Ανάσες καλοκαιρινές από τη μαγευτική Σαμοθράκη

Συνειδητή επιλογή ένα νησί έξω από τις φανταχτερές λεωφόρους της επίδειξης και της ματαιότητας, ένα νησί του οποίου η φύση και οι άνθρωποι αντικατοπτρίζουν την παλιά Ελλάδα, αυτήν που κάποτε αγαπήσαμε.

Tο απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου, ο γνώριμος ήχος του καραβιού που πιάνει λιμάνι, η ευτυχία ν’ αγναντεύεις το βάθος του ορίζοντα και ν’ ανταμώνεις ένα άλλο νησί. No man is an island, είχε γράψει κάποτε ο Άγγλος ποιητής John Donne.

Η εγγύτητα του άλλου, του οικείου. Αυτό ακριβώς που λείπει στο δικό μας νησί και χάραξε ανά τους αιώνες την ανασφάλεια του πελάγους, αλλά και την ιδιαιτερότητα του δικού μας πολιτισμού.

Πριν ανταμώσω τη Σαμοθράκη διάβασα πολλά για την Ιστορία και τους θεούς της. Μου ήταν ακουστά τα Καβείρια μυστήρια, που σε αντίθεση με τα Ελευσίνια, υμνούν και προστατεύουν ζώντες επί της γης, αλλά ιδιαίτερα τους τολμηρούς θαλασσινούς και ποντοπόρους. Παλαιοί θεοί με νέα ονόματα είναι, η Αξίερος, η Αξιόκερσα, ο Αξιόκερσος, ο Κάδμιλος.

Πολύ μελάνι χύθηκε για τις τελετουργίες του εξαγνισμού, της μύησης και της αναγέννησης, άλλου το πήραν και το παρεξήγησαν καμπόσοι, η αρχαιολογία όμως δεν επιβεβαιώνει ούτε υπογράφει θεωρίες. Κατακλείδα είναι η αναγνώριση του θαύματος της Μάνας Γης, η Κυβέλη, η Ρέα, η Μεγάλη Μητέρα… οι βαθιές ρίζες του Αιγαίου, της Θράκης, της Αιγύπτου, της Μικράς Ασίας και του Εύξεινου Πόντου.

Καημός μου ήταν να πατήσω τον χώρο που ο Γάλλος αρχαιολόγος βρήκε ίσως το ωραιότερο άγαλμα του κόσμου. Τούτη την αιθέρια γυναικεία μορφή που κατεβαίνει από τον ουρανό και προσγειώνεται ανάλαφρα, πρώτα με το δεξί της πόδι επάνω σε πλώρη πολεμικού πλοίου, ενώ ο άνεμος κολλά τα πέπλα στο θεσπέσιο σώμα της διαγράφοντας το στήθος, την κοιλιά και τον ομφαλό της, ενώ τυλίγει τα διάφανα πέπλα γύρω από τα δυνατά της πόδια.

Δεν υπάρχει ωραιότερη γυναικεία μορφή στην ιστορία της τέχνης που να εμπλέκει την κίνηση και τη δύναμη με έναν τόσο έντονο ερωτικό αισθησιασμό όπως η Νίκη της Σαμοθράκης. Νομίζει κανείς ότι είναι τρισδιάστατη, τη βλέπεις που κατεβαίνει και αγγίζει και αυτή η κίνηση της δε σε εγκαταλείπει, σε συνοδεύει στο Ιερό των Θεών, εμφανίζεται ανάμεσα στους βράχους με τις αροδάφνες και τους μαρμάρινους κίονες, κρύβεται στις φυλλωσιές των πανάρχαιων πλατάνων και ανταγωνίζεται σε δύναμη το Σάος και το Φεγγάρι.  

Σαμοθράκη πάει να πει ψηλά και απόκρημνα βουνά με βαθιές χαράδρες πνιγμένες στο πράσινο και νερά, καταρράχτες που δημιουργούν λίμνες από παγωμένα κρυστάλλινα πράσινα νερά, τις περίφημες βάθρες. Το βλέμμα χάνεται ανάμεσα σε πεύκα, πλατάνια, φτέρες, αροδάφνες, ορτανσίες και καρυδιές που σκιάζουν βοτσαλωτά ακρογιάλια.

