«[ID] Double» σε χορογραφία Λουί-Ελιάν Μαρτέν στο Διεθνές Φεστιβάλ Κύπρια. 

Χωρίς να απογειώνει κιόλας το φετινό πρόγραμμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κύπρια, η παραγωγή «[ID] Double» από τον Καναδά μπορεί άνετα να συγκαταλεχθεί στην κατηγορία των «έξυπνων επιλογών». Είναι απλή, οικονομική και εξυπηρετεί την πρόθεση να αποδοθεί φόρος τιμής σε μια οικουμενική προσωπικότητα της παγκόσμιας τέχνης, στο πλαίσιο και του «Έτους Μαρίας Κάλλας», με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων (ήταν Σεπτέμβριος μάλιστα) από τον θάνατό της.

Από αυτό το σημείο, εντούτοις, μέχρι να αποδειχθεί ένα μικρό διαμαντάκι, διανύθηκε μια απόσταση που περιείχε την εύστοχη επιλογή της μικρότερης, σε στιλ black box, Νέας Σκηνής του ΘΟΚ, αλλά βέβαια και την αφοσίωση και τον επαγγελματισμό των συντελεστών.

Πάνω απ’ όλα όμως, είναι η ποιότητα του δρώμενου· η έμπνευση του χορογράφου Λουί-Ελιάν Μαρτέν και η εκτέλεση της Λόρι-Αν Λανγκίς, που μπορεί να ήταν μόνη της στη μαύρη και άδεια σκηνή, αλλά τη γέμιζε με τις κινήσεις και τις εκφράσεις της. Αμφότεροι απόφοιτοι της Σχολής Σύγχρονου Χορού του Μόντρεαλ, της μεγαλύτερης γαλλόφωνης πόλης του κόσμου εκτός Γαλλίας, παραδίδουν ένα πρότζεκτ που είναι μέρος της έρευνάς τους πάνω στο φωτεινό ορόσημο της Κάλλας.

Επιχειρεί να αποτυπώσει τον διχασμό ανάμεσα στη δημόσια εικόνα της ντίβας, τη φλογερή της προσωπικότητα από τη μία και τον εύθραυστο, κλειστό χαρακτήρα της από την άλλη. Αυτή είναι η διπλή ταυτότητα του τίτλου. Και στην αρχιτεκτονική της παράστασης μοιράζεται στα δύο, σχεδόν κυριολεκτικά, μέσα από την απλότητα του μαύρου και του λευκού, παράλληλα με την τελετουργική εναλλαγή μεταξύ φωτός και σκοταδιού, που συμβολίζουν εν μέρει και την αέναη τραμπάλα μεταξύ ανόδου και πτώσης. Μέσα στα 45 λεπτά που διαρκεί η παράσταση αναδεικνύονται οι αμέτρητες αντιφάσεις της προσωπικότητας της Κάλλας, μιας γυναίκας που έκανε άλμα «πιο γρήγορο από τη φθορά» και νίκησε τον θάνατο και τη λήθη, με βασικό της όπλο την ίδια της την ευθραυστότητα. Αυτή η δυαδικότητα ενδεχομένως να ήταν και το στοιχείο που κατέστησε αναλλοίωτο τον μύθο της.

Η Λανγκίς αρχικά μοιάζει να είναι ο εαυτός της και να συγκλονίζεται μπροστά στο μεγαλείο μιας προσωπικότητας ο κόσμος της οποίας υπερβαίνει την καθημερινότητα. Την πλησιάζει όμως σταδιακά και σταθερά, μέσα από μια διαδικασία και δικής της διακριτικής μεταμόρφωσης. Έτσι, φτάνει να εκφράζει τις χειρονομίες της Κάλλας μέσα από μια διαδικασία ελεγχόμενης αυθεντικότητας. Προέκυπταν, όπως θα επιθυμούσε και η ίδια η πριμαντόνα, μέσα από μια αδιάλειπτη αλληλουχία κινήσεων, που έμοιαζαν να πηγάζουν η μία από την άλλη, όπως ακριβώς συμβαίνει σε μια συνομιλία.

Μέσα από τις κινήσεις αυτές, οι υψηλές φιλοδοξίες συγκρούονταν με την απέλπιδα μάχη για την επίτευξη της τελειότητας. Την ίδια στιγμή, με πλήρη γνώση ότι το πιο υπέροχο μουσικό όργανο, η ανθρώπινη φωνή, είναι παράλληλα και το πιο εύθραυστο, αμφιβολίες και φόβοι εκτροχίαζαν τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις της, καθιστώντας την έρμαιο των ίδιων της των επιλογών. 

Στο δεύτερο μέρος, μέσα από το πέπλο του ανατριχιαστικά ταιριαστού με την ψυχοσύνθεση της ηρωίδας ηχητικού τοπίου του Αντουάν Μπερτιόμ ξεπροβάλλει η ηχογράφηση της «Νόρμας» του Μπελίνι, η κορυφαία ίσως στιγμή της Κάλλας και ο πιο αγαπημένος της ρόλος. Κι εκεί που η ερμηνεία της περίφημης άριας «Casta Diva» πειράζεται από τα ηλεκτρικά στοιχεία, οι αναμνήσεις της κορυφαίας υψιφώνου μετουσιώνονται σε μνήμη ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Δεν είναι ότι δεν διέκρινα μια μικρή αίσθηση μετεωρισμού και αβεβαιότητας στην εξέλιξη της χορογραφίας, ενώ εντύπωσή μου ήταν ότι από ένα σημείο και μετά ο Μαρτέν επένδυσε ετεροβαρώς στις δυνατότητες της ερμηνεύτριάς του παρά στη δική του χορογραφική έρευνα. Αυτό όμως δεν μειώνει το επίτευγμα, εφόσον η ανάκληση της Κάλλας γίνεται μ’ έναν σωματικά και ατμοσφαιρικά λυρικό τρόπο, αναδεικνύοντας όλες τις πτυχές της προσωπικότητας μιας γυναίκας που γνώρισε την απόλυτη αποθέωση, όσο και τη συντριβή.