Τανέρ Μπαϊμπάρς: «Γράμμα στην πατρίδα», εκδόσεις Vakxikon.gr, 2016.
Η πολυπολιτισμικότητα των ερεθισμάτων, των επιρροών, των ρητορικών τρόπων και των εκφραστικών μέσων, είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ποίησης του Τανέρ Μπαϊμπάρς, Τουρκοκύπριου ποιητή, που γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1936 και απεβίωσε στη Γαλλία το 2010. Ο Μπαϊμπάρς εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αγγλία το 1956, γεγονός που καθόρισε, εν ολίγοις, και το αισθητικό του στίγμα.
Οι θεματικές του Μπαϊμπάρς είναι πολυποίκιλες και τον καθορίζουν περισσότερο ως πολίτη του κόσμου, παρά ως πολίτη οποιουδήποτε κράτους, όποιας μικρής ή μεγάλης πατρίδας. Το κράμα των θεματικών του συνυπάρχει αρμονικά και με το κράμα των υφολογικών και τεχνοτροπικών προσεγγίσεών του. Κι αυτό συμβαίνει διότι στην ποίησή του είναι ευδιάκριτα τόσο τα παραδοσιακά στοιχεία που συνθέτουν την αισθητική του, όσο και τα πιο μοντέρνα. Ενώ, αμφότερα συνυπάρχουν και εκφράζονται μέσα από μια απλή, λιτή, σχεδόν καθημερινή γλώσσα. Μια γλώσσα που διασπάται δυναμικά από λυρικά και υπερρεαλιστικά σπαράγματα.
Υπό τον τίτλο «Γράμμα στην πατρίδα» ο εκδοτικός οίκος “Vakxikon.gr” κυκλοφόρησε το 2016 ανθολόγιο ποιημάτων του Μπαϊμπάρς, σε μετάφραση της Αγγελικής Δημούλη. Πρόκειται για την πρώτη φορά που παρουσιάζεται στα ελληνικά αυτός ο σημαντικός Τ/κ ποιητής. Αρχικά θέλω να πω πόσο συμφωνώ με τη μεταφράστρια του ανθολογίου που σημειώνει πως «η πολλαπλότητα των ταυτοτήτων ερείζεται και από τις υπαρξιακές ανησυχίες του Μπαϊμπάρς». (σελ. 13) Αυτή ακριβώς η πολλαπλότητα και η πολυπολιτισμικότητα της ποίησης του Μπαϊμπάρς δημιουργούν την αίσθηση ότι αυτός «δημιουργεί μια νέα ποιητική γραμματική – μια εσπεράντο της ποίησης». (σελ. 16)
Η αίσθηση της πατρώας γης – αλλού εντονότερα και αλλού αμυδρότερα – διαχέεται σε όλη την ποίηση του Μπαϊμπάρς. Σε αυτή τη γη επιστρέφει ποικιλοτρόπως ο ποιητής: «Σ’ αυτό το λόφο, σ’ αυτό το χωριό / διαλέγω να ονειρευτώ την πόλη μου / αυτή την όμορφη τερατωδία / εγώ, μια κηλίδα άμμου στον δικό της στρόβιλο». (σελ. 23)
Ωστόσο, οι πλείστες θεματικές του Μπαϊμπάρς έχουν διεθνή, ουμανιστικό και πανανθρώπινο χαρακτήρα, μακριά από εθνικά ηχοχρώματα, τοπικές υποδιαιρέσεις. Την ίδια ώρα, σχεδόν όλες, έχουν φιλοσοφικό και υπαρξιακό υπόβαθρο.

