεση και ορισμένες φορές μάλιστα ΚΟΝΤΡΑ στις ίδιες τις πολιτικές που το αφορούν. Οι άνθρωποι καλύπτουν με τον χρόνο, την εργασία, τις γνωριμίες, την επιμονή και, ενίοτε, με την τσέπη τους όσα δεν μπορεί ή δεν προτίθεται να καλύψει η Πολιτεία. Κάποια στιγμή, ακόμη και το μεράκι εξαντλείται. Δημιουργοί αποχωρούν, εγκαταλείπουν ή χάνουν τη διάθεση να κάνουν άλλο κουπί και δεν θα υπάρχει κανένα νούμερο και κανένα ποσοστό στον προϋπολογισμό που να μπορεί να αποτυπώσει αυτή την αιμορραγία.

Η ρίζα του προβλήματος δεν φύτρωσε μαζί με τον φετινό ή τον περσινό προϋπολογισμό. Πάει πολύ πίσω, 10-15 χρόνια, στις συζητήσεις ακόμη για την αυτονόμηση του πολιτισμού και τη δημιουργία ανεξάρτητου φορέα που θα μπορούσε επιτέλους να χαράξει και να εφαρμόσει πολιτική. Το 2012, ακόμη και στις προεκλογικές του υποσχέσεις, ο Νίκος Αναστασιάδης έθετε ως απαράβατη αρχή το μηδενικό δημοσιονομικό κόστος. Μέσα στα χρόνια, καθώς κουτσά- στραβά προχωρούσαν οι διαβουλεύσεις για την τροχοδρόμηση του Υφυπουργείου, κεντρικός και πολυδιαφησμένος όρος της κυβερνητικής προσέγγισης έγινε η «δημοσιονομική ουδετερότητα».

Η νέα δομή θα προέκυπτε από συνένωση αρμοδιοτήτων και προϋπολογισμών υφιστάμενων υπηρεσιών και οργανισμών, χωρίς ουσιαστική αύξηση των λειτουργικών δαπανών. Αυτό που δεν είχε συμπεριληφθεί σε καμία εξαγγελία ήταν η προοπτική ενός καλά στελεχωμένου και οικονομικά αναβαθμισμένου Υφυπουργείου. Δεν το θεωρούσαν καν χρήσιμο ως κούφια προεκλογική υπόσχεση! Απεναντίας.

Η σκιά αυτού του περιορισμού συνοδεύει το εγχείρημα από τη σύλληψή του. Λες και είναι μια δευτερεύουσα αρμοδιότητα που μεταφέρεται από ένα οργανόγραμμα σε ένα άλλο, αλλάζεις μια ταμπέλα κι ένα λογότυπο και αυτομάτως αποκτά υπόσταση. Και οι άνθρωποι; Οι υποδομές; Τα εργαλεία; Οι πόροι; Η διοικητική επάρκεια; Η πολιτική αντίληψη για το τι θέλουμε να πετύχουμε;

Τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την ίδρυση του Υφυπουργείου, οι προσδοκίες δεν έχουν δικαιωθεί στον βαθμό που θα περίμενε κανείς. Δεν αμφισβητείται ότι έχουν γίνει βήματα, ότι υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται και προσπαθούν, ότι υλοποιούνται δράσεις και προωθούνται έργα. Έχει όμως διαμορφωθεί ένας πραγματικά λειτουργικός μηχανισμός πολιτιστικής πολιτικής ή απλώς προστέθηκε ακόμη ένα υδροκέφαλο επίπεδο διοίκησης, με τις παρελκόμενες παθογένειες;

Το χειρότερο έως και τρομακτικό είναι ότι αρκετοί άνθρωποι του χώρου αισθάνονται ότι το Υφυπουργείο δυσχεραίνει αντί να βοηθά την κατάσταση και έφτασαν να νοσταλγούν αλησμόνητες εποχές όπου ο πολιτισμός ήταν το δεύτερο καρπούζι κάτω από τη μασχάλη της παιδείας. Αισθάνονται ότι οι διαδικασίες, οι καθυστερήσεις, οι αλληλοεπικαλύψεις και η διοικητική διαχείριση απορροφούν χρόνο και ενέργεια, αντί να απελευθερώνουν δημιουργικές δυνατότητες. Ότι το φαίνεσθαι, οι ανακοινώσεις, οι παρουσιάσεις και οι εκδηλώσεις προηγούνται της ουσίας, ενώ οι πραγματικές ανάγκες εξακολουθούν να στριμώχνονται στα συρτάρια.

Έχουμε άραγε την πολυτέλεια να δημιουργούμε περαιτέρω προσκόμματα σε ανθρώπους που βρίσκονται στα όριά τους και παλεύουν με την αβεβαιότητα, την υποχρηματοδότηση και την επισφάλεια; Κάναμε Υφυπουργείο για να προσθέσουμε έναν ακόμη λαβύρινθο στη δαιδαλώδη διαδρομή μιας πολιτιστικής στρατηγικής; Για να μην είναι ρητορικό το ερώτημα και η απάντηση να είναι «όχι», απαιτείται να διαμορφωθεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι άνθρωποι θα μπορούν να εργάζονται με αξιοπρέπεια, να σχεδιάζουν σε βάθος χρόνου, να αμείβονται για την εργασία τους και να μην εξαρτούν κάθε επόμενο βήμα τους από την καλή διάθεση της εκάστοτε διοίκησης ή την προσωπική τους αντοχή. Είναι επιτακτική η αύξηση των πόρων ταυτόχρονα με την ανάπτυξη ωφέλιμων πολιτικών. Το ένα προϋποθέτει το άλλο.

Όσο για τους «αναβράζοντες» ανθρώπους του πολιτισμού, θα πρέπει να σκεφτούν καλά πού πρέπει να κάνουν την επόμενη εκδήλωση διαμαρτυρίας: στην οδό Ιφιγενείας στον Στρόβολο ή μήπως στην ηρωική συμβολή της λεωφόρου Αυξεντίου με την οδό Καραολή;

Ελεύθερα, 8.11.2026