Όσοι, μετά τα Τέμπη, ψέλλισαν αμφιβολίες για το φαινόμενο Καρυστιανού, βρέθηκαν αντιμέτωποι με υστερική κατακραυγή.Μόνο όταν άλλοι συγγενείς κατήγγειλαν πως όσα γίνονταν στο όνομα των ανθρώπων τους δεν αφορούσαν τη μνήμη τους, αλλά τη «χαροκαμένη μάνα» των ΜΜΕ και τις φιλοδοξίες της, άρχισαν οι πολλοί να υποψιάζονται.

Η συνέχεια της υπόθεσης θα έπρεπε να είχε τρομάξει κάθε στοιχειωδώς νοήμονα άνθρωπο. Δεν το έκανε όμως, σε μια εποχή όπου η άγνοια φοριέται σαν παράσημο και η παραπληροφόρηση καίει σαν λίβας μυαλά, ξερά ή και χλωρά.

Το αποτέλεσμα; Όσο κι αν οι έρευνες αποδείκνυαν την εξαπάτηση της κοινής γνώμης με τα παραμύθια του ξυλολίου και του τολουολίου κ.ά., η αίσθηση σε πολύ κόσμο παρέμενε αναλλοίωτη: όλοι άχρηστοι, διεφθαρμένοι, μέρος του κατεστημένου. Κοντός ψαλμός, αλληλούια.

Ακόμα και όταν φάνηκε η ανθρώπινη διάσταση της ευθύνης, οι «επαναστάτες ενάντια στο κατεστημένο» τάιζαν τον κόσμο τοξικό κουτόχορτο με τη σέσουλα και τα πλείστα ΜΜΕ το πουλούσαν. Όταν δεν «έπιανε» η μέθοδος, ερχόταν το δεκανίκι: δεν ξέρουμε τι έγινε —μια χαρά ήξεραν— αλλά, αφού είναι απατεώνες, είναι διεφθαρμένοι, δεν είναι;

Ο κόσμος δεν είναι όλος το ίδιο ευάλωτος. Όμως, ανεξαρτήτως αφετηρίας και ευφυΐας, τα θύματα του λαϊκισμού και του ψέματος είναι πολύ περισσότερα από όσα φαντάζεται κανείς. Υπάρχει κανείς που δεν έπεσε κάποτε έστω θύμα του;

Το «καρέ» Καρυστιανού, με τρία άτομα ευθέως ταυτισμένα με τη γραμμή —τουλάχιστον— του Κρεμλίνου, δεν αποδεικνύει ότι όσοι βαδίζουν αυτό το, ξεκάθαρα μη οφέλιμο για τις χώρες τους και τη δημοκρατία, μονοπάτι είναι «πληρωμένοι» της Μόσχας. Στην Ελλάδα, εδώ ή αλλού, όπου δεν αποδείχθηκε, αυτό παραμένει αυθαίρετο. Κάπου έγινε και αυτό. Συχνά, δε, αφορά το νοητικό βεληνεκές.

Αυτό που ξέρουμε είναι το αποτέλεσμα αυτής της γραμμής. Τα κίνητρά της δεν το αλλάζουν. Αυτό που μετρά είναι πως η Ευρώπη γέμισε με επαγγελματίες ψευδοεπαναστάτες, «πολιτικούς» TikTok, επιδειξίες ηθικής και αυτόκλητους δικαστές· έναν όχλο που γιγαντώνεται στα social media, δικτατορεύει τον δημόσιο διάλογο και, κυρίως, νομιμοποιεί κάθε ακραίο αφήγημα.

Σε ένα περιβάλλον όπου ο κόσμος είναι ελεύθερος να λέει την άποψή του, αντί να δικαιούται να τη λέει μόνο όταν συμφωνεί με τον δικτάτορα —τον Πούτιν, τον Ερντογάν ή οποιονδήποτε άλλο— είναι φανερό πως το πρώτο υστερεί πρακτικά απέναντι στο δεύτερο, ειδικά όταν το δεύτερο το στοχοποιεί εκ των έσω.

Έτσι, ο αυταρχισμός δεν καθορίζει μόνο τα δικά του αλλά και του ελεύθερου κόσμου, αφού ό,τι μπορεί να σταθεί στον δρόμο του παρουσιάζεται από τον όχλο ως διεφθαρμένο, ανίκανο, πληρωμένο, «του κατεστημένου» κ.λπ.

Το περιθώριο για χωρίς συνέπειες έκφραση μιας άλλης άποψης μειώνεται δραματικά. Εδώ δεν εξαφανίζεται κάποιος όπως στο καθεστώς Πούτιν. Εδώ, όμως, κάθε μέρα, η «αιρετική» άποψη διώκεται μέσα από το cancel culture του όχλου και την εξοικείωση με τη βαρβαρότητα. Ο φόβος επιβάλλει τη σιωπή των πολλών.

Έτσι φτάσαμε στο να μαζεύονται, λ.χ., ακροαριστεροί και υποστηρικτές της τρομοκρατίας έξω από συναγωγές και να προπηλακίζουν, πρώτη φορά από το 1945. Ή, στο Λονδίνο τις προάλλες, να μαχαιρώνει κάποιος Εβραίους και να εξετάζεται θέμα «βίας» από τους αστυνομικούς που τον ακινητοποίησαν.

Ο αντιδημοκρατικός χώρος εξαπλώνεται μέσω της ακροαριστεράς, της ακροδεξιάς και των χρήσιμων ηλιθίων: κανονικοποίηση της βίας, προώθηση της αστάθειας, του μπάχαλου, της συλλήβδην ισοπέδωσης των θεσμών στη Δύση και του cancel culture ως θεμιτού μέσου καταστολής της διαφωνίας. Αυτά ορίζουν.

Σε έναν κόσμο όπου η αλήθεια θεωρείται πια σχετική, η τρομοκρατία και η τυφλή βία υιοθετούνται ως «ιστορικό πλαίσιο» ή ως μάχη «αντισυστημικών» με το «σύστημα», όπου η δημοκρατία διασύρεται και απαξιώνεται με την προώθηση φαιδρών ατόμων ή αδίστακτων λαϊκιστών, η συνέχεια είναι προβλέψιμη.

Ένα δεν αλλάζει: η ευθύνη σου για αυτό που κάνεις ή αποφεύγεις να κάνεις ανάλογα.