Το κουδούνι χτύπησε δύο φορές. Ο κύριος Θανάσης -στα 84 του χρόνια- ήξερε ποιος χτυπούσε την πόρτα. Γι’ αυτό δεν βιάστηκε να ανοίξει. Έριξε μια τελευταία ματιά στο μικρό σαλόνι. Στο καντήλι που έκαιγε αδιάκοπα μπροστά στο εικονοστάσι. Στη φωτογραφία της γυναίκας του, που τον περίμενε εδώ και χρόνια «αλλού». Ύστερα πλησίασε το παλιό ξύλινο μπαούλο και άνοιξε τη μικρή, φθαρμένη βαλίτσα.

Πρώτα έβαλε μέσα μια χούφτα χώμα. Το είχε φυλάξει από εκείνο το πρωινό του Ιουλίου του 1974. Όταν έφυγε κυνηγημένος από το σπίτι του στο Βαρώσι. Πιστεύοντας πως θα επέστρεφε σε λίγες ημέρες. Οι μέρες έγιναν μήνες. Οι μήνες χρόνια. Και τα χρόνια έφτασαν ήδη τα 52.

Στη συνέχεια, ακούμπησε μέσα στη βαλίτσα, λίγη άμμο από την αγαπημένη του παραλία. Κάποτε έλαμπε χρυσή κάτω από τον ήλιο της Αμμοχώστου. Από τότε, κάθε φορά που την κοιτούσε, έβλεπε πάνω της το χρώμα του αίματος.

Έβαλε ακόμη στη βαλίτσα, ένα σκουριασμένο κλειδί, μερικές κιτρινισμένες φωτογραφίες και λίγα ξεραμένα κυκλάμινα από τον Πενταδάκτυλο. Το κλειδί δεν άνοιγε πια καμία πόρτα. Οι φωτογραφίες άνοιγαν μια ολόκληρη ζωή. Τον πατέρα του να ποτίζει τις λεμονιές στην αυλή. Τη μητέρα του να απλώνει σεντόνια που μοσχοβολούσαν γιασεμί. Μια παρέα παιδιών να γελούν ξυπόλυτα στους δρόμους μιας πόλης που σήμερα περιμένει ακόμη τους ανθρώπους της.

Το κουδούνι χτύπησε ξανά. Όταν άνοιξε την πόρτα, δεν ξαφνιάστηκε. Ο επισκέπτης φορούσε μαύρα. Έμεινε σιωπηλός. Μιλούσε το σκληρό βλέμμα του. Δεν χρειάστηκαν συστάσεις.

Στην αποβάθρα, που βρισκόταν απέναντι από το σπίτι του κυρίου Θανάση, περίμενε μια κατάμαυρη βάρκα. Ο βαρκάρης πρόσεξε αμέσως τη βαλίτσα. «Δεν επιτρέπονται αποσκευές σε αυτό το ταξίδι» υπέδειξε. Ο κύριος Θανάσης χαμογέλασε. «Για τους περισσότερους ίσως. Όχι όμως για έναν πρόσφυγα», του απάντησε.

Ο βαρκάρης άνοιξε τη βαλίτσα. «Μόνο αυτά κουβαλάς;» ρώτησε. Ο γέροντας έπιασε το λιγοστό χώμα. «Αυτό είναι η αυλή μου». Μετά έδειξε την άμμο. «Αυτά είναι τα καλοκαίρια της νιότης μου». Σήκωσε το σκουριασμένο κλειδί. «Αυτό είναι το σπίτι μου. Δεν ανοίγει πια πόρτες. Ανοίγει, όμως, ακόμη την καρδιά μου». Ύστερα κράτησε στα χέρια του τα κυκλάμινα. «Αυτά φύτρωσαν στο παλικαρόβουνο. Εκεί όπου το χώμα ποτίστηκε με το αίμα ηρώων και προδομένων παιδιών» του είπε.

Ο βαρκάρης σώπασε. Ίσως γιατί κατάλαβε πως είχε απέναντί του έναν άνθρωπο που η κατοχή τού πήρε το σπίτι, τη γειτονιά, τα νιάτα, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να του πάρει την πατρίδα. Γιατί η πατρίδα βρίσκεται στο μυαλό, στην καρδιά και στην ψυχή.

