Συναπάντημα στην παραλιακή πόλη με φίλους χωραΐτες, που έχουν αφυπηρετήσει, αν και παραμένουν πιο δραστήριοι κι από πολλούς εργαζόμενους. Ο Σώτος δεν μπορούσε να αφήσει το γραφείο για να ανταποκριθεί στην πρόσκληση, αφού εργάζεται τις καθημερινές και τώρα και για πάντα, όπως δείχνουν τα πράγματα. Γενναιόδωρος και γεμάτος εκπλήξεις, όπως κάθε φορά, έστειλε ούζα στους θαλασσινούς φίλους, τα οποία από την οδό Κλήμεντος έφτασαν στα Λατσιά μέχρι τον Γιάννο και την Ελένη με τελικό προορισμό την παραθαλάσσια πόλη.
Συναντήθηκαν στη ψαροταβέρνα που λατρεύουν οι φίλοι πρωτευουσιάνοι τόσο για το φαγητό της όσο και για το φυσικό τοπίο. Η δική τους θάλασσα, των παιδικών χρόνων υπήρξε η Κερύνεια που δεν είναι πλέον προσβάσιμη, εφόσον παραμένει κατεχόμενη και πολιορκημένη από τόνους μπετόν. Θύμα κι αυτή της τουριστικής ανάπτυξης που λαμβάνει χώρα από τους κατακτητές σε κλεμμένους τόπους, σε ξενοδοχεία και τουριστικά καταλύματα, χτισμένα σε ξένες προσφυγικές περιουσίες.
Για τους φίλους από Λευκωσία που καθημερινά σκιάζονται από την οροσειρά του Πενταδαχτύλου και την προκλητική τουρκική σημαία, το κομμάτι αυτό της θάλασσας κοντά στο πρώην καρνάγιο της Λεμεσού αποτελεί ανάταση. Χαίρονται την απεραντοσύνη του γαλάζιου και τους ανοιχτούς ορίζοντες επαναλαμβάνοντας κάθε τόσο, «Τι ωραία που είμαστε στη θάλασσα, αννοίει η ψυσ̆ή μας».
Τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους ανταλλάζοντας ευχές για ένα όμορφο καλοκαίρι. Η οικοδέσποινα που θέλει να ευχαριστήσει τους ξένους της χαμογελά μα δεν σχολιάζει. Κοιτάζει τη θάλασσα μελαγχολικά, αφού στα δεξιά την κλείνει ο τσιμεντένιος βραχίονας του λιμανιού τον οποίο, όπως φαίνεται, μόνο αυτή προσέχει. Κάπου στο βάθος σ’ αυτή την κατεύθυνση βρίσκονται οι γερανοί που φορτώνουν και ξεφορτώνουν τα καράβια και τα εμπορευματοκιβώτια. Κανένα πλοίο που να σαλπάρει ή να ελλιμενίζεται. Ερημιά…
Ενίοτε της προκαλούσε θλίψη η εικόνα με τα αγκυροβολημένα φορτηγά κατά μήκος της Ακτής Ολυμπίων που αντικρύζει, χειμώνα καλοκαίρι, κατά τους περιπάτους της ή την ώρα που κολυμπά. Πρόκειται για καράβια της εργατιάς και της φτωχολογιάς. Ποιος θέλει ν’ αφήσει τον τόπο, το σπίτι και τους ανθρώπους του και να ζει σ’ ένα πλοίο που μεταφέρει εμπορευματοκιβώτια; Να διασχίζει φουρτουνιασμένες θάλασσες και ωκεανούς, να περνούν εβδομάδες να δει στεριά και τότε ακόμη όταν προσαράξει το πλοίο να βλέπει από μακριά, τα φωτάκια και τα κτίρια μιας άγνωστης χώρας;
Το λιμάνι του Πειραιά με τη φαντασίωση του οποίου μεγάλωσε, μέσω των ελληνικών ταινιών και τη μουσική του Ξαρχάκου και του Χατζιδάκι, είναι ένας από τους λίγους μύθους που δεν καταρρίφθηκαν με το πέρασμα τόσων δεκαετιών. Όποτε βρεθεί στην Ελλάδα, εκεί καταλήγει, είτε για να πιάσει το καράβι ή το δελφίνι για ένα νησί είτε για ψαράκι ή ουζομεζέ, με την Έμμυ, την κουμέρα την καλαμαρού. Ένα ταβερνάκι με τέσσερα τραπεζάκια απάνω στον μόλο είναι ό, τι χρειάζεται για να ζήσει το όνειρο, παρακολουθώντας τα επιβατικά πλοία που σαλπάρουν. Η μπουρού τους ηχεί σαν μια μελωδία στ’ αυτιά της ενώ τα φώτα τους αντικατοπτρίζονται μες στα γαλήνια νερά.
Χάνεται το πλοίο στο βάθος του ορίζοντα παίρνοντας μαζί του παραθεριστές που στέκονται ακουμπισμένοι στην πλώρη, γεμάτοι αδημονία. Τέτοια συναισθήματα διακατέχουν τους τουρίστες, ειδικά όσους έρχονται από βόρειες χώρες με κρύες αφιλόξενες θάλασσες και ωκεανούς που καμιά σχέση δεν έχουν με τη Μεσόγειο και το Αιγαίο. Ακόμη πιο ονειρικά φαντάζουν τα νησιά σε επισκέπτες από τις Η.Π.Α. ή χώρες που δεν έχουν θάλασσα.
Παράξενο να έχεις γεννηθεί και περάσει όλη σου τη ζωή σ’ ένα νησί και όμως να ζεις με τον νόστο του νησιού. Γιατί η Κύπρος είναι βασικά ένα «Χερσαίο νησί» όπως πολύ εύλογα αιτιολογεί στο ομώνυμο βιβλίο του ο συγγραφέας Αντώνης Χατζηκυριάκου. Οι κάτοικοί της υπήρξαν βοσκοί και γεωργοί, καλλιεργούσαν και λάξευαν τη γη, μα δεν ήταν ψαράδες, μήτε θαλασσινοί αφού κατέφευγαν και κρύβονταν στα βουνά για να επιβιώσουν από τις επιδρομές των κουρσάρων και των κατακτητών.
Πόσους αιώνες σκλαβιάς και μοναξιάς πέρασε και περνά αυτό το νησί αφού στα βάθη του ορίζοντα δεν βλέπει παρά θάλασσα η οποία τη χωρίζει από μια ξένη, ίσως και εχθρική χώρα. Στην Ελλάδα όπου και να στρέψεις το βλέμμα σου, οι βουνοκορφές των απέναντι νησιών σε γαληνεύουν και σε καθησυχάζουν με τα φώτα τους που τρεμοπαίζουν μες στη νύχτα, αφού η ζωή συνεχίζεται ελάχιστα ναυτικά μίλια πιο πέρα.
Αυτά σκεφτόταν ενώ τσούγκριζαν τα ποτήρια τους με κρύο λευκό κρασί. Τα ούζα που έστειλε πεσκέσι και για έκπληξη ο Σώτος, έμειναν ξεχασμένα να βράζουν από θυμό μέσα στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου που πήρε τον δρόμο της επιστροφής, χωρίς αυτά να νιώσουν τη θαλασσινή αύρα, καταλήγοντας πίσω στους τόπους που κλείνει η οροσειρά του Πενταδαχτύλου.
Να όμως μια καλή αφορμή να ξαναβρεθεί σύντομα η παρέα, για να γίνει η παράδοση και η κατανάλωση των ξεχασμένων ούζων.
dena.toumazi@gmail.com