«Μπεντ» του Μάρτιν Σέρμαν σε σκηνοθεσία Β. Κυριαζή στο Θέατρο Ανεμώνα. 

Πέρασαν 13 χρόνια από τότε που το Θέατρο Ανεμώνα είχε πρωτοανεβάσει το «Μπεντ» του Μάρτιν Σέρμαν κι όμως αισθάνομαι πιο φρέσκια στη μνήμη μου τη θέαση εκείνης της παράστασης. Το διαπίστωσα παρακολουθώντας τη νέα εκδοχή, όπου το μυαλό ανακαλούσε σχεδόν σκηνή-σκηνή την παλιά παράσταση και κατέφευγε σε αναπόφευκτες συγκρίσεις. Προφανώς μεγαλώνω κι εγώ όπως όλοι κι έχω την αίσθηση της συμπύκνωσης του πραγματικού χρόνου, που κυλά αψηλάφητος μέσα από τα χέρια μου, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η μνήμη πρέπει να είχε σοβαρούς λόγους να εγγράψει έντονα εκείνη την εμπειρία. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, θεωρούσα διαχρονικά την παράσταση που είχε σκηνοθετήσει ο Βαρνάβας Κυριαζής ως την καλύτερη του Θεάτρου Ανεμώνα.

Είναι πολλά τα χρόνια, και η ζωή μου είναι πολύ διαφορετική σε όλα τα επίπεδα. Όπως και οι ζωές του Αντρέα Τηλεμάχου και του Μαρίνου Ξενοφώντος, των δύο βασικών συντελεστών που μαζί με τον σκηνοθέτη αποτελούν τον κοινό παρονομαστή με την παράσταση του 2004. Όσο για τον αείμνηστο Γιώργο Θεοδοσιάδη, που υπέγραψε τη μετάφραση, τότε ζούσε. Ο Θεοδοσιάδης ήταν και ο άνθρωπος που σύστησε το έργο στο ελληνόφωνο κοινό, ανεβάζοντάς το συνολικά τρεις φορές.

Η σπουδαιότητα του έργου είναι μεγάλη. Έκανε την πρώτη πρεμιέρα τον Μάη του 1979 στο Γουέστ Εντ με τους Ίαν ΜακΚέλεν και Τομ Μπελ, λίγες ώρες –κυριολεκτικά– πριν η Βρετανία εισέλθει με τα μπούνια στη σιδηρά θατσερική εποχή. Το ορόσημο αυτό έχει τεράστια σημασία, ίσως μεγαλύτερη κι από την εποχή με την οποία το έργο καταπιάνεται. Διότι, καθώς ο νεοσυντηρητικός  φιλελευθερισμός αρχίζει να βλαστά πάνω στο πτώμα της μεταπολεμικής πολιτικής συναίνεσης, αποκάλυπτε περισσότερο από οποιαδήποτε επιστημονική εργασία το «κρυφό ολοκαύτωμα»: την τύχη των κρατουμένων με το ροζ τρίγωνο στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Που μπροστά τους ακόμη και οι Εβραίοι θεωρούνταν «προνομιούχοι». 

Μπορεί σήμερα να θεωρούμε κάπως δεδομένη αυτή τη γνώση, αλλά καλό είναι να θυμόμαστε ότι εν έτει 2017 ακόμη και στη wannabe ανεπτυγμένη και ευρωπαϊκή χωρούλα μας οι ΛΟΑΤΙ εξακολουθούν να διεκδικούν αυτονόητα δικαιώματα, ενώ σε χώρες όχι πολύ μακρινές τυγχάνουν ανάλογης ή και χειρότερης ακόμη κι από τους ναζί αντιμετώπισης.

Όλα αυτά καθιστούν απόλυτα εύστοχη την επένδυση του Θεάτρου Ανεμώνα στο κείμενο αυτό, την πρώτη φορά που έλαβε ικανοποιητική επιχορήγηση. Είναι το μόνο θέατρο που τόλμησε να προτείνει αυτό το έργο στην Κύπρο, θέτοντας με την επιλογή και μόνο πολύ ψηλά τον πήχη. Βρήκα το νέο «Μπεντ» πιο μαζεμένο, πιο ατμοσφαιρικό και πιο εσωτερικό από το προηγούμενο. Ο σκηνοθέτης βρήκε και πάλι τον τρόπο, με ελάχιστες εκπτώσεις, να αναδείξει το έργο και να εμπλέξει τον θεατή στη συναρπαστική του υπόθεση.

Θα αφήσω τους «ειδικούς» να κάνουν την αυστηρά θεατρολογική ανάλυση πάνω στο είδος του θεάτρου που πρεσβεύει η ομάδα αυτή. Κάνει σοβαρό λάθος όμως όποιος υποτιμά αυτό που έχει πετύχει. Στα αγγλικά «Bent» σημαίνει λυγισμένος, υποταγμένος, είναι όμως κι ένας παλιός μειωτικός χαρακτηρισμός για τους ομοφυλόφιλους. Θα μπορούσε να είναι το δεύτερο όνομα του Ανεμώνα. Διότι 15 χρόνια τώρα οι δύο ιδιοκτήτες του κουβαλούσαν τις δικές τους «πέτρες», κόντρα σε θεούς και δαίμονες. Γνώρισαν οικονομικά αδιέξοδα. Είδαν την κύρια σκηνή, εκεί όπου ανέβηκε το πρώτο «Μπεντ», να καταστρέφεται από θύελλα. Προέκυψε ένα σοβαρότατο πρόβλημα υγείας. Και μέσα σ’ όλα αυτά έπρεπε να διαχειριστούν και την απαξιωτική συμπεριφορά μιας μεγάλης μερίδας της κυπριακής θεατρικής «πιάτσας».

Δεν λέω ότι τα έκαναν όλα σωστά. Προσωπικά, βίωσα εκεί και άσχημες θεατρικές εμπειρίες. Πρόκειται όμως για μια ενδιαφέρουσα ιστορία επιβίωσης, για μια περίπτωση που λύγισε όσο εκεί που δεν πάει, χωρίς όμως να σπάσει. Με προσωπικό κόστος και μόνο όπλο το πάθος για το θέατρο.