Η άνοδος στα πρώτα θέματα της επικαιρότητας του προβλήματος έλλειψης επάρκειας ηλεκτρισμού, ιδιαίτερα μετά το 2030, νοουμένου ότι δεν θα επιτύχουν οι προσπάθειες για εισαγωγή φυσικού αερίου (κάτι που μοιάζει ως η πιθανότερη συνθήκη), ενεργοποίησαν τα αντανακλαστικά της ΡΑΕΚ και του Υπουργείου Ενέργειας.

Οι πληροφορίες του Φιλελευθέρου αναφέρουν ότι η ΡΑΕΚ έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου με επιστολή της στον υπουργό Ενέργειας Μιχάλη Δαμιανό και το υπουργείο Ενέργειας ανταποκρίθηκε με επιστολή του γενικού διευθυντή Κυριάκου Ιορδάνου προς τη ΡΑΕΚ και τον Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς.

Η μεν ΡΑΕΚ προειδοποίησε μέσω της επιστολής ότι, χωρίς φυσικό αέριο, έστω το 2030, η Κύπρος θα έχει σοβαρό πρόβλημα επάρκειας ηλεκτρισμού και ότι επείγει η ενεργοποίηση της έκτακτης διαδικασίας εξασφάλισης πρόσθετης συμβατικής παραγωγής (γεννήτριες πετρελαίου), μέσω του άρθρου 34 του βασικού νόμου, που αποκαλείται «μηχανισμός ισχύος».

Το δε υπουργείο απάντησε, μέσω του γενικού διευθυντή, σε γενικές γραμμές δώστε μας στοιχεία, ελάτε για διαβούλευση, ώστε το ταχύτερο να κινηθεί η διαδικασία για τον μηχανισμό ισχύος (σ.σ. προκήρυξη προσφορών για πρόσθετη ισχύ από συμβατικά καύσιμα).

Το άρθρο 34 του νόμου και ο μηχανισμός (πρόσθετης) ισχύος αποτελεί τη διέξοδο ασφαλείας για τα κράτη μέλη της ΕΕ, όταν η αρμόδια Αρχή, η ΡΑΕΚ στην περίπτωση της Κύπρου, διαπιστώσει ότι η χώρα απειλείται με ανεπάρκεια ηλεκτρισμού, με βάση τις υπάρχουσες μονάδες παραγωγής και την εξέλιξη της ζήτησης ενέργειας.

Μέσω του άρθρου 34, η ΡΑΕΚ οφείλει να ενημερώσει εμπεριστατωμένα τον υπουργό για τον κίνδυνο που ελλοχεύει και ο υπουργός, μετά από διαβούλευση και ενδελεχή ενημέρωση, προφανώς σε συνεννόηση και με τη Γενική Διεύθυνση Ενέργειας της ΕΕ αλλά και τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού, εκδίδει διάταγμα, ώστε το ταχύτερο δυνατό να εγκατασταθούν και να λειτουργήσουν νέες συμβατικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρισμού.

Ακούγεται απλό, αλλά δεν είναι

Ποιος θα εγκαταστήσει τις νέες μονάδες; Αυτός που θα κερδίσει τις προσφορές. Είτε η ΑΗΚ (αν ενδιαφερθεί), είτε κάποιος ιδιώτης (αν ενδιαφερθεί), από την Κύπρο ή το εξωτερικό. Πού θα εγκατασταθούν αυτές οι μονάδες; Σημαντική παράμετρος: Εκεί που θα προσδιορίσουν ΡΑΕΚ και Υπουργείο Ενέργειας.

Η εγκατάστασή τους στην περιοχή Βασιλικού δεν θεωρείται σήμερα, από τις αρμόδιες υπηρεσίες και Αρχές (Υπουργείο, ΡΑΕΚ, Διαχειριστλης Μεταφοράς, ΑΗΚ), η καταλληλότερη τοποθεσία, λόγω του επικίνδυνου προβλήματος των ρευμάτων βραχυκύκλωσης, που απειλεί την ομαλή λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος όταν η παραγωγή ενέργειας από την περιοχή Βασιλικού ξεπερνά τα 850 μεγαβάτ.

Υπό τις παρούσες συνθήκες και δεδομένων όλων των διαθέσιμων πληροφοριών που υπάρχουν για το θέμα, οι νέες γεννήτριες, εφόσον η διαδικασία του άρθρου 34 προχωρήσει, θα ζητηθεί να εγκατασταθούν σε περιοχή στο ανατολικό τμήμα του συστήματος, δηλαδή στην ευρύτερη περιοχή Λάρνακας ή της ελεύθερης Αμμοχώστου.

