Εννέα εικαστικοί φωτίζουν κρυμμένες πτυχές μιας κρίσιμης πολιτικά περιόδου για την Κύπρο, με επίκεντρο τον ξακουστό δραγομάνο Χατζηγεωργάκη Κορνέσιο ((1779–1809).
Σε πρόκληση για ανάγνωση των ανείπωτων μηνυμάτων του χώρου και των αντικειμένων του στοχεύει ο Ιωσήφ Χατζηκυριάκος, επιμελητής της έκθεσης «Unspeakable: Σύγχρονες εικαστικές παρεμβάσεις» στο Εθνολογικό Μουσείο – Οικία Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου. Οι εικαστικοί καλλιτέχνες που συμμετέχουν παρεμβαίνουν στον χώρο με site specific έργα και ανοίγουν –με κριτική διάθεση– τον σιωπηλό διάλογο μεταξύ των έργων τέχνης και των αντικειμένων του σπιτιού και των ανθρώπων που έζησαν εκεί. Ο επισκέπτης μετά δυσκολίας εντοπίζει τα σύγχρονα έργα από τα ήδη υπάρχοντα στον χώρο και η περιδιάβαση εξελίσσεται σε κυνήγι θησαυρού· στην προκειμένη περίπτωση, ο θησαυρός είναι μικρές αλλά σημαντικές πτυχές της ιστορίας της Κύπρου.
Εισερχόμενη στο αρχοντικό, το οποίο αποτελεί το σημαντικότερο δείγμα αστικής αρχιτεκτονικής της περιόδου της Τουρκοκρατίας στη Λευκωσία, το έργο του Ορέστη Κάλβαρη προδιαθέτει για την έντονη πολιτική ζωή του δραγομάνου, την εξέγερση του τοπικού πληθυσμού εναντίον του το 1804 και το τραγικό τέλος του. Απλωμένες στο πάτωμα, οι απανθρακωμένες γροθιές παραπέμπουν στα βίαια γεγονότα με κατάληξη την εξέγερση και το κάψιμο, και αποτελούν «συνώνυμο των απανθρακωμένων αγώνων ενάντια στην εξουσία και την καταπίεση που αυτή ασκεί», όπως γράφει ο επιμελητής. Στο βάθος της εσωτερικής αυλής μια συκομουριά, το «Νεόφυτο μνημείο» της Μαρίας Αναξαγόρου, παραπέμπει στην απόδραση του δραγομάνου από το σπίτι του προς τον δρόμο μέσω αυτού του δένδρου.
Ανεβαίνοντας από τη στεγασμένη ξύλινη σκάλα στον πρώτο όροφο, εισέρχομαι στον ηλιακό. Εδώ το έργο «Ους ο Θεός συνέζευξεν» του Αντώνη Τζιαρρίδη πραγματεύεται τα θέματα της εθνικής-θρησκευτικής συνύπαρξης. «Ο μιναρές και το καμπαναριό, σύμβολα μεγαλόφωνης θρησκευτικής έκφρασης, συμβιώνουν και απανθρακωμένα σερβίρονται σε μεταλλικό δίσκο προς βρώσιν και πόσιν των προβληματισμών του σύγχρονου θεατή», σημειώνει ο Ιωσήφ Χατζηκυριάκου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και τα έργα «Σύνθεση με μπλε και άσπρο» και «Σύνθεση με κόκκινο και άσπρο» της Μαρίας Αναξαγόρα, η οποία πραγματεύεται τα εθνικά σύμβολα και τους δίνει μια άλλη διάσταση μέσα από το κέντημά της, ενώ το «Recto Verso» του Λοΐζου Ολύμπιου αγγίζει σχέσεις εξωστρέφειας και εσωστρέφειας του μουσειακού περιβάλλοντος.
Ο Εύρος Ευριβιάδης με τα έργα του «Κακός λόγος» και «Μαγειρέματα» υπογραμμίζει στιγμές από τη ζωή του δραγομάνου. Με την κατασκευή-σύνθεση χάλκινων μαγειρικών σκευών παραπέμπει σε μαγειρέματα, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το δεύτερο έργο, τρία λάβαρα, παραπέμπει σε εξαπτέρυγα μιας ανείπωτης θρησκείας, που φέρουν νέες έννοιες και παλιά σύμβολα εξουσίας.
Η Άννα Φωτιάδου με τα έργα της «Remnant» και «Delusive» εντοπίζει την παρουσία της ανθρώπινης απουσίας προβάλλοντας δύο έργα στους τοίχους του αρχοντικού, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στη γυναικεία, άυλη μορφή. Η Μελίνα Σιουκιούρογλου με το ιδιαίτερα εύθραυστο έργο της «Following the bird» ανασυνθέτει την προσωπογραφία της τελευταίας ενοίκου του αρχοντικού μέσα από εύθραυστα αντικείμενα εποχής που περικλείουν στο εσωτερικό τους θραύσματα της εικόνας της γυναίκας.
Στον οντά, το έργο της Χριστίνας Σιακόλα «Εξομολόγηση» απλώνεται σε ένα μεγάλο, λευκό μαξιλάρι από γύψο, που παραπέμπει σε ένα εικαστικό κενοτάφιο των γυναικών που δεν μπόρεσαν να ζήσουν τον χώρο και τη ζωή τους. Σε ένα ξεχωριστό δωμάτιο η Μαρία Ιωάννου δημιουργεί νέα διάσταση στην πραγματικότητα, απέναντι στα αντικείμενα στον χώρο, με την παρουσία ανθρωποειδών λιλιπούτειων πλασμάτων. Ιδιαίτερη είναι η θέση που δίνει η καλλιτέχνης στη γυναικεία φιγούρα, τον αόρατο και άηχο στυλοβάτη.
Η Χουρίκ Τοροσιάν επέλεξε να συνομιλήσει με το βενετικό Bureau Trumeau του 1780, το σημαντικότερο έπιπλο της συλλογής. «Το περιγράφει χρωματικά και σχηματικά μέσα από τον μαγικό καθρέφτη του ευαίσθητου πορτρετίστα και του αποδίδει το δισδιάστατο βάθος το οποίο συσσωρεύτηκε για αιώνες στα κάτοπτρά του», επισημαίνει ο επιμελητής.
Ο σεβασμός στη μελέτη και την ανάγνωση των ανείπωτων διαλόγων αποτελεί τη μεγαλύτερη ίσως πρόκληση που αντιμετωπίζουν σήμερα τα μουσεία, σημειώνει ο Ιωσήφ Χατζηκυριάκου, για να διαπιστώσει ότι «η απολυμαντική ματιά των τεχνικών και των επιστημόνων αφαιρεί πολλές φορές τα σιωπηρά μηνύματα των εκθεμάτων, αυτά που δηλώνουν τις σχέσεις τους με τον χώρο, τον χρόνο και τους ανθρώπους». Η έκθεση προδιαθέτει τον επισκέπτη για μια ευλαβική έως μεταφυσική προσέγγιση του χώρου, δίνοντας πολλές ευκαιρίες για νέες αναγνώσεις της ιστορίας.
* Η έκθεση παρουσιάζεται μέχρι τις 19 Ιουλίου στο Εθνολογικό Μουσείο – Οικία Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου στη Λευκωσία από το Τμήμα Αρχαιοτήτων σε συνεργασία με το Ίδρυμα Φοίβος Σταυρίδης – Αρχεία Λάρνακας, σε επιμέλεια του διευθυντή του ιδρύματος Ιωσήφ Χατζηκυριάκου.