Σαμοθράκη σημαίνει πέλαγος, ύψος, δέος μυστήρια Ιερά θεών και ανθρώπων, αλλά και μικρές πολιτείες κρυμμένες από άνομα και κακόβουλα βλέμματα. Η Χώρα, η πρωτεύουσα, δεν είναι παράλια. Είναι η κεντημένη πλευρά μιας αθέατης από το δρόμο χαράδρας, με πλακόστρωτα δρομάκια, σκαλοπάτια και μπαλκόνια με βασιλικούς σε πράσινους τενεκέδες, σκιερά καφενεδάκια με χασλαμά και πραούστι, τα πεντανόστιμα τοπικά συροπιαστά γλυκά.

Ένας παραδοσιακός φούρνος με δαντέλες στα παράθυρα ως αρχαίο μνημείο, ένας πετρόκτιστος επιβλητικός Γενουατικός πύργος που ελέγχει θάλασσες και βουνά. Η δύναμη του κατακτητή! Το όλο περιτριγυρισμένο από βράχους, πανύψηλα βουνά και δάση.

Πουθενά μπετόν! πουθενά ηχορύπανση και δυνατή μουσική. Ούτε ένα πεντάστερο χλιδάτο ξενοδοχείο επί της θαλάσσης. Τίποτα δεν επεμβαίνει ασύστολα στο οπτικό πεδίο που δεν είναι άλλο παρά η ανοιχτωσιά του πελάγου και η απέναντι ακτή. Στον παραλιακό δρόμο δωμάτια προς ενοικίαση, παρτέρια με ορτανσίες, μανάβικα για τις καθημερινές ανάγκες, ένα ζαχαροπλαστείο που λέγεται Σαν τη Γη, (ξαναδιαβάστε το γαλλικά), γυράδικα, ψαράδικα επί του πεζοδρομίου σκιασμένα από τα πλατάνια… και στο βάθος η μυρωδιά του λιμανιού. Κάποιοι ηλιοκαμένοι ξεψαρίζουν, άλλοι ψαρεύουν τα ξεψαρισμένα, πολλοί απλά αγναντεύουν το πέλαγος και διερωτώνται γιατί ζουν αλλού, διάφοροι περιμένουν το επόμενο «Αδαμάντιος Κοραής». Λίγο πιο κάτω σταθμευμένος Ο Σπύρος, ένα βαν με μαγειρευτά, στη μια του πλευρά μια επιγραφή: τέτοιο έφαγε η Μαντόνα κι έκανε κορμί κολόνα! Μέσα μου είπα, γι’ αυτό η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει.

Το μόνο πράγμα που ανταγωνίζεται το βαθύ γαλάζιο του Αιγαίου και αδιαμφισβήτητα δεσπόζει του τοπίου είναι το Σάος το πανύψηλο βουνό και το Φεγγάρι, η κορυφή του. Αυτοί οι δυο κυβερνούν τη Σαμοθράκη ακόμη και σήμερα παρέα με την Παναγιά την Κρημνιώτισσα! Η βόρεια πλευρά βλέπει Αλεξανδρούπολη, η νότια Ίμβρο και Λήμνο.

Οι δρόμοι για τα αυτοκίνητα σταματούν όταν η φύση έχει την υπεροπλία και θεόρατοι βράχοι κατεβαίνουν απότομα στη θάλασσα. Δεν μπορείς να κάνεις τον γύρο όλου του νησιού με αυτοκίνητο, δεν υπάρχουν δρόμοι. Μπορείς όμως ν’ αναρριχηθείς στην πηγή του ποταμού Φονιά, να νιώσεις και ν’ ακούσεις την φοβερή και ακατάλυτη δύναμη του νερού, να καταλάβεις το βάθος και το πλάτος του Αιγαίου και γιατί τα μελτέμια είναι αυτά που το σώζουν. Οι βοριάδες και τα ρεύματα έντονα: Δεν ήρθατε για μπάνια, μας είπε ένας τόπακας, ήρθατε για να καταλάβετε το ύψος του βουνού, τα ποτάμια και τους θεούς μας!

