Ο Στέφανος Δρουσιώτης έλαβε το δικαίωμα να παρουσιάσει το δικό του θεατρικό σύμπαν στις Αποθήκες του ΘΟΚ για τρεις μήνες. Όπως στο «Χίλιες και μια νύχτες», έγινε για λίγο χαλίφης στη θέση του χαλίφη, με την επίγνωση της προσωρινότητας του θαύματος, αλλά με πλήρη ελευθερία στις επιλογές και με τη δυνατότητα παρουσίασης τριών δικών του παραγωγών. Είχε το θάρρος να αποδεχθεί το προτεινόμενο βάρος, αλλά και την προνοητικότητα να δηλώσει εξαρχής τη φιλοσοφία που ορίζει τις επιλογές του.

Τα όσα θα δούμε θα είναι όχι απλά disputanda (συζητήσιμα), αλλά dubitanda (αμφισβητήσιμα), αυτά που έχουν ως κύριό τους χαρακτηριστικό την ικανότητα να εγείρουν απορίες, διαφωνία, να βγάζουν το κοινό από τη χλιαρότητα της ασφαλούς θέασης, να προκαλούν τους ανθρώπους του θεάτρου να εκφέρουν άποψη για τη δουλειά των συναδέλφων τους, διάσημων και πρωτοεμφανιζόμενων.

Έτσι το «Relic» του Ευριπίδη Λασκαρίδη ήταν η τέλεια αρχή των Dubitanda. Η παραγωγή ήρθε μέσα σ’ ένα σύννεφο διασημότητας. Το εκκρεμές της κοινής και της επαγγελματικής γνώμης κινείτο μεταξύ εγκωμιασμού και σκεπτικισμού. Προσωπικά δεν θα τοποθετηθώ πάνω σ’ αυτή την κλίμακα και θα χρησιμοποιήσω την αγαπημένη φράση του αείμνηστου Εύη Γαβριηλίδη: «It was not my cup of tea».

Θα αναφερθώ στην πρώτη Πλατφόρμα Νέων Δημιουργών. Η Μαριάννα Παφίτη παρουσίασε το έργο της «Dystopia: Il Paradiso», που αναφέρεται στο προσωπικό της βίωμα και αφηγείται την πορεία από τη διάγνωση της ασθένειάς της, μέσα από τις φάσεις της άρνησης, της απόγνωσης, του θυμού, μέχρι τη στιγμή της πλήρους συνειδητοποίησης της κατάστασης και της ανάγκης εκ βάθους επικοινωνίας με άλλους, που δεν κατοικούν στη δική της δυστοπία.

Το dubitandum ήταν προφανές: Θα μετουσιωθεί το προσωπικό βίωμα σε έργο θεατρικής τέχνης; Ψάχνοντας απάντηση στους δικούς μου –δεν το κρύβω– ενδοιασμούς, κατέληξα κατά τη διάρκεια της θέασης στα εξής συμπεράσματα. Η Μαριάννα Παφίτη είχε δημιουργήσει στη σκηνή μία περσόνα που ναι μεν φτιάχτηκε από το προσωπικό της υλικό, αλλά είχε την ποιότητα ρόλου, είχε την αναγκαία αποστασιοποίηση και γενίκευση.

Ως επακόλουθο, αισθάνθηκα «κανονικός» θεατής, καθηλωμένος, συγκινημένος, αλλά χωρίς ίχνος αμηχανίας, την οποία φοβόμουνα. Το θέατρο συνέβη. Το κείμενο είχε ως αρετές την αίσθηση του μέτρου, την εξαντλητική αυτογνωσία της συγγραφέως, την ψαγμένη μεταφορικότητα. Η σκηνοθεσία του Λούκα Ιωάννου πρόσθετε συμβολική διάσταση στο δρώμενο, με το εικαστικό φόντο να παίζει με την έννοια του παραδείσου, ενώ η σιωπηλή παρουσία του ιδίου πρόσφερε το στήριγμα της ακρόασης στην αφήγηση της ερμηνεύτριας.

Το στοιχείο της πρόκλησης κρυβόταν και στην απόφαση του Δρουσιώτη να συγκατοικήσουν στην ίδια Πλατφόρμα το έργο της Παφίτη και η παραγωγή της ομάδας Belacqua με τη διασκευή του γραμμένου για το ραδιόφωνο «Words and Music» του Μπέκετ. Το «WMWMWM» πραγματεύεται το θέμα της καθήλωσης, το οποίο ενώνει τις δύο παραστάσεις, με όλες τις απτές διαφορές τους να αποτελούν τροφή για σκέψη περί θεατρικών ειδών και στιλιστικής.

Ο Αντρέας Παντελή ανέλαβε το μουσικό μέρος του ηχητικού υλικού και η Ιωάννα Κορδάτου σωματοποίησε τον λόγο, έδωσε εικόνα στον ήχο, παραλληλίζοντας τη σωματική και πνευματική φθορά του ήρωά της, σβήνοντας σταδιακά τη μνήμη, τη λογική, το νόημα. Η δουλειά παρουσίαζε φορμαλιστικό ενδιαφέρον.