Θ. Πυλαρινός:  Η αλληλογραφία Μεσεβρίνου και Γ. Φ. Πιερίδη, εκδόσεις Ι. Μ. Κύκκου, 2016. 

Η αλληλογραφία του Αντώνη Μυστακίδη – Μεσεβρίνου με τον Γιώργο Φιλίππου Πιερίδη, που κυκλοφόρησε το 2016 από το Κέντρο Μελετών της Ιεράς Μονής Κύκκου, σε επιμέλεια του πανεπιστημιακού καθηγητή και γνωστού μελετητή των ελλαδικών και κυπριακών γραμμάτων Θεοδόση Πυλαρινού, παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Και το ενδιαφέρον αυτό είναι πολυδιάστατο και πολυεπίπεδο. Πέραν της αυτονόητης λογοτεχνικής και γραμματολογικής χρείας, το βιβλίο είναι έμπλεο και από στοιχεία πολιτικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος. Παράλληλα, μέσα από τη σχετική αλληλογραφία ξεπροβάλλει διάφανα και το ηθικό ανάστημα των δύο ανδρών.

Η διασωθείσα αλληλογραφία των Α.Μ.Μ. και Γ.Φ.Π. περιλαμβάνει 117 γράμματα και εκτείνεται σε χρονική περίοδο ενός τετάρτου του αιώνα, αρχής γενομένης από την 31η Ιουλίου 1963 με γράμμα του Πιερίδη προς τον Μυστακίδη. Η αλληλογραφία ολοκληρώνεται με τον ίδιο αποδέκτη και τα ίδιο αποστολέα στις 21 Δεκεμβρίου 1988. Από το σύνολο των 117 επιστολών, οι 69 γράφτηκαν από τον Πιερίδη και οι 48 από τον Μεσημβρινό. Η αριθμητική αναντιστοιχία μάλλον οφείλεται στην απώλεια του αρχείου του Πιερίδη στην Αμμόχωστο μετά το 1974. Το βιβλίο διανθίζεται και με 577 υποσημειώσεις του επιμελητή Θ. Πυλαρινού, αναλυτικές, άκρως κατατοπιστικές και ενδιαφέρουσες.

Μελετώντας κανείς την αλληλογραφία των δύο ανδρών  συνάγει χρήσιμα και ενδιαφέροντα συμπεράσματα τόσο για τις αντιλήψεις τους περί αισθητικής και τέχνης, όσο και γα τις απόψεις τους για το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής τους. Ακόμη, ξεκάθαρα φαίνεται και το ποιόν του χαρακτήρα αμφοτέρων.

Όπως πολύ ορθά επισημαίνει ο επιμελητής της έκδοσης, στην εκτενή και τεκμηριωμένη εισαγωγή του, το ενδιαφέρον της αλληλογραφίας των δύο ανδρών είναι «τόσο ιστορικό από γραμματολογική άποψη, με πλήθος μαρτυρίων για την ελληνική και την κυπριακή λογοτεχνία, όσο και ιστορικό από πολιτική άποψη, αφού και οι δύο άνδρες μέσα από το λογοτεχνικό και πνευματικό πρίσμα διέκριναν τις δυσκολίες για το πολιτικό μέλλον του νησιού και την εξασφάλιση της ελεύθερης υπόστασής του». (σελ. 23)

Ο Θ. Πυλαρινός ορθά αναδεικνύει και το τι ένωνε τον Α.Μ.Μ. με τον Γ.Φ.Π.: «Κοινός παρονομαστής και των δύο υπήρξε η επιστράτευση της ανθρωπιάς, εδρασμένης στο σοσιαλιστικό ιδεώδες, χωρίς επικλήσεις σε συγκεκριμένα πολιτικά σχήματα ή κόμματα». (σελ. 23) Εύστοχη θεωρώ και την επισήμανση Πυλαρινού ότι τα γράμματα του Πιερίδη προς τον Μεσημβρινό αποτελούν και μιας μορφής «άτυπη οιονεί ερμηνεία των διηγημάτων του». (σελ. 24)

