Ζούμε σε ένα πανέμορφο νησί, διαθέτει ψηλά βουνά και γαλάζια θάλασσα. Ίσως και να μην εκτιμούμε δεόντως αυτές τις ομορφιές. Τελευταία, ο Σέρβος «συμπατριώτης» μας Μπόρα, που δεν έχει Κυπριακή υπηκοότητα, αναδεικνύει τις ομορφιές του νησιού μας με τις υπέροχες φωτογραφίες του.
Η Κύπρος, λόγω της στρατηγικής της θέσης, γνώρισε πολλούς κατακτητές ανά τους αιώνες. Αναφέρονται οι κυριότεροι: Ασσύριοι, Αιγύπτιοι, Πέρσες, Αρχαίοι Έλληνες (Μυκηναίοι), Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Φράγκοι (Λουζινιανοί), Ενετοί, Οθωμανοί (1571-1878), Βρετανοί (1878-1960), Τούρκοι (1974-..).
Το πιο κάτω ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη αποτυπώνει τις αντιφάσεις της Ελλάδας αλλά θα μπορούσε και της Κύπρου. Ο ποιητής υμνεί την ομορφιά και τη μοναδικότητα της χώρας, ενώ ταυτόχρονα εξυμνεί το αδάμαστο, αντιφατικό και ανυπότακτο πνεύμα της φυλής που αψηφά τη λογική.
Όμορφη και παράξενη πατρίδα
Ωσάν αυτή που μου ‘λαχε δεν είδα
Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά
Στήνει στη γη καράβι κήπο στα νερά
Κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται
Μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται
Όμορφη και παράξενη πατρίδα
Ωσάν αυτή που μου ‘λαχε δεν είδα
Κάνει να πάρει πέτρα την επαρατά
Κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα
Μπαίνει σ’ ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς
Ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύρρανους
Όμορφη και παράξενη πατρίδα
Ωσάν αυτή που μου ‘λαχε δεν είδα
Η πατρίδα μας είναι μοναδική αλλά και «παράξενη» γεμάτη αντιθέσεις. Η δημιουργική δύναμη και ικανότητα της φυλής μας, κάνουν το αδύνατο δυνατό (στήνει στη γη καράβι κήπο στα νερά). Καταφέραμε και ορδοποδήσαμε μετά τη βάρβαρη εισβολή.
Πολλοί πρόσφυγες άντρες πήγαν στα ξένα να δουλέψουν, να στείλουν χρήματα πίσω στις οικογένειες. «Κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται». Εξυμνεί το σθένος και την αντρειοσύνη που κάνουν τη φυλή μας να μεγαλουργεί ακόμα και στις πιο αντίξοες συνθήκες.
«Κάνει να πάρει πέτρα την παρατά / κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα». Κατεργάζεται την πέτρα και δημιουργεί πολιτισμό και τέχνη. «Μπαίνει σ’ ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς / ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τυράννους». Ο λαός μας είναι τολμηρός, εξερευνητής, με επαναστατική φύση και ανυπότακτη ψυχή.
Όμως, αυτή η όμορφη πατρίδα δεν παύει να είναι και βασανισμένη. Πόσες τραγωδίες μπορεί να απαριθμήσει κάποιος που ζει σε αυτόν τον τόπο. Στις δικές μου αναμνήσεις υπάρχουν πολλές.
Θυμάμαι κάποτε, που μικρό κοριτσάκι, έμενα στο σπίτι της γιαγιάς Χρυσάνθης στην Πάφο που ήταν σύνορα με την τουρκική συνοικία. Έμεναν κοντά και ζούσαν ειρηνικά ώστε ο μεγάλος γιός της γιαγιάς παντρεύτηκε την Τ/Κ γειτονοπούλα. Το σπίτι ήταν κτισμένο στο βάθος μιας τεράστιας αυλής γεμάτης δέντρα και λουλούδια. Στην είσοδο της αυλής βρισκόταν μια μεγάλη καρυδιά από την οποία κρεμόταν η «σούσα» μου. Προχωρώντας έβρισκες σειρές από «φούλια», ένα λουλούδι με πολύ γλυκό άρωμα.
