Οι κάμερες στις κοινοβουλευτικές επιτροπές δεν κατέγραφαν απλώς συζητήσεις — άλλαξαν τον τρόπο που οι βουλευτές συμπεριφέρονται μέσα σε αυτές. Μια νέα απόφαση της Βουλής ανοίγει ξανά την πόρτα στη ζωντανή μετάδοση. Το ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά θα γίνει σωστά.
Οι δημοσιογράφοι ήταν πάντοτε παρόντες σε συνεδρίες των κοινοβουλευτικών επιτροπών, τουλάχιστον από το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90, όταν κατοικοεδρεύω στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι συζητήσεις ήταν κατά κανόνα επί του αντικειμένου χωρίς εξάρσεις. Υπήρχε αλληλοσεβασμός στο έργο των πολιτικών και των δημοσιογράφων.
Και μετά ήρθαν οι κάμερες και γέμισαν οι αίθουσες με δύο, τρεις, πέντε διαφορετικές κάμερες. Στημένες εκεί να καταγράφουν το καθετί, από την αρχή μέχρι το τέλος. Και ήταν ένας πειρασμός για τους βουλευτές… Αναζητούσαν κάποιο τρόπο για να παίξουν το βράδυ στα δελτία και άρχισε να αλλάζει ο τρόπος που σχολίαζαν ή έθεταν ερωτήματα. Έγινε πιο τηλεοπτικό!
Σε μια συνεδρία της κοινοβουλευτικής επιτροπής Γεωργίας η συζήτηση κράτησε δεν κράτησε μισή ώρα. Έκπληκτος ο Χρήστος Μαυροκορδάτος, τότε βουλευτής του ΑΚΕΛ και πρόεδρος της επιτροπής Γεωργίας, διερωτήθηκε πώς και το έπαθαν οι συνάδελφοί του βουλευτές και ήταν τόσο γρήγοροι που δεν είχαν πολλές απορίες.
Και από το βάθος της αίθουσας, άκουσε την αφεντιά μου να του επισημαίνει ότι ο λόγος που τέλειωσε τόσο νωρίς η συνεδρία ήταν η απουσία καμερών από την αίθουσα…
Μάλλον δεν συμφώνησαν όλοι με τη μπηχτή μου, αλλά ήταν ένα γεγονός. Γιατί στην επόμενη συνεδρία της ίδιας επιτροπής, με τις κάμερες στην αίθουσα, η συζήτηση κράτησε σχεδόν ένα δίωρο.
Οι κάμερες δεν έπιαναν μόνο τις συζητήσεις. Όταν μετά άρχισαν να στήνονται οι σατυρικές εκπομπές στα κανάλια, τα πλάνα του κοινοβουλίου ήταν ένα υπερπολίτιμο αγαθό. Και έτσι οι κάμερες δεν έπιαναν μόνο ατάκες… άρχισαν να αρπάζουν ό,τι άλλο συνέβαινε στις αίθουσες που συνεδρίαζαν οι κοινοβουλευτικές επιτροπές. Και εάν κάποια στιγμή, μετά από μακρά συζήτηση, κάποιος βουλευτής έκανε το λάθος να κλείσει για 2-3 δευτερόλεπτα τα μάτια του… κέρδιζε προσεχώς μια περίοπτη θέση σε κάποια εκπομπή.
Όταν η ιστορία παρατράβηξε, λήφθηκε εν τέλει η απόφαση απαγόρευσης της παρουσίας καμερών καθ’ όλη τη διάρκεια των συνεδριάσεων των επιτροπών. Οι δημοσιογράφοι θα παρέμεναν όμως όπως και παλιά.
Από μια άποψη, αυτό μπορεί να θεωρηθεί ορθό. Μόνο που δεν συνέβαινε αυτό. Η τηλεόραση είναι εικόνα και ήχος, και χωρίς αυτά δεν νοείται ένα σωστό ρεπορτάζ. Έτσι, από τη στιγμή που δεν υπήρχε εικόνα από τις συνεδριάσεις των επιτροπών, η δεύτερη καλύτερη επιλογή ήταν δηλώσεις των παρευρισκομένων. Και εκεί ο κάθε βουλευτής είχε το ελεύθερο να πει ό,τι ήθελε, που μπορεί να είχε ή και να μην είχε άμεση σχέση με όσα συζητήθηκαν προηγουμένως.
Μια από τις τελευταίες πράξεις της παρούσας Βουλής ήταν να λάβει απόφαση με την οποία ανοίγουν και πάλι οι συνεδρίες των κοινοβουλευτικών επιτροπών ώστε να μπορεί να μεταδίδεται εικόνα. Να διεξάγεται «δημόσια συνεδρίαση». Σύμφωνα με το σχετικό εδάφιο του κανονισμού που ενέκρινε η Βουλή, δημόσια συνεδρίαση είναι αυτή στην οποία παρευρίσκονται βουλευτές, προσκεκλημένοι, εντεταλμένοι υπηρεσιακοί, κλπ.
Η ζωντανή μετάδοση θα επιτρέπεται, με ευθύνη της Βουλής, κατά τη συζήτηση των αυταπάγγελτων θεμάτων και κατά το στάδιο της συζήτησης των σχεδίων νόμου επί της αρχής. Η διαδικασία και ο χρόνος μετάδοσης θα εγκρίνονται από τον Πρόεδρο της Βουλής και αφού προηγουμένως εξασφαλιστεί συναίνεση της πλειοψηφίας του συνόλου των μελών της επιτροπής.
Παρακολουθώντας, περιστασιακά, εδώ και αρκετά χρόνια μέσω C-SPAN συνεδριάσεις των αμερικανικών νομοθετικών σωμάτων, είχα πάντα την απορία γιατί κάτι ανάλογο δεν μπορεί να γίνει στην Κύπρο. Να δίνεται η ευκαιρία στους πολίτες, εφόσον το επιθυμούν, να παρακολουθούν κάποιες από τις συνεδριάσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών.
Θα ήταν βεβαίως ευχής έργο εάν οι συζητήσεις που θα βλέπουμε μέσω της κυπριακής Βουλής ήταν στο ίδιο επίπεδο με εκείνες στο Καπιτώλιο. Σκληρές και πιεστικές ερωτήσεις στον φιλοξενούμενο επί του θέματος. Χωρίς ειρωνείες και υποτιμητικά σχόλια.
Για να έχει νόημα το γράμμα του κανονισμού, το «νοείται ότι, απόφαση για ζωντανή μετάδοση» θα πρέπει η δημόσια συνεδρίαση να είναι επί του νομοθετικού έργου και όχι για τα σόσιαλ του κάθε βουλευτή.