Στις αρχές του 20ού αιώνα, έγραψε για τη Σαμοθράκη ο Ίων Δραγούμης:

«Ήταν προσκύνημα η Σαμοθράκη για τους Πελασγούς, τους Έλληνες και τους Ρωμαίους, λαός προσκυνητάδες μαζεύονταν εκεί. Αλλά των Μεγάλων Θεών η θρησκεία έσβησε και μόνο η θύμησή τους σαν άρωμα περασμένο απομένει, πλεούμενο αργοπορινά στο νησιώτικο αέρα. Μα όπως οι πέτρες και τα χορτάρια των βουνών μιλούν μονάχα σε κείνους που ξέρουν, έτσι και τα μάρμαρα της Παλιάπολης. Σε κάποια βιβλία φυλάγονται κρυσταλλωμένα παλιά παραμύθια, που τα διαβάζουν ακόμα μερικοί».

Η Σαμοθράκη διασώζει ακόμη αυτό που υπήρξε και δε θα υπάρξει ξανά. Την απλότητα, την ηρεμία και την ευρυχωρία μιας απέραντης παραλίας για όλους και την ανέγγιχτη από ανθρώπου χέρι φύση. Τόσο απλό και τόσο σπάνιο.

Κατάφεραν να μην υπάρχει ίχνος δήθεν στο νησί, δεν ξέρω για πόσο ακόμη, ίσως το γεγονός ότι δεν υπάρχει εκεί αεροδρόμιο να συμβάλει στον να κρατήσουν οι τόπακες μια ισορροπία για λίγο καιρό ακόμη. Στη Σαμοθράκη πάνε όσοι αγαπούν τη φύση, τα άγρια βουνά, τους οργιώδεις καταρράχτες, τις παγωμένες κρυστάλλινες βάθρες, όσοι αρέσκονται σε απέραντες βοτσαλωτές παραλίες χωρίς φτιασίδια, φουσκωτά και τζετ σκι. Αμμώδης παραλία υπάρχει μια και μοναδική σε όλο το νησί, η Παχιά Άμμος, κάτι εντελώς ανάλογο με τον δικό μας καρπασίτικο Παχύαμμο.

Ταβερνάκια μικρά και αθόρυβα χωρίς πλαστικές καρέκλες και πλαστικά μενού, αυλές με πανέμορφες ορτανσίες και γιασεμιά, φαγητό θεσπέσιο, χωριάτικες και λαδερά και πλατείες με παιδιά που παίζουν τρέχουν, γελούν, χωρίς Ι pad και τηλέφωνα. Άλλο πράγμα η πλατεία, η σύναξη το σούρουπο όταν όλα αποκτούν τα χρώματα του ήλιου που φεύγει.

Κατάφεραν μια ισορροπία οι άρχοντες του νησιού ανάμεσα στους κατοίκους και τους πολλούς ξένους. Ανάδειξαν έναν τουρισμό βασισμένο επάνω στις ομορφιές του νησιού, την ιστορία, τις γεύσεις και την παράδοσή του.

Να πω ότι δε ζήλεψα θα ήταν ψέμα, να πω ότι δεν σύγκρινα με τα δικά μας κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Η ευγένεια των ανθρώπων, το χαμόγελο όταν φθάνει το φρέσκο ψωμί στο τραπέζι και η κανάτα με το κρύο νερό. Έχει ψάρι λαχταριστό με βλήτα, γύρο στην πίττα, και κατσικάκι στη γάστρα. Δεν έχει σούσι, ούτε φαχίτας, ούτε μαγαζιά που πωλούν ακριβά μαγιό.

Ένα καπέλο κι έναν έρωτα χρειάζεσαι για να αράξεις στη Σαμοθράκη, τίποτα άλλο.

Ελεύθερα, 05.07.2026