Από την άλλη, η ποίηση του Μπαϊμπάρς έχει συχνά ένα διάφανα μεσογειακό χαρακτήρα με έντονα και φωτεινά χρώματα, αλλά και μ’ έναν εικονοκλαστικό λυρισμό που οδηγεί συνειρμικά στον Οδυσσέα Ελύτη: «Αλλά η άμμος ήταν ζεστή, / …ο ουρανός επίμονα μπλε ∙ οι γλάροι, λευκοί… / …Και η θάλασσα αναπήδησε στην κανάτα της / τόσο αθόρυβα όσο το γάλα». (σελ. 37)
Ο ποιητής παρατηρεί τον κόσμο γύρω του και τον κόσμο μέσα του. Αλλά, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, παρατηρεί τον κόσμο καθολικά, συνολικά. Κι αυτό συμβαίνει χωρίς ίχνος εντοπιότητας στην πρώτη περίπτωση και χωρίς σημάδια εσωστρέφειας στη δεύτερη.
Παράλληλα, διάφορα χρονογραφικά ενσταντανέ και στιγμές της καθημερινότητας, φαινομενικά ανάξιες λόγου, διά χειρός Μπαϊμπάρς, μετατρέπονται σε ποιήματα, με απλότητα, χιούμορ και ανεπιτήδευτη εκφραστικότητα. Ο ποιητής εγκλωβίζει αισθητικά την όποια στιγμή καθημερινότητας, αναδεικνύει τους ιριδισμούς της, τις εκφραστικές λεπτομέρειές της, τις απόκρυφες εικόνες της, τα εσωτερικά συναισθήματα. Έτσι μετατρέπει σε ποίηση ανυποψίαστες στιγμές.
Ο ποιητής είναι συχνά αποφθεγματικός και λιτός, αλλά μονίμως έντονα παραστατικός: «…Ένα φιλί / παρμένο σε μια σύντομη σιωπή ανοίγει τη μουσική. / Τόσο δυνατά που ο ίδιος ο πλάστης γίνεται σιωπηλός… / …η μουσική είναι το σύστημα μπράιγ των συναισθημάτων». (σελ 67)
Ο Μπαϊμπάρς κατέχει τη δύναμη της απλότητας και την αξιοποιεί στο έπακρο. Μέσα σ’ ένα μόνο δίστιχο περικλείει τη φαντασία με την πραγματικότητα, τον ιδεαλισμό με τον ρεαλισμό, την ελπίδα μαζί με την διάψευσή της: «Επιπλέεις σ’ ένα λιμάνι από όνειρα, φεύγεις το πρωί / με άγριες φαντασιώσεις και ξυπνάς σ’ ένα κρεβάτι από ναυάγια». (σελ. 124)
Μπορεί ο Μπαϊμπάρς να γραφεί για φαινομενικά ασήμαντες στιγμές της καθημερινότητάς του, αλλά νοερά έχει μονίμως μέσα του τη μεγάλη εικόνα και το τι γράφτηκε πριν από αυτόν. Εξού και αναπτύσσει υπόγειους διακειμενικούς διαλόγους με τους ομότεχνους του που προηγήθηκαν: «…κλείνω τα μάτια και βλέπω / τις ψυχές όλων των αυτοχείρων ποιητών / στα μαραμένα τριαντάφυλλα / μετά από ένα ξαφνικό κρύο του Δεκέμβρη». (σελ. 161)
Τέλος, ο αυτοσαρκασμός λειτουργεί λυτρωτικά και καθαρτήρια και για τον Μπαϊμπάρς: «Ο ιστός / της αβεβαιότητας που κεντάς κρατάει σταθερή την πένα μου, / γράφω ασυναρτησίες αλλά σκέφτομαι σημαντικά ποιήματα». (σελ. 185)
Ως κατακλείδα θέλω να σημειώσω ότι ο Μπαϊμπάρς μετανάστευσε από την Κύπρο το 1956 αλλά δεν επέστρεψε ποτέ στην ιδιαίτερη του πατρίδα. Όπως ο ίδιος αιτιολογούσε την επιλογή του, όταν έφυγε «το νησί ήταν ενιαίο ενώ τώρα είναι διχασμένο και δεν επιθυμούσε να το δει έτσι». (σελ. 220).