Ο κύριος Θαλής ο πετρολαδάς, πέρασε τη ζωή του μεταφέροντας πετρέλαιο με το βυτιοφόρο του. Ακούγαμε τη μηχανή του οχήματος του σαν έφευγε ξημερώματα ενώ η γειτονιά κοιμόταν ακόμη και επέστρεφε λίγο πριν το σούρουπο σταθμεύοντας το στο πεζοδρόμιο έξω απ’ το σπίτι του. Η μυρωδιά του πετρελαίου τον ακολουθούσε παντού, ακόμα και την Κυριακή όταν έβαζε την φορεσιά του και πήγαινε εκκλησία.

Το βυτιοφόρο ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του σπιτιού του και της γειτονιάς χωρίς να τεθεί ποτέ θέμα παραγκώνισης  της κυκλοφορίας μα κυρίως επικινδυνότητας λόγω του εύφλεκτου υλικού. Μόνο όταν παίζαμε στο δρόμο και μας ξέφευγε η μπάλα ή οι μπίλιες κτυπούσαν ή κυλούσαν κάτω απ’ το βυτιοφόρο μας φώναζε η γυναίκα του «προσέχετε ρε κοπελλούδκια να μεν δώσετε φόκο». Εμείς συνεχίζαμε το παιχνίδι, αφού ακόμη και η ιδέα της προοπτική μιας φωτιάς μας συνάρπαζε, αφού τότε θα υποδυόμασταν τους πυροσβέστες στο παιχνίδι μας.

Μοναδική ένδειξη επικινδυνότητας στα παιδικά μας μάτια ήταν το αυτοκόλλητο με την νεκροκεφαλή και τα δύο κόκκαλα χιαστί που ήταν κολλημένο στο όχημα, που σήμαινε «κίνδυνος θάνατος». Το ερμηνεύαμε ως ένα μυστικό κωδικό που μαρτυρούσε πως ο κύριος Θαλής  ήταν πειρατής, απλά παρίστανε τον οδηγό βυτιοφόρου και τον διανομέα πετρελαίου για να ρίχνει στάχτη στα μάτια του κόσμου. Εκεί μέσα ο Μπαρμπαρόσα όπως τον ονομάσαμε έκρυβε τους θησαυρούς του. Σχεδιάζαμε πως μια Κυριακή όταν όλη η γειτονιά θα βρισκόταν στην λειτουργία, θα ανοίγαμε το μεγάλο ντεπόζιτο για να δούμε τι κρύβει μέσα. Μας πρόλαβε όμως ο απρόσμενος θάνατός του, το βυτιοφόρο έφυγε από τη γειτονιά και το μυστικό του, που θα έμενε για πάντα ανεξιχνίαστο.

Τα αθώα εκείνα χρόνια οι κάτοικοι του νησιού είχαν «στενές σχέσεις» με το πετρέλαιο εφόσον σε πολλά νοικοκυριά οι άνθρωποι ζεσταίνονταν με σόμπες πετρελαίου πάνω στις οποίες είχαν τοποθετημένη και την τσαγιέρα για να κρατά ζεστό το τσάι. Με πετρέλαιο άναβαν και τα κάρβουνα για να ψήσουν σουβλάκια ή σούβλες οι πατεράδες. Κάθε σπίτι είχε και ένα «ταγκούδι» στην αυλή του για τις καθημερινές του ανάγκες. Τα καλοκαίρια όταν επιστρέφαμε από τα Ψαράδικα της ακτής Ολυμπίων με μαυρισμένα από τους «κατράδες» πόδια ή χέρια, μ’ ένα παλιόρουχο εμποτισμένο με πετρέλαιο μας έτριβε η μητέρα ώστε να καθαρίσουμε.

Στο δημοτικό μας πήραν εκδρομή στην επαρχία Λάρνακας για να επισκεφτούμε τα διυλιστήρια. Είδαμε εντυπωσιασμένοι στο βάθος της θάλασσας τα πλοία που έρχονταν από τις Αραπιές, που σύμφωνα με το μύθο είχαν τόσα πετρέλαια που τα φώτα στα σπίτια και στους δρόμους δεν έσβηναν ποτέ.