Α.Μ.Μ. και Γ.Φ.Π. αποκαλύπτουν ο ένας στον άλλο μελλοντικά σχέδια για νέες πνευματικές δημιουργίες, που άλλες ευοδώθηκαν και άλλες όχι. Πχ λέει ο Γ.Φ.Π.: «Τώρα τελευταία γυρίζει μέσα στο μυαλό μου η σκέψη να δώσω λογοτεχνική μορφή στο θέμα της απόστασης, που χωρίζει τον πνευματικό εργάτη από το λαό του στην Κύπρο, σήμερα». (σελ. 109) Αλίμονο πόσο επίκαιρο είναι αυτό το ζήτημα και στις μέρες μας, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά που το έθιξε ο Γ.Φ.Π.!

Ο Α.Μ.Μ. απαντά στο φίλο του μ’ ένα ανάλογης υφής προβληματισμό, κάνοντας μνεία στην «αντίσταση των πνευματικών ανθρώπων στις ύπουλες δύναμες της καταναλωτικής κοινωνίας, και στην απόσταση που χωρίζει τον πνευματικό άνθρωπο από την κοινωνία του». (σελ. 112) Εξίσου σύγχρονη, έως στις μέρες μας, σκέψη και από τον Μεσεβρίνο λοιπόν.

Οι δυο άνδρες συχνά ανταλλάζουν συμβουλές, διατυπώνουν γνώμες για το λογοτεχνικό έργο ενός εκάστου, ακόμη και για τις υπό εξέλιξη προσπάθειές τους. Να τι λέει ο Α.Μ.Μ. στον Γ.Φ.Π.: «Βρίσκω πολύ καλή τη γνώμη σου να σκαρώσεις δυο παράλληλες, ή εναλλαχτικές γραφές: τη μια ‘αντικειμενική’, την άλλη ‘συναισθηματική’! Έτσι η αφήγηση θα πάρει μεγαλύτερη αξία, γιατί έχει διπλό ενδιαφέρον: ιστορικό και λογοτεχνικό». (σελ. 139)

Όμως, η υπό αναφορά αλληλογραφία είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτική κα για το χαρακτήρα των δυο ανδρών, την ποιότητα και το ήθος τους, τις αρχές, τις αξίες και τη μετριοφροσύνη τους. Πχ ιδού μια απαράμιλλης σεμνότητας τοποθέτηση του Γ.Φ.Π.: «Τον περασμένο Μάη η Ένωση Λογοτεχνών οργάνωσε στην Πνευματική Στέγη μια τιμητική βραδιά για την ταπεινότητά μου. Μίλησαν ο Γιάννης Κατσούρης, ο Νέαρχος Γεωργιάδης κι ο Λεύκιος Ζαφειρίου. Και διάβασαν διηγήματά μου. Κι εγώ, ο τιμώμενος, καθόμουνα κι άκουγα και χρειάστηκε να επιστρατέψω όλη μου την αυτογνωσία για να μην κατρακυλήσω στον αυτοθαυμασμό». (σελ. 122)

Ανάλογου πνεύματος το σχόλιο του Γ.Φ.Π. για την ανάδειξή του σε επίτιμο πρόεδρο της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου: «Η συνέλευση με ανακήρυξε επίτιμο πρόεδρο! Να’ μαι λοιπόν τώρα φορτωμένος μ’ ένα τιμητικό αξίωμα ηχηρό και άχρηστο». (σελ.98-99)

Ολοκληρώνοντας αυτή τη σύντομη παρουσίαση, δεν έχω παρά να συμφωνήσω με την κατακλείδα του επιμελητή της έκδοσης Θ. Πυλαρινού, ότι η αλληλογραφία των δύο ανδρών «έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον για τα κυπριακά γράμματα, την παιδεία και την πολιτική». (σελ. 172)