Στο χαρτί, η συμφωνία-πλαίσιο Ισραήλ–Λιβάνου είναι καλή. Τηρουμένων δε των αναλογιών, αυτό δεν είναι λίγο.
Δυστυχώς, όμως, δεν είναι ούτε και αρκετό.
Το κείμενο περιέχει —σχεδόν— όλες τις λέξεις και τις φράσεις-κλειδιά: ειρήνη, ασφάλεια, τερματισμό της σύγκρουσης, διάλογο, αμερικανική μεσολάβηση, σταδιακή αποχώρηση του Ισραήλ, ανάπτυξη του λιβανικού στρατού, αφοπλισμό των μη κρατικών ένοπλων οργανώσεων. Δηλαδή της Χεζμπολάχ, έστω κι αν το όνομά της παραλείπεται, ώστε τα πράγματα να φαίνονται λιγότερο άσχημα από όσο είναι.
Το πρόβλημα είναι ότι ο Λίβανος δεν πάσχει από έλλειψη καλών διατυπώσεων.
Πάσχει από έλλειψη κράτους.
Το ψήφισμα 1701 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ υποτίθεται ότι θα έβαζε τάξη στον νότιο Λίβανο μετά τον πόλεμο του 2006. Ο λιβανικός στρατός θα αναλάμβανε, η UNIFIL θα επιτηρούσε, η Χεζμπολάχ δεν θα μπορούσε να μετατρέψει την περιοχή σε στρατιωτικό προγεφύρωμα. Ξέρουμε τι έγινε. Ο νότιος Λίβανος έγινε, στην πράξη, Χεζμπολλαχιστάν.
Και εκεί βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα. Όχι αν η συμφωνία είναι καλή. Γιατί είναι. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει κάποιος στον Λίβανο που μπορεί να την εφαρμόσει.
Για το Ισραήλ, η συμφωνία απαντά σε έναν βασικό φόβο. Δεν επιβάλλει άμεση αποχώρηση του IDF, ώστε η Χεζμπολάχ να μπει την επόμενη μέρα στα κενά και να παρουσιάσει την υποχώρηση ως νίκη. Η αποχώρηση θα είναι σταδιακή και θα συνδέεται με την ανάπτυξη του λιβανικού στρατού στις περιοχές που θα εκκενώνονται. Θεωρητικά, αυτό είναι σωστό. Πρακτικά, όμως, όλη η υπόθεση στηρίζεται σε μια προϋπόθεση που μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχθεί: ότι ο λιβανικός στρατός μπορεί και θέλει να κάνει τη δουλειά.
Η εμπειρία λέει ότι, στην καλύτερη περίπτωση, κάνει τη μισή. Στη χειρότερη, λειτουργεί ως κουρτίνα. Πίσω από την κουρτίνα, η Χεζμπολάχ ανασυντάσσεται, ξαναχτίζει υποδομές, μετακινεί όπλα, αποκαθιστά δίκτυα και περιμένει την επόμενη ευκαιρία. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη παγίδα.
Γι’ αυτό η κρίσιμη λέξη δεν είναι η ειρήνη. Είναι η μοναδική λέξη η οποία λείπει από τα πιο πάνω: ο έλεγχος. Ποιος θα ελέγχει τι κάνει ο λιβανικός στρατός; Ποιος θα πιστοποιεί ότι η Χεζμπολάχ δεν επιστρέφει; Ποιος θα έχει εικόνα για τις υπόγειες υποδομές, τα όπλα, τα σημεία διοίκησης και τις διαδρομές ανεφοδιασμού;
Και κυρίως, τι θα συμβεί όταν —όχι αν— η Χεζμπολάχ δοκιμάσει τα όρια της συμφωνίας;
Εδώ η αμερικανική εποπτεία είναι σημαντική, αλλά και πάλι δεν είναι πανάκεια. Οι Αμερικανοί ήταν παρόντες και σε προηγούμενα σχήματα. Οι μηχανισμοί υπήρχαν. Οι διαβεβαιώσεις υπήρχαν. Αυτό που δεν υπήρχε ήταν το πολιτικό και στρατιωτικό βάρος για να επιβληθεί η πραγματικότητα που περιέγραφαν τα κείμενα.