εγαλώνοντας σνομπάραμε τις χώρες αυτές που όπως λέγαμε πλούτισαν χωρίς οι άνθρωποί τους να έχουν κοπιάσει ή δουλέψει ποτέ. Οι Βεδουίνοι και οι καμηλάρηδες έγιναν ξαφνικά σουλτάνοι και σεΐχηδες οι οποίοι διαχειρίζονταν τον πλούτο που τους έφεραν τα ανεξάντλητα κοιτάσματα πετρελαίου στην χέρσα γη όπου ξεφύτρωσαν παλάτια και ουρανοξύστες.

Κι εμείς με το ένα πόδι στην Ευρώπη και το άλλο μεταξύ Ασίας και Αφρικής, ξεχάσαμε ξαφνικά πως οι παππούδες μας ζούσαν από τη γη και την γεωργία, καλλιεργούσαν πατάτες, εσπεριδοειδή και αμπέλια και στραφήκαμε στον τουρισμό σαν μόνη πηγή εσόδων και οικονομίας. Από πατατοκαλλιεργητές «είμαστε όλοι ξενοδόχοι». Μετά ήρθε η ανακάλυψη δικών μας κοιτασμάτων φυσικού αερίου και αρχίσαμε να ατενίζουμε το μέλλον με αισιοδοξία αλλά και με υπεροψία. Γεμίσαμε ειδήμονες και σοφούς επί του θέματος που εδώ και χρόνια κάνουν δηλώσεις, συναντήσεις κορυφής και κόντρα αναλύσεις. Τώρα πια «Είμαστε  όλοι τεχνοκράτες».

Προτού ακόμη γίνουμε «όλοι πετρολαδάες» προσλάβαμε ξένους εργάτες για να μαζεύουν το κολοκάσι και τις μπάμιες μας, και για να κτίζουν τους πύργους μας. Εμείς οι κύπριοι θα είμαστε απλά οι επενδυτές, θα περνούμε τις μέρες μας παίζοντας γκολφ, καπνίζοντας πούρα και θα μετρούμε τις προμήθειες και τις μετοχές μας.

Υπάρχει ευτυχώς ακόμη μεγάλη μερίδα ανθρώπων στον τόπο μας που δεν έχει αλλοτριωθεί και κυρίως που δεν έχει ξεχάσει πως κάποτε υπήρξαμε κι εμείς παιδιά και παίζαμε μπίλιες στις χωράφες, με την ελπίδα στο τέλος του παιχνιδιού να φύγουμε με τις τσέπες ή τις χούφτες γεμάτες. Πάντοτε ασκούσαν μια μαγεία οι μπίλιες, αφού η κάθε μια ξεχωριστά μοιάζει με ένα πλανήτη και όλες μαζί θα μπορούσαν να αποτελούν ένα μικρό μέρος του μεγάλου γαλαξία.

Το σύμπαν ολόκληρο είναι φτιαγμένο από αμέτρητες μπίλιες, η κάθε μία κι ένα άστρο που φωτίζει τις νύχτες μας. Ο χρόνος που δίνεται στον κάθε άνθρωπο στον πλανήτη γη είναι πολύ μικρός, ελάχιστος για να μετρήσει όλα τα άστρα μα και τα πεφταστέρια που βλέπουμε να σβήνουν και να χάνονται στο νυχτερινό στερέωμα, για να γεννηθούν όμως άλλα καινούργια. Αυτός είναι ο αέναος κύκλος του θανάτου και της ζωής που δίνει νόημα, ελπίδα και αισιοδοξία στις απώλειες και στις απουσίες, καθιστώντας μας κι εμάς αιώνιους στο σήμερα και στο πάντα, μέσα στην απεραντοσύνη του σύμπαντος.