Σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό της, η Μαρία Κάλλας είναι πιο ζωντανή στη συνείδησή μας από οποιαδήποτε τραγουδίστρια περασμένων καιρών ή του σήμερα. Για καμιά άλλη τραγουδίστρια δεν υπάρχει τόσο εκτεταμένη βιβλιογραφία και οι ερμηνείες της, αποτυπωμένες από την ΕΜΙ στην καλύτερή της καλλιτεχνική περίοδο, με τον τεχνικά τελειότερο τρόπο, αλλά και οι χιλιάδες ερασιτεχνικές, πειρατικές ηχογραφήσεις από ζωντανές παραστάσεις της, είναι μια παρακαταθήκη που ζει και ενθουσιάζει όσο ποτέ, αφού ο χρόνος ανέδειξε και απέδειξε τη μοναδικότητά τους.

Στα δέκα χρόνια τής πολύ έντονης παρουσίας της στο διεθνές λυρικό θέατρο, από το 1948 που τραγούδησε στη Φλωρεντία πρώτη φορά ρόλο της εποχής τού bel canto, τη Norma, μέχρι το 1958 που φάνηκαν τα πρώτα σημάδια κάμψης στη φωνή της, το λυρικό θέατρο έζησε μια επανάσταση που ανέβασε τον πήχη για κάθε ρόλο που τραγούδησε και που έκτοτε δεν ξεπεράστηκε. Το κοινό το αναγνωρίζει αυτό ενστικτωδώς, ενώ οι μουσικοί νιώθουν ακούγοντας τις ηχογραφήσεις και οπτικογραφήσεις της πόσο απλησίαστα υψηλό είναι το επίπεδο της δραματικής ερμηνείας, που δίνεται εξαιρετικά πιστά στην αυθεντική παρτιτούρα του συνθέτη και εντυπωσιάζει με την τελειότητα της δεξιοτεχνικής φωνητικής εκτέλεσης, σε συνδυασμό με το πολύ προσωπικό και σπάνιο ηχόχρωμα φωνής.

Το φαινόμενο μιας πολύ μεγάλης σε όγκο, αλλά και σε έκταση φωνής, με σκούρο ηχόχρωμα και δραματική έκφραση, ήταν πάντα σπάνιο, αλλά για τις λίγες φωνές αυτού του είδους γράφτηκαν αριστουργήματα, που συχνά παραμένουν στα συρτάρια ώσπου να εμφανιστεί η κατάλληλη φωνή και ερμηνεύτρια που θα τους ξαναδώσει ζωή. Η Giuditta Pasta, για την οποία γράφτηκαν η «Norma» και η «Sonnambula» στα 1831, όπως και η Μaria Malibran, γνωστή για την ερμηνεία τους, είχαν προφανώς αυτά τα χαρίσματα και έμειναν στην ιστορία του λυρικού θεάτρου ως «φαινόμενα», χαρακτηρισμός που δόθηκε και στην Κάλλας. 

Πολύ περισσότερο όμως γίνεται λόγος για την πρόωρη κατάρρευση του φωνητικού και ερμηνευτικού αυτού φαινομένου και για τους τελευταίους, άτυχους έρωτες με τον Α. Ωνάση και τον G. Di Stefano, παρά για τη θαυμαστή δημιουργία του σε εποχή και συνθήκες πλήρως αντίξοες: Ανάμεσα σε δυο παγκόσμιους πολέμους, παιδί οικογένειας διαλυμένης, έζησε αρχικά στη Νέα Υόρκη, όπου γεννήθηκε το 1923, και μετά το 1937 στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και την αδελφή της και όπου πέρασε την εφηβεία, έκανε τις σπουδές και τις πρώτες επαγγελματικές εμφανίσεις της και βίωσε τον πόλεμο μέχρι το τέλος, το 1945.  

Από τις πρώτες βιογραφίες μέχρι και τις πιο σύγχρονες παρουσιάζεται συνήθως ως το άσχημο παπί που μεταμορφώθηκε σαν στο παραμύθι, με υπερβολικό ζήλο να τονίζονται αρνητικά στοιχεία, ενώ πολύ λίγο προβάλλονται μερικοί βασικοί, απίστευτα ευνοϊκοί παράγοντες και η καλή τύχη που οδήγησαν στο θαύμα Μαρία Κάλλας: Ασυνήθιστο για μια οικογένεια Ελλήνων μεταναστών της Νέας Υόρκης, η μητέρα Ευαγγελία Δημητριάδου, με κάποιες ρίζες από την Κωνσταντινούπολη, έχει ιδιαίτερη αγάπη για το θέατρο και το τραγούδι και είναι γενικά φιλόδοξη ως προς την ανατροφή των παιδιών της, που αρχίζουν μικρά να ακούν μουσική, καλούς τραγουδιστές της όπερας και να κάνουν πιάνο. 

Όταν η Μαρία Καλογεροπούλου αρχίζει στα δεκατέσσερά της να σπουδάζει τραγούδι στην Αθήνα, έχει συσσωρευμένα ακούσματα από ηχογραφήσεις δίσκων και εκπομπές όπερας με εξαιρετικές τραγουδίστριες που μεσουρανούσαν τότε, όπως τη Rosa Ponselle, φημισμένη τότε Norma. 

