Ο μαθητής αφήνεται, να ανακαλύψει μόνος του τις λεπτές γλωσσικές ισορροπίες που απαιτούνται σε διαφορετικές συνθήκες επικοινωνίας.
Με την ευκαιρία του ανοίγματος των σχολείων (και της επαναφοράς της στήλης από την καλοκαιρινή ραστώνη) θα αναφερθούμε σήμερα στην -τόσο παρεξηγημένη- σχολική γλώσσα.
Ενώ αρχικά μπορεί να νομίζουμε ότι ο όρος «σχολική γλώσσα» μπορεί εύκολα να ερμηνευθεί, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ασάφεια –όχι και τόσο «εποικοδομητική», κατά την πολιτική ορολογία- που συντηρείται ακριβώς εξαιτίας της φύσης της σχολικής γλώσσας, του γλωσσικού προτύπου της εκπαίδευσης, που είναι μια μορφή επίσημης γλώσσας, η οποία όμως δύσκολα βρίσκει εφαρμογές εκτός σχολείου. Σύμφωνα, μάλιστα, με ανάλογες έρευνες που έχουν διεξαχθεί η γλώσσα αυτή ενώ είναι είδος «επίσημης» δεν αντιστοιχεί προς την «επίσημη» που χρησιμοποιείται στην κοινωνία, εκτός σχολικού χώρου.
Το πρόβλημα όμως που κυρίως τίθεται είναι η απουσία καλλιέργειας στο σχολείο επικοινωνιακών δεξιοτήτων, οι οποίες απαιτούν την εξοικείωση και με άλλες μορφές λόγου που λειτουργούν σε διαφορετικά περιβάλλοντα απ’ ό,τι η σχολική γλώσσα. Έτσι, δεν διδάσκεται (ή διδάσκεται ελάχιστα στο Λύκειο, μέσα από κείμενα που φέρνουν τους μαθητές σε επαφή με το δημοσιογραφικό λόγο και άλλες μορφές γραπτής κυρίως γλώσσας) η διαφοροποίηση σε κοινωνιολέκτους, δεν εξασκούνται οι μαθητές στο να ανταποκρίνονται γλωσσικά σε διαφορετικούς ρόλους όπως γίνεται στη φιλική κουβέντα, σε έναν προϊστάμενο, σε μια παρουσίαση, σε μια διαφήμιση κ.ο.κ.
Δεν αναλύεται η χρήση της γλώσσας στις ποικίλες εκφάνσεις της, ώστε αφήνεται ο μαθητής, αφού αποχωρήσει από το σχολικό περιβάλλον να ανακαλύψει μόνος του τις λεπτές γλωσσικές ισορροπίες που απαιτούνται σε διαφορετικές συνθήκες επικοινωνίας, οι οποίες είναι τόσο σημαντικές όσο και η γνώση της ίδιας της γλώσσας.
Μάλιστα, σε ορισμένους πολιτισμούς η γνώση των επικοινωνιακών συμβάσεων είναι τόσο απαραίτητη, ώστε η απουσία τους μπορεί να οδηγήσει τον ομιλητή σε πολύ δύσκολη θέση. Ήδη, η Αγγλική, μια παγκόσμια γλώσσα ως lingua franca, ανάμεσα στους φυσικούς ομιλητές της έχει ανεπτυγμένο σύστημα προσφωνήσεων, εναλλαγών του λόγου κ.λπ. ώστε η ελλιπής χρήση τους μπορεί να αποβεί ιδιαιτέρως προσβλητική για το συνομιλητή, σε αντίθεση με κοινά γραμματικά και συντακτικά λάθη που μπορούν να συγχωρεθούν.
Η γνώση, λοιπόν, των επικοινωνιακών συμβάσεων, της χρήσης διαφορετικών κοινωνιολέκτων ή επιπέδων λόγου κατά περίπτωση είναι τόσο απαραίτητη ή και σημαντικότερη όσο και η γνώση της «στάνταρ» ποικιλίας, της λεγόμενης «επίσημης» γλώσσας για να μπορεί ένας ομιλητής να ανταποκρίνεται σε διαφορετικές επικοινωνιακές ανάγκες, που δεν αφορούν μόνο το γραπτό λόγο (ο οποίος κυρίως ή αποκλειστικά προκρίνεται με τη σχολική γλώσσα), αλλά και τον προφορικό.
Αντίθετα, πολύ συχνά εξαιτίας προκαταλήψεων που συντηρεί από παλιά το εκπαιδευτικό σύστημα άλλες μορφές λόγου επικρίνονται ως «κατώτερες» μορφές με αποτέλεσμα οι μαθητές όχι μόνο να μην αναπτύσσουν ανάλογες επικοινωνιακές δεξιότητες, αλλά να νοιώθουν και ντροπή για τη γλώσσα που χρησιμοποιούν εκτός σχολείου, στις μεταξύ τους συναναστροφές, στη γλώσσα που ακούν στο σπίτι τους, αλλά και στον κοινωνικό τους περίγυρο.
Όμως η γνώση των ποικίλων γλωσσικών μηχανισμών, πέρα από την ανάπτυξη γλωσσικών δεξιοτήτων οδηγεί και στην επίγνωση του εξουσιαστικού ρόλου της γλώσσας και πώς αυτή χρησιμοποιείται και ως εργαλείο, αλλά και ως αυτόνομος φορέας εξουσίας.