Τάσος Αριστοτέλους: «Η γλώσσα μας», εκδόσεις Αριστοτέλους, 2016.
Ερωτικά δίστιχα στο κυπριακό ιδίωμα, 75 στον αριθμό, περιλαμβάνει η νέα ποιητική συλλογή του Τάσου Αριστοτέλους, υπό τον τίτλο: «Η γλώσσα μας». Η έφεση του ποιητή στους πειραματισμούς, θεματικούς, μετρικούς, υφολογικούς, ακόμη και γλωσσικούς, είναι γνωστή καθώς προβάλλει διάφανα σχεδόν σε κάθε καινούργιο του βιβλίο. Πολυγραφότατος και ακάματος, συχνά εκπλήσσει ευχάριστα τον αναγνώστη με τη νεωτερικότητα και την ευρηματικότητα των προσεγγίσεών του.
Συχνά ο Τ.Α. αντλεί από το αισθητικό κληροδότημα και τις παραδόσεις της δημοτικής ποίησης, είτε της πανελλήνιας, είτε αυτής που γράφτηκε στην κυπριακή διάλεκτο. Τα δε δάνειά του δεν αφορούν μόνο το ύφος και το στιχουργικό μέτρο, αλλά και τα σύμβολα που μετέρχεται ο δημώδης ποιητικός λόγος: «Φεγγάριν πόψε μεν εβκείς / τζ’ εννά κακοκαρτίσεις / με τζείνην πόννα δκιανευτώ / άμα καρτζηλατήσεις». (σελ. 9)
Ο Τ.Α. δεν ασχολείται για πρώτη φορά με την ερωτική ποίηση. Το έπραξε και στο παρελθόν με παραστατική ευστοχία και αισθαντικότητα. Σ’ αυτή τη συλλογή διέκρινα και κάποια στοιχεία όπου ο ερωτισμός συμπλέκεται αρμονικά και με τον αισθησιασμό: «Έθελα να’ μουν μόσπιλον / μες στο δικόν της στόμαν / να με ρουφούν τα σιείλη της / τζιαι να με κάμνουν λυώμαν». (σελ. 10)
Ο ποιητής δεν αφήνει αθέατη καμιά μορφή, κανένα είδος έρωτα. Μέσα από τα δίστιχά του παρουσιάζονται και ο πλατωνικός έρωτας, αλλά και ο σαρκικός, και ο ρομαντικός, και ο εξιδανικευμένος, αλλά και ο ρεαλιστικός, και ο «θεοποιημένος» αλλά και ο γήινος. Να ένα παράδειγμα όπου ο έρωτας είναι αντάρτης, διεκδικητικός και μαχητικός: «Αφήκες μιαν χαραμαδκιάν / στην πόρτα της καρκιάς σου / τζιαι σγιάν τον κλέφτην έμπηκα / με δίχα τα κλειδκιά σου». (σελ. 15)

Φυσικά, από μια συλλογή με ερωτικά δίστιχα δεν θα μπορούσε να απουσιάζει ο ανεκπλήρωτος έρωτας: «Εν’ η καρτούλα μου κλαΐν / ξερόν ποστρατζισμένον / τζι’ εν η αγάπη σου νερόν / πο’ μεινεν σταλωμένον». (σελ.17)
Ασφαλώς όμως, μιλώντας πάντα για τον έρωτα, τα συναισθήματα του ποιητή συχνά εναλλάσσονται, πότε προβάλλει η αισιοδοξία της ερωτικής προσμονής και πότε η πίκρα και η απογοήτευση της ερωτικής αποτυχίας: «Εμέναν η καρτούλλα μου / εν’ φκιόρον στρατζισμένον / πο’ ππεσεν πάνω στον καγιάν / τζ’ εν’ πάντα μαραμμένον». (σελ. 25)
Στα ερωτικά δίστιχα του Τ.Α., σχεδόν κατά κανόνα, επιστρατεύονται τα στοιχεία της φύσης, άλλοτε αλληγορικά, άλλοτε μεταφορικά και άλλοτε υπό μορφή παρομοιώσεων. Έτσι συμβαίνει βέβαια και στη δημοτική, λαϊκή ποίηση: «Τραούδα πεύτζιε δροσινέ / τζ’ αέρα μυρωδάτε / τζιαι τζείνη που αγάπησα / εμέναν συλλοάται». (σελ. 32)
Συχνά οι ποιητικές ιδέες του Τ.Α. υπερβαίνουν τις απαιτήσεις που προϋποθέτει ένα παραδοσιακό ερωτικό δίστιχο. Πιστεύω πως αυτές οι στιγμές είναι από τις καλύτερες του βιβλίου: «Λαλώ της, πέμου έναν λον / πον’ έχουν τα βιβλία / λαλεί μου, δε τα μμάθκια μου / τούτα λαλούσιν λλία;». (σελ. 20)
Συχνά, στα δίστιχα του Τ.Α. δεσπόζει το στοιχείο της πληθωρικότητας και της υπερβολής. Εξάλλου, το ίδιο συμβαίνει και στη λαϊκή στιχουργική παράδοση απ’ όπου αντλεί εμπνεύσεις και τεχνοτροπία ο ποιητής: «Φαρμάτζιν που τα σιείλη σου / να μου το δώκουν πίννω / στρατζίζω το κατά Θεόν / τζιαι στάξην εν αφήννω». (σελ. 15)
Βέβαια, αυτό το δίστιχο επαναλαμβάνεται, ελαφρώς παραλλαγμένο, λίγες σελίδες πιο κάτω. Κι ίσως αυτό να είναι κάτι που θα έπρεπε ν’ αποφευχθεί: «Φαρμάτζιν που τα σιείλη σου / να μου το δώκεις πίννω / ρουφώ το με το κκέφι μου / τζαι στάξην εν αφήννω». (σελ. 29)
Έχω ωστόσο να κάμω ακόμη 1-2 κριτικές έως επικριτικές επισημάνσεις. Θεωρώ ότι, σ’ αυτό ειδικά το βιβλίο – σε κάποιες, πολύ λίγες, περιπτώσεις – ο Τ.Α. δελεάζεται και υποκύπτει στην εύκολη ρίμα. Είμαι σίγουρος ότι διαθέτει το ταλέντο, τη φαντασία και την ευρηματικότητα να μας εκπλήττει συχνότερα με ρίμες απρόσμενες, αναπάντεχες, πρωτότυπες και νεωτερικές. Θα μπορούσε να το πετύχαινε περισσότερο, εάν επιδείκνυε μεγαλύτερη υπομονή και αυτοπειθαρχία.
Τέλος, σε αυτή τη συλλογή θα ήθελα να δω να αποφεύγονται κάποιοι προφανείς έως κραυγαλέοι απόηχοι από γνωστά ομόθεμα παραδοσιακά δίστιχα: «Εμπήκεν μες στην θάλασσαν / να λούσει το κορμίν της / τζι’ εγλύκανεν τζειν το νερόν / που έπαιξεν μαζίν της». (σελ. 12)