Το αντικείμενο τής είναι απόλυτα οικείο, οι στόχοι συγκεκριμένοι και ψηλοί, η όρεξη για μάθηση και η τελειομανής στάση τη διακρίνουν. Συνάμα, τεράστια τύχη γι’ αυτήν είναι το γεγονός ότι η διάσημη Ισπανίδα σοπράνο Εlvira de Hidalgo, μετά από καριέρα στο Μιλάνο και εμφανίσεις στη Σκάλα, ζει εκείνη τη στιγμή στην Αθήνα! Το ιδιαίτερο είναι ακριβώς ότι πρόκειται για μια σοπράνο κολορατούρα, που έχει τραγουδήσει πολλούς ρόλους του bel canto και καταφέρνει να μεταλαμπαδεύσει στην τεράστια, αλλά εύπλαστη φωνή, όλες τις τεχνικές και μουσικές της γνώσεις, κάνοντάς την να κινείται άνετα σ’ ένα πολύ ευρύ ρεπερτόριο. 

Στη σωστή στιγμή η De Hildalgo φροντίζει επίσης, στην κατοχική Αθήνα του 1941, η μόλις 18 χρόνων μαθήτριά της να εμφανιστεί με τον θίασο του Βασιλικού Θεάτρου, αργότερα Εθνική Λυρική Σκηνή. Στη διάρκεια της ιταλικής και γερμανικής κατοχής, θα καταφέρει να της εμπιστευθούν μεγάλους ρόλους, όπως Tosca, Leonora από τον «Fidelio», Martha, Santuzza κ.ά., ενώ οι κριτικοί τής εποχής, Έλληνες και ξένοι, θα αναγνωρίσουν το ταλέντο της και θα την ενθαρρύνουν. Με το τέλος του πολέμου, η απόφασή της να γυρίσει στην Αμερική αποδεικνύεται επίσης πολύ σωστή, γιατί από εκεί θα ανοίξει μετά από ακρόαση ο δρόμος για την Ιταλία! Το 1947 θα ανοίξει το φεστιβάλ στη Βερόνα, στον δραματικό ρόλο της Gioconda. 

Σαν σε φιλμ που επιταχύνει τον ρυθμό κίνησής του διαδέχονται το ένα το άλλο τα  γεγονότα της ζωής και της καριέρας της. Τη νύχτα της άφιξής της στη Βερόνα θα γνωρίσει τα δυο σημαντικότερα πρόσωπα που θα τη συντροφεύσουν και θα την καθοδηγήσουν: Τον μεγάλο μαέστρο όπερας Τullio Serafin, που θα μελετήσει και θα διευθύνει τους κυριότερους ρόλους του ρεπερτορίου της από τον Wagner ως το bel canto, και τον εργοστασιάρχη και μεγάλο φίλο της όπερας Giovanni Battista Meneghini, που θα γίνει σύζυγός της το 1949 και θα αφήσει τη δουλειά του για να αφοσιωθεί στην καριέρα της, ως ιμπρεσάριός της, στη συνέχεια. Η τύχη δεν είναι βέβαια ο μόνος λόγος που ο Tullio Serafin προσφέρεται να δουλέψει και να κτίσει μουσικά το φαινόμενο Κάλλας, όπως δείχνουν τα γράμματα της νεαρής τραγουδίστριας από τις περιόδους τής προετοιμασίας των ρόλων μαζί του, αλλά και η δική της απίστευτη δίψα για δουλειά και για τελειότητα στα πάντα.

Γράφει στον Μeneghini από τη Φλωρεντία το 1948: «Ο Serafin λέει ότι είναι ευχαριστημένος με τη Norma μου, όμως εγώ δεν είμαι καθόλου. Είμαι σίγουρη ότι μπορώ να την κάνω εκατό φορές καλύτερα, μα η φωνή μου δεν με ικανοποιεί και δεν μου δίνει αυτά που θέλω (…) στο κάθε τι θέλω το καλύτερο: θέλω ο άντρας μου να είναι ο καλύτερος απ’ όλους. Θέλω η τέχνη μου να είναι η πιο τέλεια. (…) Ακόμα και αυτό που φορώ θέλω, αν είναι δυνατόν, να είναι το καλύτερο που υπάρχει. (…) Ξέρω πως δεν γίνεται και υποφέρω τόσο. Γιατί; Βοήθα με, Battista, και μη θεωρείς ότι υπερβάλλω. Έτσι είμαι καμωμένη».

Αν φανταστεί κανείς αυτή την προσωπικότητα που ανθούσε δουλεύοντας με τους καλύτερους μαέστρους ή με σκηνοθέτες σαν τον Luchino Visconti, για να δώσει στη σκηνή αίμα και ψυχή σε χαρακτήρες πολυσύνθετους, μπορεί να φανταστεί κανείς πόσο λάθος εκτίμηση έκανε πιστεύοντας πως θα της δώσει ευτυχία και καλλιτεχνική ώθηση η μαλθακή και άδεια ζωή του jet set, σε κύκλους εφοπλιστών που λίγο τους αφορούσε η δική της ουσία…

* Μουσικολόγος, συγγραφέας του βιογραφικού βιβλίου «Μαρία Κάλλας – Η ζωή και η τέχνη μιας ερμηνεύτριας» (1997).