Παναγιώτης Νικολαΐδης: «Με λογισμό και μ’ όνειρο», εκδόσεις @κτίς, 2016.
Το βιβλίο, όπως συνοπτικά αναφέρει ο συγγραφέας στο εισαγωγικό σημείωμά του, «φιλοδόξει να φωτίσει κρίσιμα, θεωρητικά, μορφολογικά και θεματικά ζητήματα», που απασχόλησαν τον Θεοδόση Νικολάου «με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και καθόρισαν την ποιητική του». (σελ. 7)
Στη μελέτη του Παναγιώτη Νικολαΐδη αναλύονται διεξοδικά δύο ποιήματα και δύο δοκίμια του Θεοδόση Νικολάου. Ο μελετητής ανιχνεύει το αισθητικό credo του Θ.Ν. τόσο μέσα από τα συγκεκριμένα ποιήματα, όσο και μέσα από τα δύο δοκίμια που πραγματεύονται όψεις του έργου του Τ. Σ. Έλιοτ.
Ο Π.Ν. επιλέγει δύο προγραμματικά ποιήματα ποιητικής του Θ.Ν. για να ενδιατρίψει σε αυτά και να αποφανθεί αναλυτικά για τις αισθητικές καταβολές, αλλά και τις αισθητικές αρχές του προγενέστερού του ποιητή.
Το πρώτο ποίημα «Έκθεση ζωγραφικής» και ειδικά ο καταληκτικός του στίχος: «Φαίνεται πως δεν έχει σημασία το τι αλλά το πώς» απαντά στο αρχέγονο ερώτημα περί τέχνης, περί μορφής – περιεχομένου και της διαλεκτικής αλληλοσύνδεσής τους. Απαντά τέλος και στο ερώτημα περί σημαίνοντος και σημαινομένου. Ο Π.Ν. αποφαίνεται πως «η ποιητική αλήθεια εξαρτάται περισσότερο από την ευτυχή σύμπτωση ποιητικού ρήματος και γνήσιου αισθήματος, γεγονός που φυσικά δεν επιτυγχάνεται με κηρύγματα, συναισθηματισμούς και ρητορείες, αλλά με αυστηρά επιλεγμένες και επεξεργασμένες λέξεις». (σελ. 14)

Ωστόσο, συμφωνώ με την υπόδειξη του μελετητή που αφορά την «αντίθεση του ποιητή στην εύκολη ποιητική πραγμάτευση της κυπριακής τραγωδίας και στην καπήλευση της ιστορίας». (σελ. 16) Συμμερίζομαι ακόμη την κατακλείδα της ανάλυσης του πιο πάνω ποιήματος ότι, με αυτό, ο Θ.Ν. «ανάγει την ιστορική πραγματικότητα σε αντικειμενικό υπαρξιακό βίωμα, από το οποίο κάθε άλλο παρά λείπει η δραματικότητα και η δραστικότητα της καλής ποίησης». (σελ. 18)
Το δεύτερο ποίημα ποιητικής του Θ.Ν. που αναλύει ο Π.Ν. φέρει τίτλο: «Το σαλιγκάρι» και όπως, πολύ σωστά, επισημαίνει ο μελετητής, σε αυτό «συνοψίζονται, με τη δυναμική της αλληγορίας, στοιχεία της πνευματικής και καλλιτεχνικής περιπέτειας του ίδιου του ποιητή». (σελ. 20) Ακόμη, ο Π.Ν. διασαφηνίζει περαιτέρω ότι σε αυτό το ποίημα: «προβάλλονται με θετικό τρόπο οι δεσπόζουσες αξίες της καλλιτεχνικής πειθαρχίας, της ηθικής και καλλιτεχνικά επώδυνης επιταγής για οργάνωση, συνεχή επεξεργασία και αισθητικό έλεγχο του ποιητικού λόγου». (σελ. 21)
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου του ο Π.Ν. αναλύει δύο δοκίμια του Θ.Ν. για τον Τ.Σ. Έλιοτ, επικεντρώνοντας την προσοχή του στο δίπολο «Μοντερνισμός – Χριστιανισμός». Κρίνω ως άκρως ενδιαφέροντα, χρήσιμα, γόνιμα και παραγωγικά πολλά από τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει ο μελετητής. Πχ ο Π.Ν. βάσιμα αποφαίνεται: «η σχέση της ποίησης με τον εφαρμοσμένο κριτικό λόγο απασχολεί έντονα και βαθιά τον ποιητή ∙ και είναι ίσως εξαιτίας αυτής της δημιουργικής, αλλά και ταυτόχρονα επώδυνης διελκυστίνδας που ο Θ.Ν. ωριμάζει αθόρυβα και ταπεινά ως δημιουργός και συστήνει σε ώριμη πια ηλικία το αυθεντικό ποιητικό του πρόσωπο». (σελ. 27)
Ο συγγραφέας του υπό παρουσίαση βιβλίου, πολύ ορθά, επισημαίνει ότι «ο Κύπριος ποιητής – κριτικός προκρίνει μοντερνιστικές απόψεις και αισθητικές αρχές, οι οποίες μετακενώθηκαν και αναπτύχθηκαν θεωρητικά και πρακτικά στην Ελλάδα, κυρίως μέσα από τα δοκιμιακό και ποιητικό έργο του κύριου εισηγητή του μοντερνισμού στην Ελλάδα, του Γιώργου Σεφέρη». (σελ. 35-36) Από την άλλη, όπως επισημαίνει ο μελετητής, «τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Έλιοτ που εντοπίζει ο Κύπριος κριτικός παραπέμπουν σαφώς στον πυρήνα της ποιητικής θεωρίας του Σεφέρη». (σε. 41)
Μέσα από τον δοκιμιακό λόγο του Θ.Ν. για την ποίηση του Έλιοτ αποκαλύπτεται και το δικό του αισθητικό credo, οι δικές του αισθητικές αρχές και αντιλήψεις: «Η αποκάθαρση του ποιητικού κειμένου από την εύκολη ωραιολογία, η ποιητική συμπύκνωση και η αναγωγή της ποιητικής εμπειρίας από το χώρο του υποκειμενικού και του ατομικού στη σφαίρα του καθολικού – πνευματικού, αποτελούν θεμελιώδη αισθητικά κριτήρια…». (σελ. 44-45)
Ως κατακλείδα σ’ αυτή τη βιβλιοπαρουσίαση δεν έχω παρά να παραθέσω τα λόγια του Θ.Ν.: «…για την κατανόηση ενός ποιήματος πρέπει να βάλουμε τον νου μας να εργαστεί σκληρά, και να προετοιμάσουμε τη ψυχή μας ώστε να γίνει ευαίσθητος δέχτης των εμπειριών, των σκέψεων και των ιδεών του ποιητή». (σελ. 59) Τόσο απλά, τόσο παραστατικά, τόσο συμπυκνωμένα και συγκινησιακά φορτισμένα…