Η βάρκα άρχισε να απομακρύνεται. Στην προκυμαία είχαν μαζευτεί τα παιδιά και τα εγγόνια του κυρίου Θανάση. Έκλαιγαν. Εκείνος γύρισε προς το μέρος τους. Μετά έστρεψε το βλέμμα του στον Πενταδάκτυλο. Εκεί όπου η σημαία της ντροπής εξακολουθεί να τον πληγώνει. Να μας πληγώνει.

«Μην κλαίτε», τους φώναξε. «Κλάψτε μόνο αν μια μέρα συνηθίσετε την κατοχή. Αν θεωρήσετε φυσιολογική τη διχοτόμηση. Αν πάψετε να μιλάτε στα παιδιά σας για τις πόλεις και τα χωριά, που ακόμη περιμένουν τους ανθρώπους τους. Αν ξεχάσετε. Τότε θα έχω πεθάνει πραγματικά»… Σήκωσε ψηλά τη μικρή βαλίτσα. «Εγώ παίρνω μαζί μου λίγο χώμα και λίγη άμμο. Εσείς κρατήστε την ελπίδα».

Η βάρκα χάθηκε μέσα στην ομίχλη. Ο κύριος Θανάσης έφυγε με το πρόσωπο φωτισμένο. Σαν να μην ταξίδευε προς το τέλος, αλλά προς την επιστροφή…

Αύριο συμπληρώνονται 52 χρόνια από το προδομένο καλοκαίρι του 1974. Πενήντα δύο χρόνια κατοχής. Πενήντα δύο χρόνια προσφυγιάς. Πενήντα δύο χρόνια αναμονής.

Κάθε χρόνο ο κατάλογος εκείνων που έζησαν την τουρκική εισβολή μικραίνει. Οι τελευταίοι αυτόπτες μάρτυρες φεύγουν ο ένας μετά τον άλλο. Κρατώντας μέσα τους μια πατρίδα που δεν πρόλαβαν να ξαναδούν ελεύθερη. Δεν επέστρεψαν στα σπίτια τους. Δεν περπάτησαν ξανά στις γειτονιές όπου μεγάλωσαν. Δεν άκουσαν τις καμπάνες των εκκλησιών τους να χτυπούν λυτρωμένες.

Φεύγουν με την ίδια προσμονή που τους συνόδευε από τον Ιούλιο του 1974. Πως κάποτε η Κύπρος θα επουλώσει την πληγή της. Η γενιά του κυρίου Θανάση κράτησε τη μνήμη ζωντανή. Η δική μας και η επόμενη, θα κριθούν από το αν θα την παραδώσουν άσβεστη στα παιδιά της.

Ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε πως «η μνήμη είναι η ρίζα της λευτεριάς». Δεν υπάρχει πιο επίκαιρη σκέψη για την Κύπρο του σήμερα. Γιατί η μεγαλύτερη νίκη κάθε κατοχής δεν είναι η στρατιωτική επικράτηση. Είναι να πείσει τους επόμενους ότι η λήθη είναι πιο βολική από τη διεκδίκηση. Ότι η συνήθεια είναι προτιμότερη από την ελπίδα. Ότι το «δεν γίνεται τίποτα» είναι πιο ασφαλές από το «Δεν Ξεχνώ».

Το χρωστάμε, λοιπόν, σε εκείνη τη γενιά που φεύγει αθόρυβα. Κρατώντας μέχρι την τελευταία της πνοή μια χούφτα χώμα. Ένα σκουριασμένο κλειδί. Μια ακλόνητη πίστη πως κάποτε η αδικία θα νικηθεί.

Γιατί όσο υπάρχει έστω ένας άνθρωπος που κρατά μέσα του την ελπίδα, η Κύπρος δεν θα παραδοθεί. Ακόμη και όταν ο τελευταίος πρόσφυγας περάσει στην αιωνιότητα, η μνήμη δεν πρέπει να ταφεί μαζί του.

Οι πατρίδες δεν πεθαίνουν από την κατοχή. Πεθαίνουν μόνο από τη λήθη.