Όταν άνθιζαν όλα μαζί μοσχομύριζε όλη η γειτονιά. Ο παππούς Δημήτρης, εκτός από εμπόριο, πουλούσε και άνθη. Θυμάμαι ότι κάθε πρωί, η γιαγιά με έπαιρνε από το χεράκι και πηγαίναμε για καφέ στη γειτόνισσα, την Αϊσέ, που είχε και αυτή ένα κοριτσάκι στην ηλικία μου και ένα μεγαλύτερο αγόρι.
Εξακολουθούσα να παίζω με τα γειτονόπουλα μέχρι τις φασαρίες του 1963, όποτε βρισκόμαστε Πάφο αφού ο πατέρας πήρε μετάθεση για Λευκωσία. Όταν οι πιο συνετοί συμβούλευσαν τον λεβέντη παππού με το μεγάλο μουστάκι, ότι είναι επικίνδυνο να μένουν εκεί, απάντησε ότι δεν πρόκειται να του κάνουν κακό οι φίλοι του οι Τ/Κ. Όταν, αργότερα, βρέθηκε μαχαιρωμένο από εξτρεμιστές ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Ε/Κ, η απάντηση του ήταν «αν θα με βρείτε σκοτωμένο, θα βρείτε και 2-3 σκοτωμένους δίπλα μου, θα παλέψω πρώτα». Αξίζει να σημειωθεί ότι μόλις άνοιξαν τα οδοφράγματα, το γειτονόπουλο, μου έστειλε χαιρετίσματα και ζήτησε να με δει: «πέστε της ότι της έπαιζα όταν ήταν μικρή». Η συνάντηση έγινε και μου έφερε δώρο ένα άρωμα που θύμιζε «φούλι».
Το 1963 βρισκόμαστε στην Ακρόπολη στην Λευκωσία, όπου μόλις μετακομίσαμε από το διώροφο σπίτι των αξιωματικών αστυνομίας με την πίσω αυλή του οποίου να εφάπτεται στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Το νέο σπίτι μας γειτνίαζε στο γωνιακό σπίτι ενός νιόπαντρου ζευγαριού, του Λεύκιου και της Τασούλας. Ένα βράδυ, τους καλέσαμε για φαγητό. Σε λίγο, ακούστηκαν πυροβολισμοί από την πράσινη γραμμή, και ο Λεύκιος, ένα όμορφο παλληκάρι, αμέσως σηκώθηκε και έφυγε. Πολύ αργότερα, μας τηλεφώνησαν ότι είχε νεκρούς στη μάχη, σκοτώθηκε κάποιος … Λεύκιος.
Χρόνια μετά, στις 15 Ιουλίου 1974, ξυπνήσαμε κανονικά και ο καθένας ετοιμαζόταν για τη δουλειά του. Ακούστηκαν πυροβολισμοί και γύρω στις 8.15 π.μ. ήχησαν οι σειρήνες. Βάλαμε το ραδιόφωνο να μάθουμε τι γινόταν και μια πρόστυχη φωνή επαναλάμβανε «ο Μακάριος είναι νεκρός»˙ μεγάλη η θλίψη μας. Μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος ο καθένας κλείστηκε σπίτι του και περίμενε νεότερα. Μόνο την επόμενη μέρα, ένας γείτονας μας είπε τη συχνότητα του σταθμού της Πάφου και ακούσαμε τον Μακάριο να λέει: «Ελληνικέ Κυπριακέ λαέ, γνώριμη είναι η φωνή που ακούς, δεν είμαι νεκρός …». Το ηθικό μας αναπτερώθηκε κάπως. Όχι για πολύ όμως. Ακούαμε το BBC συνεχώς, διότι το ΡΙΚ είχε καταληφθεί από πραξικοπηματίες. Το βράδυ της 19ης Ιουλίου 1974, ανακοίνωσε ότι Τουρκικά πλοία πλέουν προς Κύπρο. Δεν κοιμηθήκαμε το βράδυ και πράγματι μόλις ξημέρωσε είδαμε, διότι η Ακρόπολη είναι ψηλά, τους πρώτους Τούρκους αλεξιπτωτιστές να πέφτουν. Η εισβολή είχε ξεκινήσει.
Τις επόμενες μέρες, το σπίτι μας, καθώς και ολόκληρη η γειτονιά γέμισε πρόσφυγες.
Όμορφη και παράξενη πατρίδα αλλά και τόσο βασανισμένη.