Σε πρώτη ανάγνωση, η αναμέτρηση του Πόλυ Πεσλίκα είναι με αυτή καθαυτή την πανάρχαια τέχνη της ζωγραφικής των 32 χιλιάδων χρόνων, το πρώτο μέσο που ανακάλυψε ο άνθρωπος για να αποτυπώσει το άυλο μέρος της φύσης του σε κάτι που να ανταποκρίνεται στην υλική του υπόσταση.

Σ’ αυτό το πλαίσιο ο Πεσλίκας θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας κλασικός ζωγράφος. Γνωρίζει πολύ καλά όχι μόνο να χειρίζεται το μέσο του (λάδι), αλλά να καινοτομεί και να ισορροπεί ανάμεσα στην ιδέα και τη φόρμα. Πρόκειται για μια διαδικασία άσκησης, όπως έκαναν μεγάλοι ζωγράφοι μέσα στους αιώνες (Τζιόττο, Φρα Ατζέλικο, Σεσού Τογιό, Βαν Γκογκ), αποδεικνύοντας ότι η ζωγραφική είναι ένα ανεξάντλητο μέσο εικαστικής έκφρασης, απάντηση σε όσους πιστεύουν ότι η ζωγραφική πέθανε.

Ή μήπως το μέσο είναι απλώς η αφορμή για τον Πεσλίκα να αναμετρηθεί με την ιστορία, να διαχειριστεί διλήμματα και προβληματισμούς, να θέσει υπαρξιακά προβλήματα και να κάνει μια λεπτομερή νεκροψία/ τομή στο σύγχρονο γίγνεσθαι; Μήπως να προκαλέσει τον θεατή του;

Στο εργαστήρι του στην Παλουριώτισσα, λίγες βδομάδες πριν την αναχώρησή του για τη Βενετία, τα έργα του (τρία πορτρέτα μεγάλων διαστάσεων και επτά μικρά τοπία) καλούν τον θεατή να εισέλθει στον πίνακα, για να ανακαλύψει ότι το τέλος του δρόμου κρύβει μια  ουτοπία. Δεν υπάρχει πιο ρεαλιστικό πράγμα από την ουτοπία.

Μια από τις αλήθειες της ζωγραφικής, η οποία βρίσκει τη θέση της στο έργο μεγάλων ζωγράφων, το οποίο αν και άγνωστο, εντούτοις μαγεύει και προκαλεί: Τα έργα του Απελλή, του ζωγράφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τα γνωρίζουμε μέσα από ιστορικές πηγές και φανταζόμαστε τις νέες μεθόδους και τεχνικές απόδοσης των χρωμάτων  που εφάρμοσε για να ζωγραφίσει την «Αναδυόμενη Αφροδίτη», την προσωπογραφία του μονόφθαλμου «Βασιλιά Αντίγονου», το πορτρέτο του «Αλέξανδρου Κεραυνοφόρου». Αντίστοιχο του Απελλή στην ανατολική τέχνη ο Κινέζος Ουάνγκ Ουέι, τα έργα του οποίου γνωρίζουμε από περιγραφές όπως αυτή του Sung Dong Po (1036–1011): «Όταν απολαμβάνεις ένα ποίημα του Ουάνγκ Ουέι, στο κέντρο του εμφανίζεται η ζωγραφική• όταν αποθαυμάζεις τη ζωγραφική του Ουάνγκ Ουέι, στο κέντρο της εμφανίζεται η ποίηση».

Σ’ αυτό το δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης των έργων του Πεσλίκα βρίσκεται η ουσία της ζωγραφικής. Πρόκειται για μια επώδυνη διαδικασία, πέρα από τον θαυμασμό της υπέροχης τεχνικής του, η οποία καταφέρνει να δημιουργήσει ένα απέραντο βάθος στρωμάτων στην επίπεδη επιφάνεια του καμβά, απ’ όπου αναδύονται χιλιάδες χρώματα, αποχρώσεις, φως, αντανακλάσεις. Μέσα σε αυτή την ομορφιά αναδύεται το σκοτεινό, άγνωστο, απροσδιόριστο μέλλον. Και η ουτοπία.

Πρωταγωνιστής σ’ αυτή την τελετουργία ο άνθρωπος, περιτυλιγμένος με τα δεσμά της ιστορίας, σε ένα περιβάλλον όπου τα πάντα αλλάζουν και αναδιαμορφώνονται, καθιστώντας τον Εφέσιο Ηράκλειτο τον μεγαλύτερο όλων των φιλοσόφων. Μέσα στη δίνη των χρωμάτων του ο Πεσλίκας παρασέρνει τον θεατή άλλοτε στον Μύθο του Σπηλαίου του Πλάτωνα και άλλοτε στα καθ’ ημάς σκοτεινά τοπία των γειτόνων χωρών. Με την Κύπρο ως σταυροδρόμι –η ιστορία της οποίας έχει υφανθεί με μύθους, με ανθρώπους από όλα τα πλάτη και μήκη της γης, με ιστορίες και χρώματα– να καθίσταται ένα ιδανικό, ατμοσφαιρικό και εννοιολογικό πλαίσιο, για να προκληθεί εκ νέου ένας διάλογος για τα πραγματικά και μεταφορικά χρώματα της ζωής.