Η δημοκρατία δεν είναι ένα στατικό πολίτευμα, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται παράλληλα με την κοινωνία, την τεχνολογία και τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Όσο όμως μεταβάλλονται τα μέσα και οι τρόποι συμμετοχής του πολίτη στα κοινά, τόσο αυξάνεται και η ανάγκη για επαναπροσδιορισμό των ορίων, των ρόλων και των θεμελιωδών αρχών που συγκροτούν το κράτος δικαίου. Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η τεχνολογία και ειδικότερα τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης δεν λειτουργούν πλέον μόνο ως εργαλεία επικοινωνίας, αλλά τείνουν να αποκτούν πολιτικό βάρος και επιρροή, ικανή να επηρεάσει άμεσα τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο αυτή η εξέλιξη ενισχύει τη δημοκρατία ή, αντίθετα, υπονομεύει τις βάσεις της.
Θεμελιώδης αρχή του κράτους δικαίου και κατ’ επέκταση της δημοκρατίας αποτελεί η διάκριση των εξουσιών. Το κλασικό τρίπτυχο της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας διασφαλίζει την ισορροπία, τον αμοιβαίο έλεγχο και την αποτροπή αυθαιρεσιών. Η αρχή αυτή λειτουργεί ως θεσμικό ανάχωμα απέναντι στη συγκέντρωση δύναμης και στην επιβολή αποφάσεων που δεν στηρίζονται στον ορθό λόγο και στη θεσμική νομιμοποίηση. Τουλάχιστον έτσι ίσχυε μέχρι πρόσφατα.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται κλονισμός της εμπιστοσύνης της πλειοψηφίας των πολιτών προς τις τρεις εξουσίες και άλλους θεσμούς με αποτέλεσμα την γένεση μιας τέταρτης άτυπης αλλά ολοένα και με πιο καθοριστικό ρόλο «εξουσίας». Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Πρόκειται για έναν άμορφο και μη θεσμοθετημένο μηχανισμό επιρροής, ο οποίος δεν υπόκειται σε κανόνες λογοδοσίας, αλλά διαθέτει τεράστια δύναμη διαμόρφωσης αντιλήψεων, τάσεων και -σε αρκετές περιπτώσεις- πολιτικών αποφάσεων. Το διαδίκτυο παρέχει πλέον στον πολίτη μια ενισχυμένη δυνατότητα συμμετοχής στα τεκταινόμενα, μια νέα μορφή δημόσιας έκφρασης που ξεπερνά τα παραδοσιακά όρια της πολιτικής συμμετοχής.
Υπό μια ορθολογική προσέγγιση, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να εκληφθεί ως θετική. Η ενεργή συμμετοχή του πολίτη, η άμεση έκφραση απόψεων και η δημόσια διαβούλευση συνιστούν στοιχεία μιας πιο ζωντανής και άμεσης δημοκρατίας. Η κοινωνία αποκτά φωνή, οι απόψεις πολλαπλασιάζονται και η εξουσία δεν μπορεί πλέον να αγνοεί εύκολα την κοινωνική δυναμική.
Ωστόσο, η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος είναι εξίσου ανησυχητική. Η πλειοψηφία των χρηστών των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης κινείται σε μονοπάτια άγνωστα και συχνά ανεξέλεγκτα. Η πληροφόρηση είναι αποσπασματική, το συναίσθημα υπερισχύει της ανάλυσης και η ταχύτητα αντικαθιστά τη σκέψη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η λήψη αποφάσεων υπό την πίεση της λαϊκής «απαίτησης» ενέχει υπερ-αυξημένο κίνδυνο μετάβασης από τη δημοκρατία στην οχλοκρατία.
Παρότι οι αποφάσεις τυπικά εξακολουθούν να λαμβάνονται από τα θεσμικά κέντρα της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, η άτυπη δημόσια διαβούλευση που λαμβάνει χώρα στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης φαίνεται να ασκεί ουσιαστική επιρροή. Σχόλια, αναρτήσεις, διαδικτυακές αντιδράσεις και ψηφιακά «κύματα αγανάκτησης» συχνά λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επηρεάζουν καθοριστικά τη διαμόρφωση πολιτικών ή ακόμη και νομοθετικών πρωτοβουλιών.
Ο λόγος αυτής της στάσης είναι προφανής. Τα μέλη της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, επιδιώκοντας τη διατήρηση της πολιτικής τους επιβίωσης και της δημοφιλίας τους, συχνά επιλέγουν να «ακολουθήσουν το ρεύμα». Η ανάγκη να είναι αρεστοί μετατρέπεται σε βασικό κριτήριο δράσης, εις βάρος της θεσμικής ευθύνης και της μακροπρόθεσμης ορθολογικής σκέψης.
Ουαί κι αλίμονο αν οι αποφάσεις των εξουσιών λαμβάνονται με γνώμονα την ικανοποίηση του λαϊκού αισθήματος και όχι τον ορθό λόγο. Γιατί το λαϊκό αίσθημα εύκολα μπορεί να παρασυρθεί από επιτηδείους, εμμονικούς και καιροσκόπους. Ο ορθολογισμός, ως πρωταρχική πηγή γνώσης και βασικό κριτήριο λήψης αποφάσεων, απαιτεί λογική, τεκμηρίωση και κριτική σκέψη. Αντίθετα, η «τυφλή πίστη» και η συναισθηματική φόρτιση οδηγούν σε αποδοχή πληροφοριών και εντολών χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Όταν το συναίσθημα υπερισχύει της λογικής, δημιουργείται ένα επικίνδυνο περιβάλλον, πρόσφορο για χειραγώγηση, φανατισμό και αυθαιρεσία.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, από την μια άκρη έχουμε μεταπηδήσει στην άλλη; Από την κομματική φαυλοκρατία στη διαδικτυακή οχλοκρατία;
Συνεπώς, το ζητούμενο δεν είναι η απόρριψη της τεχνολογίας ή της ψηφιακής συμμετοχής, αλλά η ενσωμάτωσή τους σε ένα πλαίσιο θεσμικής ωριμότητας. Η δημοκρατία μπορεί να εξελιχθεί μόνο όταν η λαϊκή φωνή συνυπάρχει με τον ορθό λόγο, και όταν οι εξουσίες παραμένουν πιστές στο ρόλο τους: Να αποφασίζουν όχι με βάση το πρόσκαιρο χειροκρότημα και τις σκοπιμότητες, αλλά, με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και τη λογική. Μόνο έτσι η τέταρτη, άτυπη «εξουσία» δεν θα μετατραπεί σε απειλή, αλλά σε εργαλείο ενίσχυσης της δημοκρατίας.