Όμως, η επιστολή της ΡΑΕΚ και η ανταπόκριση του Υπουργείου Ενέργειας είναι μόνο τα πρώτα βήματα μιας διαδικασίας που προβλέπεται μακρά και δύσκολη: Η ενεργοποίηση -στην πράξη- του άρθρου 34, η προκήρυξη προσφορών για την εγκατάσταση νέων γεννητριών με χρήση πετρελαίου (μαζούτ ή ντίζελ, αφού το πρόβλημα έγκειται στην αδυναμία εισαγωγής φυσικού αερίου πριν το 2030 και οι ΑΠΕ δεν μπορούν να καλύψουν το κενό, ακόμα και αν η αποθήκευση τρέξει, έστω τώρα, με χίλια το επόμενο διάστημα), η απόφαση για τη διαδικασία και το ύψος αποζημίωσης για την κεφαλαιουχική δαπάνη και την αποζημίωση της ενέργειας που θα παράγεται, καθώς επίσης ο άμεσος επηρεασμός της λειτουργίας της ανταγωνιστικής αγοράς ηλεκτρισμού και των ιδιωτών συμμετεχόντων σε αυτήν, είναι θέματα που θεωρείται βέβαιο πως θα προκαλέσουν καθυστέρηση και αντιδράσεις.

Πόσο μάλλον που για να προχωρήσει η διαδικασία που προβλέπει ο νόμος θα πρέπει να υπάρξει συγκατάθεση των Βρυξελλών. Οι οποίες, όμως, είναι σε κάποιο βαθμό μέρος του προβλήματος ανεπάρκειας, καθώς έχουν δεσμεύσει την Κύπρο να αποσύρει γεννήτριες από τη Δεκέλεια και το Βασιλικό τέλος 2029, λόγω σοβαρής μόλυνσης των ανθρώπων στις γειτονικές κοινότητες και του περιβάλλοντος στην ευρύτερη περιοχή.

Το πρόβλημα δεν έγκειται στην (ορθή και ίσως καθυστερημένη) απαίτηση της ΕΕ, αλλά στην ολιγωρία του κράτους να επιβάλει έγκαιρη συμμόρφωση έναντι της Ένωσης στους εμπλεκόμενους με τη ρύθμιση, παραγωγή, μεταφορά, διανομή ενέργειας.

Ο Φιλελεύθερος πληροφορείται ότι η ΡΑΕΚ, στην επιστολή της προς τον υπουργό Ενέργειας (Μάιος 2026), τόνισε, πέραν της επισήμανσης για τη σοβαρότητα και επικινδυνότητα της κατάστασης, την ανάγκη να επισπευθούν οι αποφάσεις, καθώς η διαδικασία προβλέπεται πολύ χρονοβόρα.

Και το Υπουργείο Ενέργειας απάντησε στη ΡΑΕΚ πως «λαμβανομένης υπόψη της κρισιμότητας έγκαιρης ολοκλήρωσης της πιο πάνω διαδικασίας», να «μας κοινοποιήσετε τα πιο πάνω το συντομότερο δυνατόν». Και ποια είναι τα «πιο πάνω»; Τα εξής:

«Πείτε μας για να προχωρούμε»

(1) (Ενημέρωση από τη ΡΑΕΚ για) «την αναγκαία παραγωγή, ήτοι την πρόσθετη ισχύ παραγωγής που απαιτείται υπό το σενάριο «Χωρίς Έλευση Φυσικού Αερίου», ώστε οι δείκτες LOLE και EENS να επανέλθουν εντός των ανεκτών ορίων (15 ώρες και 0,010% αντίστοιχα).
(2) Την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της πρόσθετης ισχύος παραγωγής, καθώς και τη διάρκεια ισχύος του μέτρου.
(3) Το είδος του μηχανισμού ισχύος που κρίνετε (σ.σ. η ΡΑΕΚ) κατάλληλο και την τεκμηρίωση της επιλογής του, παραθέτοντας τη σχετική αξιολόγηση που απαιτείται δυνάμει της παραγράφου 3 του άρθρου 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/943.
(4) Το υπολογιζόμενο κόστος του μέτρου, ήτοι το επενδυτικό κενό (funding gap), καθώς και το είδος των δαπανών που θα τυγχάνουν επιδότησης.
(5) Πρόταση για τον τρόπο ανάκτησης του κόστους που θα προκύψει από την εφαρμογή του μέτρου και
(6) Οποιεσδήποτε άλλες απαιτήσεις σχετίζονται με τον τρόπο και τους όρους διάθεσης της εν λόγω παραγωγής, όπως, ενδεικτικά, απαιτήσεις δικτύου.
Νοείται ότι, οι πιο πάνω εισηγήσεις θα πρέπει να συνάδουν με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/943 σχετικά με την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, περιλαμβανομένων των άρθρων 21 και 22 αυτού, καθώς και με το ισχύον ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο του ανταγωνισμού και της αγοράς ηλεκτρισμού».

«Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη» και ο ρόλος της Cyfield

Είναι δεδομένο πως αν η διαδικασία «μηχανισμού ισχύος» που προβλέπει το άρθρο 34 του νόμου περί ρύθμισης ηλεκτρισμού κινηθεί και καταλήξει σε αποτέλεσμα, η Κύπρος πιθανό να… προλάβει να καλύψει τα κενά επάρκειας ηλεκτρισμού μετά το 2029 ή 2030 (αν και μπορεί να προκύψουν και ενωρίτερα).

Όμως, θα το κάνει με σοβαρό οικονομικό κόστος, το οποίο θα μεταφερθεί -και αυτό, όπως το κόστος για το ατέλειωτο τερματικό, τη διασύνδεση με Κρήτη, την ακριβή ενέργεια από ΑΠΕ και την ανταγωνιστική αγορά) ο οικιακός καταναλωτής και οι επιχειρήσεις.

Είναι αδύνατο να γίνει ασφαλής πρόβλεψη για το ύψος του κόστους για τις νέες μονάδες και για το κόστος κιλοβατώρας, αλλά θεωρείται βέβαιο πως θα είναι δεκάδες ή και εκατοντάδες εκατομμύρια. Για απροσδιόριστο, ακόμα, χρονικό διάστημα λειτουργίας.

Είναι βέβαιο πως σε αυτό τον διάλογο θα εμπλακεί σύντομα, με δημόσιες παρεμβάσεις και όχι μόνο με sponsored καταχωρήσεις σε ΜΜΕ, ο όμιλος Cyfield και η (θυγατρική) εταιρεία PEC, η οποία υποστηρίζει ότι είναι σε θέση να συμβάλει στην αντιμετώπιση της έλλειψης επάρκειας, με την εσπευσμένη λειτουργία του σταθμού ηλεκτροπαραγωγής που κατασκευάζει στο Βασιλικό, συνολικής ισχύος 260 μεγαβάτ, τα οποία υπολογίζονται σε 200 μεγαβάτ αν χρησιμοποιείται ντίζελ.

Λόγω της αδυναμίας του κράτους να εισαγάγει εμπρόθεσμα φυσικό αέριο, η λειτουργία του σταθμού της PEC καθυστερεί, αλλά η εταιρεία έκανε διευθετήσεις με τη Siemens ώστε να χρησιμοποιεί ντίζελ, το οποίο όμως ίσως τη φέρει σε δυσμενέστερη θέση στον ανταγωνισμό με την ΑΗΚ, η οποία χρησιμοποιεί και (φθηνότερο) μαζούτ.

Όμως, η καθυστέρηση της PEC οφείλεται επίσης στα προβλήματα έγκαιρης νόμιμης αδειοδότησης τμημάτων της συνολικής υποδομής της PEC και κυρίως του αντλιοστασίου της (για την ψύξη των μηχανών της). Το αντλιοστάσιο εγκαταστάθηκε σε γη που είναι μισθωμένη εδώ και χρόνια (και για τα επόμενα 2-3 χρόνια ακόμα) στην ΑΗΚ και φαίνεται πως η συνεννόηση της PEC για την κατασκευή του αντλιοστασίου έγινε με το Υπουργείο Άμυνας (έναντι 2 εκατ. ευρώ ως αντισταθμιστικά, σύμφωνα με την ιδιωτική εταιρεία) αλλά όχι με τον νόμιμο μισθωτή, την ΑΗΚ.

Η PEC, όπως έγραψε πριν μερικές ο Φιλελεύθερος, απέστειλε νέα επιστολή στην ΑΗΚ, με την οποία διεκδικεί τη συγκατάθεσή της ώστε να αξιοποιήσει το αντλιοστάσιο, έστω και αν αυτό βρίσκεται εντός κρατικής και τουρκοκυπριακής γης που μισθώθηκε στην ΑΗΚ, για να καλυφθεί η επάρκεια.

Ο Φιλελεύθερος πληροφορείται ότι την Τρίτη 7 Ιουλίου το διοικητικό συμβούλιο της ΑΗΚ αποφάσισε να απορρίψει το αίτημα της PEC, επικαλούμενο θέματα νομιμότητας αλλά και τεχνικά θέματα ως προς τη λειτουργία του αντλιοστασίου της PEC εις βάρος της βέλτιστης λειτουργίας ανάλογων υποδομών της ΑΗΚ στην ίδια θαλάσσια περιοχή.