Αυτή τη βαριά επετειακή μέρα του πραξικοπήματος και της εμφύλιας βίας που έδωσε την αφορμή για την εισβολή του Αττίλα, ακουμπώ για μια ανάσα στο χθεσινό μου κείμενο. Στη σύντομη κουβέντα που είχα με τον Μιχάλη Πόλεο για τους ανεμόμυλους της παιδικής μας ζωής που αντλούσαν νερό για τα εσπεριδοειδή στην κατεχόμενη Κάτω Δερύνεια και σε όλη την Αμμόχωστο, τον Άγιο Μέμνωνα, μέχρι τα Κοκκινοχώρια. Για τις αλάνες κοντά στα περιβόλια όπου τα παιδιά και οι έφηβοι τρέχαμε, περπατούσαμε, συζητούσαμε, σκεφτόμασταν δυνατά και μοιραζόμασταν τις σκέψεις μας, κτίζοντας κάθε μέρα τον εαυτό μας.

Μικρό Ισραήλ αποκαλούσαν τότε την Κάτω Δερύνεια, γιατί ήταν μια νέα κοινότητα που δημιουργήθηκε μετά τη δεκαετία 1940 από ανθρώπους που συνέρρευσαν από όλα τα μέρη του νησιού για να εργαστούν στην πόλη της Αμμοχώστου, ιδιαίτερα από τα χωριά της Μεσαορίας και της Καρπασίας – όπως συνέρρευσαν οι φυλές του Ισραήλ στη Γη της Επαγγελίας.

Το καλοκαίρι 1991 οι σκορπισμένες φυλές του Μικρού Ισραήλ συναντήθηκαν για πρώτη φορά δεκαεπτά χρόνια μετά την προσφυγιά, για την πρώτη τους συνεστίαση σε ένα εστιατόριο στην Κοφίνου. Ήταν εκεί τρεις γενιές – η δική μας γενιά, των παιδιών και των εφήβων του ’74, η γενιά των γονιών μας, αυτών που έκτισαν κυριολεκτικά με τα χέρια τους την Κάτω Δερύνεια και ήταν και η γενιά των δικών μας μικρών παιδιών που παρατηρούσαν με έκπληξη τα παράξενα που διαδραματίζονταν γύρω τους.

 Έβλεπες να ανταλλάζουν θερμές χειραψίες και ν’ αγκαλιάζονται αριστεροί και δεξιοί, μακαριακοί και γριβικοί, οπαδοί της ομοσπονδίας και αντίπαλοι της – κάποιοι δεν μιλιούνταν μεταξύ τους πριν την προσφυγιά, λόγω του πολιτικού φανατισμού που τότε επικρατούσε, αλλά δεν υπήρξε στην κοινότητα βίαιη αντιπαράθεση μεταξύ συγχωριανών στη διάρκεια του πραξικοπήματος.     

Πολλοί θυμήθηκαν ξεκαρδισμένοι στα γέλια, τα αστεία παρατσούκλια που είχαν τότε στην Κάτω Δερύνεια. Όλοι ήταν τώρα σοβαροί οικογενειάρχες, αλλά εκεί στο εστιατόριο της Κοφίνου ήταν ακόμα τα παιδαρέλια εκείνης της εποχής – σαν να σταμάτησε ο χρόνος στο 1974.

Όπως είχα γράψει για εκείνη τη συνάντηση, η νοσταλγία αμβλύνει τις οξύτητες, μαλακώνει την καρδιά. Είναι πάνω από την πολιτική, πάνω από το μίσος και τον θάνατο. Η νοσταλγία πλανιόταν στην ατμόσφαιρα πάνω από την Κοφίνου, πάνω από τα φαντάσματα των απόντων, εκείνων που σκοτώθηκαν στον πόλεμο, εκείνων που αγνοούνταν, εκείνων που κουράστηκαν και πέθαναν στην προσφυγιά. Εκείνη τη μέρα η νοσταλγία πήδηξε ανάλαφρα τα συρματοπλέγματα και τα πολυβολεία και μας ταξίδεψε μαζί της στη χώρα της μνήμης, στη μεγάλη και γενναιόδωρη πατρίδα του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος.