Η έκθεση αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την ανάγνωση της σύγχρονης κυπριακής τέχνης, όχι μόνο ελλείψει άλλων εικαστικών εκθέσεων στο καλοκαιρινό, άνυδρο από εικαστική άποψη τοπίο της πρωτεύουσας…
Eίναι συχνό φαινόμενο σε παγκόσμια κλίμακα οι συλλογές έργων τέχνης ιδρυμάτων όπως είναι οι τράπεζες να συγκροτούν τη δική τους αφήγηση για την ιστορία της σύγχρονης εικαστικής δημιουργίας. Πρόκειται για μια αφήγηση που ακολουθεί εκ των πραγμάτων το νήμα των προτιμήσεων και των ενδιαφερόντων του συλλέκτη (της τράπεζας στην προκειμένη περίπτωση) και που η πλοκή της έχει ως άξονα την οπτική επιλογής των έργων που αποτελούν τη συλλογή.
Στην Κύπρο, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 η Λαϊκή Τράπεζα και η Τράπεζα Κύπρου υπήρξαν τα δύο μεγάλα ιδρύματα τα οποία άρχισαν να συντάσσουν το δικό τους εικαστικό αφήγημα. Παραστατική και σύγχρονη ζωγραφική, γλυπτική, εγκαταστάσεις χώρου, καθώς και έργα μικτών τεχνικών και υλικών, συγκροτούν τις συλλογές μέσα από τις οποίες σκιαγραφείται η εξέλιξη της κυπριακής τέχνης στο πέρασμα του 20ού αιώνα και τις αρχές του 21ου.
Μετά το οικονομικό κραχ και τη διάλυση της Marfin Laiki, η συλλογή του Πολιτιστικού Κέντρου της ενσωματώθηκε, από τον Ιούνιο του 2013, στο Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου, συνθέτοντας έτσι έναν τεράστιο όγκο έργων.
Πώς πρέπει ή πώς οφείλει να διαχειριστεί κανείς τέτοιο πολύτιμο υλικό, να το διαφυλάξει από τη μια, αλλά και να το προβάλει; Πώς μπορεί το ιδιωτικό να γίνει δημόσιο και πώς ξεπερνιέται το βασικό πρόβλημα μιας απρόσκοπτης και αντικειμενικής αφήγησης; Στην προκειμένη περίπτωση, μια πρώτη απάντηση επιχειρείται μέσα από την έκθεση «Rooms to Contemplate: Περιεχόμενο και προοπτική μιας συλλογής» σε επιμέλεια του εικαστικού και επίκουρου καθηγητή του Πανεπιστήμιου Frederick δρα Σάββα Χριστοδουλίδη.
Η έκθεση επιχειρεί από τη μια να προβάλει κάποια εμβληματικά έργα και από την άλλη να καλύψει κάποια κενά που φυσιολογικά αντιμετωπίζει μια ιδιωτική συλλογή. Την ίδια στιγμή η έκθεση αποτελεί σίγουρα αφορμή για επανεξέταση του θεσμού της συλλογής έργων τέχνης, του ζητήματος της διαχείρισης, αξιολόγησης και προβολής του περιεχομένου της και, βεβαίως, της προοπτικής εμπλουτισμού της τόσο με έργα παλαιότερων δημιουργών αλλά και νέων, ώστε αυτή να θεωρείται πλήρης και εκσυγχρονισμένη συνάμα.
Γι’ αυτό και η επιλογή των έργων που συνθέτουν την έκθεση έγινε με κριτήριο το συλλογιστικό υπόβαθρο, την υφολογική ιδιαιτερότητα και την πλαστικότητά τους, σύμφωνα πάντα με την οπτική ματιά του επιμελητή. Παράλληλα, λήφθηκε υπόψη η συγχρονικότητά τους, η δυνατότητά τους δηλαδή να αποπνέουν το κλίμα και τις ιδέες του χρονικού πλαισίου στο οποίο οφείλουν την προέλευσή τους, καθώς και να απαντούν σε ερωτήματα ή ανάγκες που αυτό εγείρει ή εμπεριέχει. Τα ίδια κριτήρια αποτέλεσαν τη βάση για την επιλογή των έργων όσον αφορά στους νέους δημιουργούς.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να αντιμετωπίζει κανείς έργα άγνωστα, όπως είναι ο «Γάλος» του Κώστα Αργυρού, το «Άτιτλο» από τη σειρά «Ο κύκλος της καταγγελίας» του Γιώργου Σκοτεινού, μια τέμπερα του Παναγιώτη Τέτση που έκανε το 1977 με τα αντίσκηνα των προσφύγων, έργα του Πολ Γεωργίου, γλυπτά του Άγγελου Μακρίδη, σπάνιες ακουαρέλες του Κώστα Οικονόμου κ.ά. Ο όγκος της συλλογής έργων τέχνης που ανήκει σήμερα στο Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου είναι τεράστιος και είναι φυσιολογικό σε μια τέτοια έκθεση να μην περιλαμβάνονται πολλά άλλα έργα, για πρακτικούς και άλλους λόγους, που αφορούν το σκεπτικό του επιμελητή. Είναι όμως το πρώτο βήμα. Βλέποντας την έκθεση προκαλεί τον θεατή για περαιτέρω έρευνα, διευρύνοντας ακόμα περισσότερο το κενό που υπάρχει για μια σφαιρική θέαση, ενδεικτική της εξέλιξης της ιστορίας της τέχνης στην Κύπρο. Αν και μέσα σε έναν σχετικά περιορισμένο χώρο, τα έργα μπορούν αν δώσουν μια γεύση αφήγησης, καθώς πλαισιώνεται από ξεναγήσεις, διαλέξεις, εκπαιδευτικά προγράμματα και εργαστήρια.
Η έκθεση αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την ανάγνωση της σύγχρονης κυπριακής τέχνης, όχι μόνο ελλείψει άλλων εικαστικών εκθέσεων στο καλοκαιρινό, άνυδρο από εικαστική άποψη τοπίο της πρωτεύουσας, αλλά και για να τεθούν ερωτηματικά, να διατυπωθούν απαντήσεις και να προκληθούν συζητήσεις γύρω από το δίπολο ιδιωτικό – δημόσιο. Μια συζήτηση καίρια και επιτακτική, ενόψει και της λειτουργίας, σε μερικούς μήνες, της ΣΠΕΛ, η οποία φιλοδοξεί να παρουσιάσει ένα μέρος της Κρατικής Συλλογής Σύγχρονης Τέχνης, το οποίο εδώ και δεκαετίες παραμένει κλειστό σε αποθήκες ελλείψει ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης.
· Λευκωσία Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου, Φανερωμένης 86-90, Μέχρι 31/12. Τηλ. 22128157