Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, 7-8 Ιουλίου 2026, ήταν μία από τις σημαντικότερες μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, διότι πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο εντάσεων και διαφωνιών ανάμεσα σε Αμερικανούς και Ευρωπαίους συμμάχους. Επί της ουσίας οι ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ ζητούν από τους Ευρωπαίους να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της άμυνάς τους και να επωμιστούν ευθύνες που είχαν οι ίδιοι ως τώρα. Εκτός από την Ουκρανία, η Μέση Ανατολή και η αντιπαράθεση με το Ιράν επανήλθαν στο επίκεντρο των συζητήσεων με τους Αμερικανούς να κατηγορούν τους Ευρωπαίους ότι απέφυγαν να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Σε κάθε περίπτωση όμως οι Ευρωπαίοι αναγκάστηκαν να υποκύψουν στις αμερικανικές πιέσεις και να επιβεβαιώσουν την στρατιωτικοποίηση των χωρών τους με αμυντικές δαπάνες του ύψους του 5% του ΑΕΠ τους μέχρι το 2035. Ασφαλώς τα χρήματα αυτά θα αποκοπούν από τις κοινωνικές δαπάνες, την υγεία, την παιδεία, τον πολιτισμό, την στήριξη των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων.
Έτσι παρά τις αιτιάσεις του Τραμπ, οι αμερικανικές θέσεις για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών επιβλήθηκαν στους Ευρωπαίους ενώ παράλληλα ανέλαβαν και το βάρος των δαπανών για την στήριξη του πολέμου στην Ουκρανία. Το νέο πακέτο στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία, ανέρχεται σε 70 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2027. Οι Ευρωπαίοι θα χρηματοδοτήσουν ανάμεσα στα άλλα και την παραγωγή συστημάτων Patriot στην Ουκρανία.
Στην Άγκυρα πραγματοποιήθηκε παράλληλα και το NATO Summit Defence Industry Forum, όπου ανακοινώθηκαν νέες παραγγελίες και εξοπλιστικά προγράμματα δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ με στόχο την αύξηση της παραγωγικής δυνατότητας της δυτικής αμυντικής βιομηχανίας.
Παρά την υποβάθμιση του ΝΑΤΟ που παρουσίασε κατά καιρούς με δηλώσεις του ο Τραμπ, η Σύνοδος κατέληξε σε σαφή επαναβεβαίωση του άρθρου 5 περί συλλογικής άμυνας, δηλαδή ότι επίθεση εναντίον ενός μέλους θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Αυτό θεωρήθηκε ιδιαίτερα σημαντικό για τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής και ασφαλώς δεσμεύει τις ΗΠΑ. Αλλά σε τελευταία ανάλυση μόνο με συγκατάθεση των ΗΠΑ θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί και αυτό θα εξαρτάται από τις σχέσεις της Μόσχας με την Ουάσιγκτον.
Το Ιράν και η Μέση Ανατολή επανήλθαν επίσης στην ατζέντα του ΝΑΤΟ. Για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, το ΝΑΤΟ αφιέρωσε σημαντικό μέρος των συζητήσεων στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, στην ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Έτσι ο Τραμπ, που δήλωνε ότι ήρθε στη σύνοδο αυτή μόνο για το χατίρι του φίλου του του Ερντογάν, θα έφυγε μάλλον ικανοποιημένος από αυτή.
Η φιλοξενία της Συνόδου στην Άγκυρα αποτέλεσε μια σημαντική διπλωματική επιτυχία για την κυβέρνηση Ερντογάν. Η Τουρκία παρουσιάστηκε, με την στήριξη Τραμπ, ως αναντικατάστατος γεωστρατηγικός παίκτης μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής, Μαύρης Θάλασσας και Καυκάσου. Παράλληλα, εμφανίσθηκε σημαντική βελτίωση και αναβάθμιση των σχέσεων Άγκυρας-Ουάσιγκτον και δόθηκαν υποσχέσεις για την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 και της άρσης των αμερικανικών κυρώσεων που είχαν επιβληθεί μετά την αγορά των S-400. Βεβαία θεωρείται και η πώληση στην Άγκυρα των κινητήρων αεριωθουμένων F110 για το μαχητικό αεροσκάφος πέμπτης γενιάς KAAN που παράγει η τουρκική αμυντική βιομηχανία, μετά και την έγκριση του αμερικανικού Κογκρέσου. Υπάρχει επίσης το «επιχειρησιακό τετελεσμένο» της δημιουργίας των δύο νέων στρατηγείων του ΝΑΤΟ στην Κωνσταντινούπολη και τα Άδανα.
Από ελληνική και κυπριακή σκοπιά, η ενίσχυση του γεωπολιτικού ρόλου της Τουρκίας εντός του ΝΑΤΟ δημιουργεί ανησυχίες και προβληματισμούς. Η Άγκυρα επιδιώκει να αξιοποιήσει τη στρατηγική της θέση για να βελτιώσει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη χωρίς να εγκαταλείπει τις θέσεις της στο Κυπριακό και το Αιγαίο. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναφορά στο Κυπριακό στα επίσημα συμπεράσματα της Συνόδου. Το χειρότερο δε, ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έκανε καμιά αναφορά στο Κυπριακό, ούτε στην επίσημη ομιλία του ενώπιον της Συνόδου ούτε και εκτός που αναφέρθηκε δειλά και ικετευτικά με δηλώσεις του για το τουρκικό casus belli.
Είναι φανερό ότι για την Κύπρο ειδικότερα, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η αυξημένη στρατηγική αξία της Τουρκίας για το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ καθιστά δυσκολότερη την άσκηση πίεσης προς την Άγκυρα στο Κυπριακό, εκτός εάν δημιουργηθούν νέα δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο ή στις ευρωτουρκικές σχέσεις.
Αν και το Κυπριακό δεν συμπεριλήφθηκε στην επίσημη ατζέντα της συνόδου και δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναφορά στην τουρκική κατοχή της βόρειας Κύπρου στα τελικά συμπεράσματα της Συνόδου, ωστόσο βρέθηκε στο παρασκήνιο των διπλωματικών επαφών που πραγματοποιήθηκαν στο περιθώριο της συνόδου. Ο δε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης επένδυσε πολλά στις υποτιθέμενες παρεμβάσεις της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα Φόντερ Λάϊεν και του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα στον Τούρκο Πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν. Ο Αντόνιο Κόστα ευχαριστώντας τον Ερντογάν για τη φιλοξενία της συνόδου, δήλωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Τουρκία πρέπει να αξιοποιήσουν τη νέα δυναμική για την προώθηση μιας λύσης του Κυπριακού μέσω της διαδικασίας των Ηνωμένων Εθνών. Πρόκειται ασφαλώς για το σύνηθες διπλωματικό ευχολόγιο.
Άλλωστε διαχρονικά η βασική επιδίωξη του ΝΑΤΟ υπήρξε η αποφυγή ελληνοτουρκικής σύγκρουσης που θα αποδυνάμωνε τη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας. Κι αυτό πάντοτε σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων και σε βάρος της Κύπρου.
Σε κάθε περίπτωση η σύνοδος αυτή του ΝΑΤΟ κατέδειξε την περιθωριοποίηση της Ελλάδος παρά τα μοναδικά γεωπολιτικά πλεονεκτήματα που διαθέτει. Δεν διαθέτει όμως πολιτική βούληση και πολιτική ηγεσία ικανή να τα αξιοποιήσει.
Συμπερασματικά
Η Ρωσία θεωρείται ο κύριος στρατηγικός αντίπαλος της Ευρώπης, ο «φαντασιακός» εχθρός για τους ηγέτες της. Όχι όμως για τις ΗΠΑ του Τραμπ.
Η Ευρώπη αναλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος του αμυντικού βάρους της συμμαχίας.
Η γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας αυξάνεται σημαντικά λόγω της θέσης της μεταξύ Ευρώπης, Μαύρης Θάλασσας και Μέσης Ανατολής. Γίνεται ένας αναντικατάστατος πυλώνας του ΝΑΤΟ. Από ελληνική και κυπριακή οπτική, ίσως το σημαντικότερο μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα της συνόδου της Άγκυρας, είναι η αναβάθμιση της Τουρκίας.
Τέλος η πολιτική ΝΑΤΟποίησης της Κύπρου από τον Νίκο Χριστοδουλίδη μάλλον την Τουρκία εξυπηρετεί. Μικρή ανταμοιβή της Λευκωσίας, ο διορισμός του Ραφαέλε Φίτο στη θέση του ειδικού εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο Κυπριακό. Χωρίς να υποβαθμίζεται αυτός ο διορισμός που έχει τη σημασία του, με κανένα τρόπο δεν αντισταθμίζει την αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας ως στρατηγικού εταίρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Να θυμίσω άλλωστε ότι στα 52 χρόνια κατοχής είδαν πολλά τα μάτια μας με αυτούς τους «ειδικούς» αντιπροσώπους είτε των Αμερικανών, είτε των Ηνωμένων Εθνών και για την αποτελεσματικότητα τους. Ήταν και μια εποχή που κάθε χώρα που σεβόταν τον εαυτό της. όριζε και αντιπρόσωπο για το Κυπριακό! Για τους νεότερους που δεν το θυμούνται, ακόμη και ο Καναδάς και η Αυστραλία είχαν κάποτε ορίσει αντιπρόσωπο για το Κυπριακό.
Αυτά για την ιστορία και την αποτελεσματικότητα των «ειδικών» αντιπροσώπων, όχι ως υποβάθμιση του διορισμού του ειδικού αντιπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας, Email stephanos.constantinides@gmail.com