Στο δωμάτιο υπάρχει, βεβαίως, και ένας δεύτερος ελέφαντας. Πολύ μεγαλύτερος μάλιστα: το Ιράν. Εδώ, η συμφωνία επιχειρεί να κάνει κάτι πολύ σημαντικό: να αποσυνδέσει τον Λίβανο από την Τεχεράνη. Όταν ο Λίβανος δηλώνει ότι καμία ξένη δύναμη και κανένας μη κρατικός παράγοντας δεν έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί βία εκ μέρους του, στην πραγματικότητα δείχνει την Τεχεράνη και τη Χεζμπολάχ.
Αυτό, αν εφαρμοστεί, θα είναι τεράστια αλλαγή. Ακριβώς γι’ αυτό δεν θα αφεθεί να εφαρμοστεί εύκολα.
Η Χεζμπολάχ δεν υπηρετεί τον Λίβανο, αλλά το Ιράν. Είναι τρομοκρατική οργάνωση, στρατός, κόμμα, μηχανισμός εκβιασμού και ιρανικό εργαλείο. Έχει συμφέρον να υπονομεύσει τη διαδικασία από την πρώτη στιγμή. Μπορεί να βγάλει κόσμο στους δρόμους. Μπορεί να πιέσει την κυβέρνηση. Μπορεί να απειλήσει τον Πρόεδρο Αούν. Μπορεί να προκαλέσει το Ισραήλ, ώστε να το οδηγήσει σε απάντηση και μετά να ισχυριστεί ότι η συμφωνία κατέρρευσε εξαιτίας της ισραηλινής επιθετικότητας.
Αυτά δεν είναι θεωρίες. Είναι το εγχειρίδιο λειτουργίας της.
Το Ιράν, από την πλευρά του, θα προσπαθήσει να κρατήσει τον Λίβανο δεμένο στο δικό του παζάρι με τους Αμερικανούς. Η Τεχεράνη δεν βλέπει τη Χεζμπολάχ ως λιβανικό πρόβλημα. Τη βλέπει ως περιουσιακό στοιχείο. Ως μοχλό πίεσης. Ως απειλή διαρκείας κατά του Ισραήλ. Ως έναν τρόπο να κρατά ανοιχτό ένα μέτωπο χωρίς να πληρώνει πάντα το ίδιο το κόστος.
Αν, λοιπόν, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν καταφέρουν να κρατήσουν χωριστά τα μέτωπα, η συμφωνία του Λιβάνου μπορεί να γίνει απλώς ένα ακόμη χαρτί στο ιρανικό παζάρι. Όσο για την Πολυεθνική Δύναμη που προτείνεται είναι περσινά, ξινά λάχανα. Ειδικά στην ιστορία του Λιβάνου.
Το Ισραήλ θα δοκιμάσει τη συμφωνία. Δεν έχει λόγο να απορρίψει μια διαδικασία που, στα λόγια τουλάχιστον, περιορίζει τη Χεζμπολάχ, ενισχύει τον λιβανικό στρατό και αποκόπτει το Ιράν από ένα μέτωπο που το ίδιο χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια. Αλλά δεν έχει και κανέναν λόγο να εμπιστευθεί περισσότερο το χαρτί από το έδαφος.
Ο Λίβανος μπορεί να θέλει να σωθεί από τη Χεζμπολάχ. Το ερώτημα είναι αν μπορεί. Οι ΗΠΑ μπορεί να θέλουν μια επιτυχία. Το ερώτημα είναι αν μπορούν να τη φρουρήσουν. Και το Ισραήλ μπορεί να θέλει μια συμφωνία. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να αποχωρήσει χωρίς να ξαναβρεί απέναντί του την ίδια απειλή με άλλο πρόσχημα.
Η συμφωνία, λοιπόν, είναι καλή. Αλλά τα του Λιβάνου δεν κρίθηκαν ποτέ από τις συμφωνίες που υπέγραψε. Κρίθηκαν από εκείνες που δεν μπόρεσε ή δεν τόλμησε να εφαρμόσει.
Και αυτό είναι που θα κριθεί τώρα. Όχι η ποιότητα του κειμένου, αλλά η αντοχή του απέναντι στη Χεζμπολάχ.
Υστερόγραφο: Πριν από λίγο ο ηγέτης της τρομοκρατικής Χεζμπολάχ μίλησε για εξευτελισμό μέσω της συμφωνίας, απορρίπτοντας την εξ ολοκλήρου.