«Η κοινωνία δεν πάει καλά» μας είπε χθες ο Γενικός Εισαγγελέας. Να και μια φορά που έχει δίκιο. Όχι όμως για το λόγο που νομίζει. Διότι ναι, είναι σοκαριστικό ένας δημόσιος κατήγορος να γίνεται στόχος επίθεσης από καταδικασθέντα. Είναι επικίνδυνο. Είναι καταδικαστέο. Είναι μια κόκκινη γραμμή που δεν πρέπει ποτέ να αφεθεί να την περνάει οποιοσδήποτε χωρίς να έχει βαρύ κόστος. Αλλά το να περιορίζεις τη συζήτηση εκεί, είναι είτε αφελές ή συνειδητή αποφυγή της ουσίας.
Γιατί η ουσία δεν βρίσκεται σε ένα μεμονωμένο περιστατικό βίας. Βρίσκεται στο πώς έφτασε μια μερίδα της κοινωνίας στο σημείο να βράζει. Οι ευθύνες γι’ αυτό δεν είναι διάχυτες και αόριστες. Δεν ανήκουν σε μια «κοινωνία που δεν πάει καλά» γενικώς και αορίστως. Ανήκουν σε πρόσωπα. Σε θεσμούς. Σε αποφάσεις. Σε εξωφρενικές πράξεις. Σε ανθρώπους της εξουσίας που βρέθηκαν μπλεγμένοι στα πλοκάμια της διαφθοράς.
Οι ευθύνες ανήκουν σε εκείνους που πέρασαν από καίριες θέσεις και αξιώματα και απέτυχαν. Ή ακόμη χειρότερα, σε κάποιες περιπτώσεις, λειτούργησαν με τρόπο που υπονόμευσε την ίδια τη θεσμική τους αποστολή.
Δεν μπορείς, κύριε Γενικέ Εισαγγελέα, να κουνάς το δάχτυλο στην κοινωνία, όταν η ίδια η κορυφή ενός εκ των πλέον σοβαρών θεσμών, όπως είναι η Νομική Υπηρεσία, έχει δώσει επανειλημμένα λόγους που επιτρέπουν την καχυποψία και οδηγούν σε δυσπιστία.
Δεν μπορείς, κύριε Γενικέ Εισαγγελέα, να κουνάς το δάχτυλο στην κοινωνία, όταν οι πολίτες έχουν δει ανθρώπους σε κορυφαία αξιώματα να μην κάνουν σωστά τη δουλειά τους ή να την κάνουν επιλεκτικά.
Δεν μπορείς, κύριε Γενικέ Εισαγγελέα, να κουνάς το δάχτυλο στην κοινωνία, όταν σε αυτή τη χώρα φτάσαμε στο σημείο να καταδικαστεί και να οδηγηθεί στη φυλακή Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας. Αυτό δεν είναι ένα απλό περιστατικό. Πρόκειται για θεσμικό σεισμό. Και όταν τέτοιοι σεισμοί συμβαίνουν, δεν μπορεί μετά να απορείς γιατί το έδαφος τρίζει.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν η κοινωνία «πάει καλά». Είναι αν το κράτος λειτουργεί με τρόπο που να πείθει τον πολίτη ότι υπάρχει δικαιοσύνη. Ότι οι θεσμοί είναι ανεξάρτητοι. Ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Ότι δεν υπάρχουν «δικοί μας» και «άλλοι».
Γιατί η εμπιστοσύνη δεν είναι ούτε δεδομένη ούτε αυτονόητη. Χτίζεται δύσκολα και γκρεμίζεται εύκολα. Και στην Κύπρο, έχει γκρεμιστεί πολλές φορές τα τελευταία χρόνια. Με αποφάσεις που προκάλεσαν εύλογα ερωτήματα. Με χειρισμούς που άφησαν σκιές. Με υποθέσεις που αντί να τις φωτίσει η αλήθεια, απλώθηκε το απόλυτο σκοτάδι.
Από την υπόθεση Αριστοτέλους–Κατσουνωτού, μέχρι το «μαύρο βαν». Από την παύση του Οδυσσέα Μιχαηλίδη, μέχρι την καταδίκη της Κυπριακής Δημοκρατίας από το ΕΔΑΔ για τον χειρισμό υπόθεσης σεξουαλικής κακοποίησης γυναίκας. Και ένα σωρό άλλες…
Κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις δεν ήταν απλώς ένα γεγονός. Ήταν ένα ακόμη χτύπημα στην εμπιστοσύνη. Κάποια στιγμή, τα χτυπήματα αυτά συσσωρεύτηκαν. Και τότε, το έδαφος ήταν πρόσφορο για να κυριαρχήσει η οργή.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, έρχονται και οι καταγγελίες του Μακάριου Δρουσιώτη. Καταγγελίες βαριές, που -είτε ισχύουν είτε όχι- δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται με υπεκφυγές. Και όμως, τι ακούσαμε από τον Γενικό Εισαγγελέα όταν ρωτήθηκε αν οι αναφορές του Δρουσιώτη στον ίδιο πλήττουν το θεσμό; «Τι πλήττει τον θεσμό; Ότι κάποιος ισχυρίζεται ότι έστειλα κάποιο μήνυμα στο οποίο λέω “φίλε μου”;» απάντησε. Αλήθεια τώρα; Εκεί περιορίζεται το ζήτημα; Στο αν ειπώθηκε ένα «φίλε μου»; Διότι αν αυτό είναι το επίπεδο της συζήτησης, τότε το πρόβλημα είναι βαθύτερο απ’ όσο φαίνεται.
Τα επίμαχα μηνύματα -αν αποδειχθούν αυθεντικά- δεν εγείρουν ερωτήματα για ευγένειες και προσφωνήσεις. Εγείρουν ερωτήματα για παρεμβάσεις. Για χειρισμούς. Για αποφάσεις που σχετίζονται με σοβαρές υποθέσεις, όπως το σκάνδαλο Focus και την επιλογή να μην υποβληθεί έφεση. Σε αυτά τα ερωτήματα, η κοινωνία δεν ζητά ειρωνικά σχόλια. Ζητά απαντήσεις. Καθαρές. Συγκεκριμένες. Τεκμηριωμένες.
Διότι όσο οι απαντήσεις δεν δίνονται, τόσο ενισχύεται η καχυποψία. Και όσο ενισχύεται η καχυποψία, τόσο βαθαίνει το χάσμα μεταξύ πολιτών και θεσμών. Εκεί είναι που «δεν πάμε καλά». Όχι επειδή η κοινωνία ξαφνικά έγινε προβληματική. Αλλά επειδή για χρόνια βλέπει, ακούει και κρίνει. Και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το σύστημα δεν λειτουργεί.
Αν πραγματικά θέλουμε να αλλάξει αυτό, δεν χρειάζονται διαπιστώσεις. Ούτε μεγαλόστομες δηλώσεις. Απαιτείται λογοδοσία. Απαιτείται διαφάνεια. Απαιτούνται πράξεις που να αποκαθιστούν την αξιοπιστία. Διαφορετικά, κάθε φορά που θα ακούγεται το «δεν πάμε καλά», θα ηχεί όλο και πιο ειρωνικό. Επειδή το ερώτημα «ποιοι την έφεραν ως εδώ» θα γίνεται ολοένα και πιο εξοργιστικό…